Ο Φίλιππος Γαλιάσος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και έχει αποφοιτήσει από το Ο.Π.Α. To βιβλίο «Δι

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ ΜΟΝΟ

Δεν έχει νόημα να κοιτάζουμε το χώμα μόνο ή μόνο ουρανό.
Στον ορίζοντα πέρα σα κοιτάμε βρίσκουμε ένα σημείο βατό.
Εκεί που οι πέτρες τελειώνουν και το γαλάζιο ξεκινά.
 Εκεί πρέπει να πάμε.
Να σκαρφαλώσουμε πάνω στη γραμμή ισορροπώντας.
 Σα μόλις να αγγίξαμε σύννεφα θα μοιάζει.
Να κοιτάμε μόνο εκεί πέρα.
Στη γραμμή του ορίζοντα, εκεί.
Ούτε πάνω, ούτε κάτω.
Μόνο πέρα και πιο πέρα.
Και αν ξεμακραίνει αυτή, τι;
Τι θα γίνει, τι με τον ορίζοντα να φεύγει σε κάθε μας εμπρός;
Θα φέρουμε γύρες στον κόσμο,
θα λιώσουμε παπούτσια,
θα ιδρώσουμε,
θα παγώσουμε
και αυτός θα στέκει εκεί.
Μακριά ξανά, ορίζοντας ξανά.
Άπιαστη σκάλα ουρανού.
Μα και ατέρμονο σημάδι περιπάτου πάνω στη Γη.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ




 

















Μια ακολουθία από κούφιες νότες καμένου ξύλου ακούγονταν μπροστά του. Εκεί μπορούσε κανείς να αφουγκραστεί όλους εκείνους τους ήχους που ακροβατούσαν μεταξύ ζωής και θανάτου. Σάρκες πεύκων που καψαλιζόντουσαν σε ένα αδυσώπητο νοτιά, κουκουνάρες που εκτοξεύονταν λαμπαδιασμένες, κρώζοντας και φτύνοντας μικρές φλόγες στην πορεία τους, αλυχτήματα από αλεπούδες,  λύκους και κουνάβια που έτρεχαν να σωθούν. Εκεί, στο βάθος του δάσους μπορούσες να ακούσεις τα φίδια να έρπουν ανάμεσα στις φλόγες, σκάζοντας τελικά σε μικρά υπόκωφα υγρά «πλόφ» από κάποια λοξοδρομούσα πύρινη γλώσσα. Όλο το ζωικό βασίλειο έβαζε τα δυνατά του να την βγάλει καθαρή από αυτή τη μανία. Τα δέντρα μόνο έμεναν αμέτοχα στη φυγή.  Έλιωνε το ρετσίνι σα δάκρυ στους κορμούς.  Τα φυλλόμαλλα τους μαδούσαν σε σπίθες, πεφταστέρια στον βουβό πόνο αυτής της νύχτας.

Εκείνος είχε βάρδια. Ήταν επικεφαλής της πυρόσβεσης. Δόλιο πόστο, να θέλεις να σώσεις κάτι ξέροντας ότι ποτέ δε θα τα καταφέρεις ολότελα. Να περιορίσει μόνο μπορούσε και στο τέλος, αν όλα πήγαιναν κατ’ ευχή, να καταβρέξει τα αποκαΐδια και να πάει στο σπίτι του να κοιμηθεί αποκαμωμένος και ολότελα ρουφηγμένος από την κάψα.  Σάρωνε με τη μάνικα του το καταραμένα βαθύ πορτοκαλί μπροστά του και εκεί που για λίγο γινόταν μαύρο και γκρι, νασου ξανά να φουντώνει και να ζυγώνει.  Άκουγε την ορμή του νερού να πέφτει σαν άοπλοι στρατιώτες της πρώτης γραμμής.  Όλα εκείνα τα κυβικά του νερού! Θεέ μου, τι άνισος αγώνας. Η φλόγα χρειάστηκε μόνο μια σπίθα για να αρπάξει. Από μια μανία ξεκίνησε, με την τρέλα μέσα της γιγαντώθηκε.  Το νερό ακολούθησε όλη αυτή την πορεία από τα σύννεφα στη Γη. Τον μακρύ το δρόμο, τον δύσκολο. Ατμός που σκαρφάλωνε στα ουράνια και περίμενε να γίνει ψιχάλα, να βαρύνει, να κατηφορίσει, να ποτίσει το χώμα, να φουσκώσει ποτάμια, να ξεπλύνει σκόνη και πληγές και στο τέλος να γίνει ξανά αχνός, να ανεβεί ψηλά. Το νερό ακολουθούσε την αέναη πορεία της ανακύκλωσης. Η φωτιά απεναντίας ορθώνονταν με τα τρελά της μάτια από το τίποτα για να καταλήξει ξανά σε αυτό.

Όλο το χωριό βρισκόταν μαζεμένο πίσω από το όχημα της πυροσβεστικής. Μέσα από τα μάτια των ανθρώπων μπορούσε κανείς να διακρίνει όλες τις αποχρώσεις της φλόγας. Μάτια τεντωμένα από τον κίνδυνο να χαθούν όλα. Τα δέντρα, τα σπίτια, η ξύλινη κουνιστή καρέκλα της γιαγιάς, οι αλεπούδες και τα πεύκα που πάνω τους σκαρφάλωναν τα παιδιά για να φτιάξουν δεντρόσπιτα και να πετάξουν κουκουνάρες στους συμμαθητές που περνούσαν από κάτω.  Ξαφνικά τίποτε από αυτά δε μετρούσε. Όλα αυτά γινόταν ένα και έπρεπε μονομιάς να σωθεί. Μαζί με την επιβίωση έπρεπε να τα κουβαλήσεις όλα. Την καρέκλα της γιαγιάς, το σπίτι, την κούνια που κρεμόταν στο κλαδί, το καινούργιο κουστούμι. Όλα είχαν πλέον σημασία. Τα ζωντανά έτρεχαν να φύγουν σώζοντας την ύπαρξη τους. Ο άνθρωπος κουβαλούσε περισσότερα και δε μπορούσε να ελιχθεί με την ίδια ευκολία. Όσα μάζευε βάραιναν το φευγιό του και εκείνος γινόταν σταδιακά όλο και πιο βαρύς, δύσθυμος, δύστροπος και κάθε κακό της μοίρας του. Απομακρυνόταν  από τον λόγο για τον οποίο γεννήθηκε και κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε τις αιτίες παρότι αυτές υπήρχαν. Ψάχνοντας στα λάθος μέρη, συσσώρευσε ένα σκασμό αχρείαστες ανέσεις. Ανέσεις που πολλές φορές άναβαν τα σπίρτα στα βουβά δάση μιας καλοκαιρινής νύχτας με αέρα. Ανέσεις που δημιουργούσαν την ανάγκη να υπάρχουν πυροσβέστες, αστυνόμοι και δικαστές. Το στρίψιμο της βίδας δημιούργησε τόσα επαγγέλματα που το μόνο που έκαναν ήταν να προσπαθούν να βάλουν σε σωστή τροχιά το ανθρώπινο είδος. Επαγγέλματα που δε προχωρούσαν ούτε ένα βήμα μπροστά την ανθρώπινη πορεία παρά μόνο προσπαθούσαν να διορθώσουν τη λοξή τροχιά της.  Επαγγέλματα που προσπαθούσαν να ανακόψουν την φόρα ενός κόσμου που τρελαινόταν μέρα με τη μέρα.

Μια γριά πετάχτηκε από το πλήθος και γαντζώθηκε πάνω του. Ο πυροσβέστης την κοίταξε και είδε τη μανία να προσπαθήσει κανείς να σωθεί από κάτι γιγάντιο με τις λιγοστές του δυνάμεις. Προσπάθησε να του αρπάξει τη μάνικα από τα χέρια και να την κατευθύνει στο σπίτι της. Ο πυροσβέστης την έπιασε από τη μέση, οδηγώντας τη παραπέρα, μακριά από τη σωλήνα και τη φωτιά. Εκείνη του είπε για τους κόπους μιας ζωής, για τις θυσίες, τον είπε άχρηστο και μπαγάσα και να ξέρε αυτός τι είχε περάσει η δόλια για να χτίσει το σπίτι της. Πίσω, στη γυαλάδα του κράνους του, η πυρκαγιά λυσσομανούσε, εκείνος δε καταλάβαινε, προσπαθούσε μόνο να την κατευνάσει. Πριν ήταν η φωτιά, τώρα αυτή η γριά. Πυρκαγιές παντού ξεφύτρωναν, με φλόγες ή χωρίς. Η ανακύκλωση των προβλημάτων δεν είχε σταματημό. Της εξήγησε αλλά δε καταλάβαινε, του έριξε κατάρες μαζί με τα λιγοστά σάλια από το ρουφηγμένο της στόμα. Απομακρύνθηκε και ξαναπλησίασε στην επιχείρηση πυρόσβεσης. Κοίταξε όλα αυτά τα ζώα να ξεπηδάνε μέσα από την κόλαση και αναλογίστηκε το πόσο σοφότερα ήταν από τους ανθρώπους.

Με την άκρη του ματιού του είδε ολόκληρο το χωριό να κατευθύνεται πάνω τους. Άνθρωποι με πυρακτωμένα μάτια, αγριεμένοι. Χαλάρωσε το σφίξιμο της σωλήνας και τους παρατήρησε να τραβάνε όπως όπως τους πυροσβέστες. Άφησε τη μάνικα κάτω και έκανε στο πλάι. Παρατηρούσε δεκάδες ανδρών να πέφτουν πάνω σε κάθε πυροσβέστη και να χτυπάνε με λύσσα, τους είδε να τραβολογάνε τη μάνικα και μετά να προσπαθεί ο καθένας από αυτούς να κατευθύνουν το νερό της πάνω στα σπίτια τους. Έβλεπε την ασύντακτη πορεία του νερού να πηγαίνει πότε προς το ένα σπίτι και πότε προς το άλλο. Οι χωρικοί άρχισαν να ανταλλάζουν βρισιές μεταξύ τους. Που και που έπεφτε κάποια μπουνιά και όλο και περισσότεροι ξάπλωναν κάτω αιμόφυρτοι πριν ξανασηκωθούν για να χιμήξουν πάνω στη σωλήνα. Στο τέλος είδε τη μάνικα αφημένη, να σπαρταράει σα λαβωμένο φίδι και να κοπανάει ότι βρίσκει στο διάβα της. Μερικοί έπεφταν κάτω από τα χτυπήματα της και δεν ξανασηκώνονταν και κάποιοι άλλοι γρονθοκοπιόντουσαν ή έτρεχαν φοβισμένοι από τη φωτιά και τον ξέφρενο χορό της πυροσβεστικής σωλήνας. Στιγμιαία ευχήθηκε να μπορούσαν όλα να χαθούν μέσα στις φλόγες και να μείνει μόνο μια ελπίδα στον μαύρο, ξεραμένο και καμένο τόπο. Μια ελπίδα υγιής που από αυτή μόνο φουντωτά αγριολούλουδα θα πάρουν να φυτρώνουν. Όλα από την αρχή ξανά. Ένα νέο bing bang που θα τροφοδοτούσε μια νέα ιδέα μέσα από τον χαμό. Από έμπειρος πυροσβέστης έγινε ξάφνου ερασιτέχνης πυρομανής. Λάτρεψε τη φλόγα, είδε την εξαγνιστική της λάμψη, επιθύμησε τη καταστροφή, θέλησε το γκρέμισμα αν ήταν κάτι νέο να ξεπηδήσει.

Αποτραβήχτηκε και κρύφτηκε πίσω από το πυροσβεστικό, παρατηρώντας ζώα να ξεπροβάλλουν με λαμπαδιασμένες τις ουρές τους και σπουργίτια να εκτοξεύονται καρβουνιασμένα σε μια φαλτσαριστή πορεία, πριν πέσουν ξερά αποκαΐδια στα πόδια του. Έπιασε την παροχή του νερού και την γύρισε ελαφρά. Η πίεση του νερού εξασθενούσε. Μετά πήρε ένα γαλλικό κλειδί και ξεβίδωσε τον ένα πόλο την μπαταρίας. Πέταξε το κλειδί μακριά, μέσα στις φλόγες. Η μάνικα έπεσε εξουθενωμένη, αφήνοντας ένα μικρό ρυάκι μόνο να κυλάει από το στόμιο της. Κοίταξε τους κατοίκους του χωριού και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Είδε τη φλόγα μέσα στα μάτια τους, την έξαψη, την τρέλα, τη μανία, την ολοκληρωτική λύτρωση του θανάτου και δεν έχασε ούτε για μια στιγμή το βήμα του. Όλη εκείνη η ποικιλία των ήχων που άκουγε πριν, τώρα είχε μετατραπεί σε έναν μονότονο αχό. Τον αχό μιας μάχης προς το πουθενά.

Στάθηκε μπροστά από τις φλόγες και έχωσε το ένα του πόδι μέσα τους, Εκεί πίσω βρισκόταν ένα κουνάβι που σε λίγο θα γινόταν παρανάλωμα. Το έπιασε από την κοιλιά και το παράχωσε μέσα στη στολή του, πηδώντας έξω από τον κύκλο της φωτιάς. Έτρεξε μακριά, μακριά από τη φωτιά και το χωριό, κρατώντας το κουνάβι μέσα στη στολή του. Μόλις οι ανάσες του τον εγκατέλειψαν, ξάπλωσε κατά γης και τράβηξε το φερμουάρ. Το κουνάβι πετάχτηκε τρομαγμένο, το είδε να τον κοιτά και μετά να τρέχει σα να έμαθε μόλις χθες να περπατά. Αυτό τουλάχιστον είχε κάποιες ελπίδες παραπάνω από ότι εκείνοι οι άνθρωποι. Ίσως από τους ανθρώπους γενικά. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Κανένας δεν ήθελε να χάσει την πίστη του στους ανθρώπους. Κανένας από όσους έσβηναν και άναβαν φωτιές. Κανένας που απλά τις κοιτούσε να φουντώνουν τριγύρω. 

Σα να ένιωσε το κουνάβι να σταματά για να του ρίξει μια ματιά. Δεν ήταν σίγουρος όμως. Έτσι όπως είχε γυρίσει την πλάτη του για να επιστρέψει πίσω δε μπορούσε να το ξέρει. Το ένιωσε μόνο. Ένα βλέμμα σαν ένα σιωπηλό ευχαριστώ.

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

ΜΙΑ ΠΤΩΣΗ ΣΑ ΤΟΣΕΣ ΑΛΛΕΣ



Τότε ήταν που ξεκίνησε να πέφτει…


Εκείνος την είχε μόλις χαϊδέψει. Εκείνη έχασε την ισορροπία της και άρχισε να πέφτει στο κενό. Φυσούσε και εκείνη ήταν σα φτερό στον άνεμο. Την έφερνε βόλτες ο αγέρας  και εκείνη τον παρατηρούσε.  Εκείνος είχε ένα «ίσως λυπημένο ύφος».  Δεν την πρόσεξε που έπεσε και το μυαλό του βρισκόταν αλλού. Εκείνη δεν έβγαλε ούτε μια φωνή αλλά αφέθηκε στην τροχιά μιας στροβιλίζουσας πτώσης. Κοίταζε τις αραιά σπαρμένες λευκές τρίχες από το μούσι του, τα μάτια του που κοιτούσαν πέρα, φανταζόταν τις σκέψεις του. Είχε ακόμα πάνω της εκείνο του το χάδι και συνέχιζε να πέφτει περιστρεφόμενη με τις ορέξεις του νοτιά.


 Γνώριζε το γεγονός πως μετά από τόσα χρόνια εκείνος τη χάιδευε από συνήθεια και μόνο. Εκείνη ήταν μοναδική αλλά όχι για εκείνον. Εκείνος την έβλεπε σα μια από τις τόσες άλλες. Δε την ξεχώρισε ποτέ, μοιράζοντας ισόποσα τα χάδια του ανάμεσα σε κείνη και τις άλλες. 


Έφερε μια στροφή προς το πλάι και μετά έπεσε πιο χαμηλά με το λιγοστό της βάρος. Σκέφτηκε πως μάλλον ήταν καλύτερα έτσι. 


Καλύτερα να χανόταν από ένα χάδι μέσα στη νεότητα της, παρά να καταντούσε μια γριά λευκή τρίχα σαν εκείνες που έβλεπε να ξεπροβάλλουν γύρω από το κεφάλι και το μούσι του εδώ και κάμποσους μήνες. 


Καλύτερα να χάνεται κανείς στα νιάτα του, όταν όλοι τριγύρω γερασμένοι δείχνουν παρά να περιμένει να τους μοιάσει. Ακόμα και αν είναι μια μόνο τρίχα. Μια τρίχα που έφυγε από ένα χάδι παρότι κανείς ποτέ δε τη χάιδεψε.  Με τον τρόπο τουλάχιστον που κανείς χαϊδεύει κάτι μοναδικό.


Στη συνέχεια ο αέρας κόπασε και εκείνος άρχισε να ξεμακραίνει. Εκείνη έπεσε στο πεζοδρόμιο κοιτάζοντας τον να χώνεται μέσα στο γραφείο του. Φαντάστηκε το μέλλον της νιώθοντας τα πέλματα από τα παπούτσια των πεζών να την ποδοπατάνε. Δεν χρειαζόταν και πολύ φαντασία για κάτι τέτοιο. 

Ούτε για το δικό του μέλλον χρειαζόταν. Τον είδε να χάνεται πίσω από την πόρτα και ευχήθηκε να τα καταφέρει τελικά. Τόσο καιρό μαζί δεν άντεχε να τον βλέπει να ασπρίζει μέρα τη μέρα. Ευχόταν το καλύτερο για κείνον και ας μην της είχε δώσει σημασία ποτέ πέρα από κάποιο λούσιμο ή κούρεμα. 


Μια τρίχα είναι μια τρίχα. Όσο έχει το χρώμα της έχει και τις ελπίδες.

ΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΑ ΨΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ



Το να ξεκινάς να γράψεις κάτι είναι μια περίπλοκη διαδικασία αλλά στη βάση της εξαιρετικά απλή. Ίσως δεν διαφέρει σε τίποτα από το να καταρτίσεις μια λίστα με ψώνια από το σουπερ μάρκετ. Ανοίγεις τα ντουλάπια, βλέπεις τις ελλείψεις, φαντασιώνεσαι συνταγές μαγειρικής και τα υλικά που απαιτούνται, κοιτάς το πορτοφόλι σου και ξεκινάς να γράφεις… ντομάτες, μπανάνες, χαρτί υγείας, παξιμαδάκια, κλπ κλπ.  Μετά βγαίνεις από το σπίτι και κατευθύνεσαι με τη λίστα ανά χείρας. 


Τι γίνεται όμως όταν ξεκινάς να γράψεις κάτι μεταξύ διηγήματος, ποιήματος και του απλά να αραδιάσεις σκέψεις; Ανοίγεις ξανά τα ντουλάπια, βλέπεις τις ελλείψεις, φαντασιώνεσαι συνταγές ευτυχίας και κοιτάς αυτά που έχεις τώρα. Λίγο παρελθόν, λίγο μέλλον και ένα παρόν, το δικό σου, σε βοηθάνε να γράψεις. Η κακή γραφή έγκειται στο γεγονός ότι κάτι δεν έκανες καλά. Είτε αυτό αφορά τη λίστα του σούπερ μάρκετ, είτε ένα διήγημα. Δεν άνοιξες κανένα ντουλάπι, δεν έκανες κανένα όνειρο, δεν μέτρησες τα χρήματα σου. Κάθισες και έγραψες απλά χωρίς να ανασύρεις τίποτε από το παρελθόν, χωρίς να έχεις κανένα όνειρο για το μέλλον, χωρίς καν να γνωρίζεις σε τι κατάσταση βρίσκεσαι. Θολωμένος όπως είσαι γράφεις και γράφεις, πάς και γυρνάς από το σούπερ μάρκετ και αρχίζεις να τακτοποιείς τα ψώνια σε ράφια. Κάπου εκεί συνειδητοποιείς το μέγεθος της βλακείας σου. Πήρες ένα σκασμό χαρτομάντιλα αλλά ποτέ δε χρειάστηκε να κλάψεις.  Πήρες γάλα που λήγει αύριο αλλά εσύ θα είσαι αλλού για να προλάβεις να το πιείς. Πήρες υλικά που δεν φτάνουν για ένα γεύμα αλλά είναι υποχρεωτικά συστατικά για δέκα διαφορετικά πιάτα.  Αγόρασες καινούργια οδοντόβουρτσά αλλά η οδοντόπαστα σου έχει εδώ και καιρό τελειώσει. Πέρα από αυτό ξόδεψες και ξοδεύτηκες παραπάνω από αυτό που άντεχες. 


Στο τέλος δεν έχεις καμία όρεξη να μαγειρέψεις κάτι πέρα από μια μακαρονάδα με αλάτι και απλά να κάτσεις μπροστά στην τηλεόραση περιμένοντας τον χρόνο να αποσυμπιεστεί σιγά σιγά από τα κενά της ζωής σου. 


Η καλή γραφή βάζει τις σκέψεις σου στα ράφια που έχουν αδειάσει, γεμίζοντας τα ξανά.


Η καλή γραφή σε βοηθάει να φτιάξεις μια νόστιμη συνταγή που ποτέ πριν δε γεύτηκες ξανά.


Η καλή γραφή έχει να κάνει με το δικό σου απόθεμα και όχι κάποιου άλλου. 


Τώρα βέβαια το γεγονός πως κάποιος καταφέρνει να κάνει τα σωστά ψώνια ή να γράψει τις σωστές λέξεις δε σημαίνει και κάτι το φοβερό. Δε αλλάζει τη ζωή του εννοώ. Αλλά τουλάχιστον, στο τέλος της ημέρας, ξέρει ότι πήρε και έδωσε τα σωστά. Και που ξέρεις; Όλο και κάποιος φίλος θα έρθει από το σπίτι για να δοκιμάσει κάτι καινούργιο που έχει μαγειρέψει. Όλο και κάποια λάμψη ονείρου θα σχηματίζεται στις κόρες των ματιών του. Όλο και πιο καλά θα αισθάνεται γεμίζοντας ξανά τα ράφια με πράγματα που του λείπουν και του ήταν απαραίτητα. 

Όσο οι λέξεις τσουλάνε μεταξύ κενών ραφιών και νεων συνταγών κάτι καλό βγαίνει συνήθως.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

ΕΛΑ ΠΗΔΑ!



 http://db2.stb.s-msn.com/i/FF/745748E51CED1AF622B399BFD4DFEB.jpg

Θυμόμουν τον θείο μου να φωνάζει από το παγκάκι της παιδικής χαράς που είχαμε πάει τότε μαζί. 


«Έλα πήδα!»


Βρισκόμουν  σκαρφαλωμένος στο μονόζυγο και είχα κοκαλώσει από τον φόβο μου. Δε μπορούσα να αποκάμω με το βάρος μου. Τα μπράτσα μου δεν έφταναν, έξι μόλις χρονών ήμουν. Ένοιωθα να πέφτω και φοβόμουν την προσγείωση. Ο θείος από μακριά μου φώναζε ξανά.


«Έλα πήδα!»


Θυμόμουν ότι ένοιωσα στην αρχή ένα μούδιασμα στους βραχίονες και στη συνέχεια μια σουβλιά στους ώμους μου. Ήταν αρκετά επίμονος ο πόνος. Ήμουν επίμονος και ο ίδιος. Δε παρατούσα ποτέ μια μάχη στη μέση. Είτε αυτό λεγόταν «πάρε μου παγωτό», είτε «πάμε μια βόλτα στην πλατεία», είτε το «κρατήσου από το μονόζυγο». Δε θα τα παρατούσα λοιπόν.   


Κρατήθηκα γερά από το ζεστό μέταλλο της βέργας και έσφιξα τα δόντια μου. Δεν ήθελα να πέσω στο ξεραμένο χώμα. Θα άντεχα. Ήταν κατακαλόκαιρο και μέσα από τα μισόκλειστα μου τσίνορα έβλεπα τον θείο να την έχει αράξει σε ένα σκιερό παγκάκι. Μετά από χρόνια κατάλαβα ότι ο θείος δεν ήθελε να μου κάνει ένα απλό κάζο. Ήθελε να με οπλίσει για αυτό που θα ακολουθούσε μετά. Ο ίδιος είχε δεχτεί δύο τορπιλισμούς στο πλοίο του εμπορικού ναυτικού - ταξίδευε ως μηχανικός  - και είχε μάθει ότι όλος ο κόσμος είναι εν δυνάμει ναυαγισμένος. Μόνο με επιμονή και δύναμη θα μπορούσε κανείς να σωθεί. 


Ο θείος σηκώθηκε από το παγκάκι και πήγε να σταθεί δίπλα μου. 


«Λοιπόν ανιψιέ, τι θα κάνεις τώρα; Δύο λύσεις μόνο υπάρχουν, άντε τρείς αν σε σηκώσω. Μπορείς να προχωρήσεις στην άκρη του μονόζυγου και να τσουληθρίσεις από το κάθετο στήριγμα ή μπορείς και να πηδήξεις. Το ένα θέλει λίγη δύναμη ακόμα και το δεύτερο θέλει λίγη ελπίδα και θάρρος.»


Εγώ τον κοίταζα με την άκρη των ματιών μου και ευχόμουν να μην ήμουν ανιψιός του. Δε καταλάβαινα τότε και πολλά. Ένα παιδί στο κάτω, κάτω δε χρειαζόταν και πολλά για να τα φέρει βόλτα! Είχα κοκκινίσει από την προσπάθεια και το λιοπύρι και έμοιαζα σα τότε που κράτησα την αναπνοή μου μπροστά στο ταμείο του σουπερ μάρκετ, προσπαθώντας να πείσω την μητέρα μου να μου πάρει ένα γλειφιτζούρι. Τότε το σχέδιο μου στέφθηκε με επιτυχία. Η μητέρα μου κατατρόμαξε και η ανάσα μου επανήλθε μαζί με το γλειφιτζούρι που εκείνη έσπευσε να παραχώσει στο στόμα μου.


Ο θείος μου δεν ήταν φτιαγμένος από την ίδια πάστα, παρότι αδελφός της μάνας μου.


«Θείε απλά πάρε με από εδώ. Εντάξει;». Άφησα να μου ξεφύγει μια στριμωγμένη πρόταση σπρωγμένη από τον φόβο μου για την επικείμενη πτώση. Ο θείος δεν ήταν και τόσο εύκολος άνθρωπος. Το κατάλαβα για τα καλά, βλέποντας τον να απομακρύνεται ξανά από το μονόζυγο, από εμένα, από την ίδια μου τη σωτηρία.


«Έλα πήδα, σου λέω»


Μόνο αυτό μου είπε και μετά ξανακάθισε στο δροσερό του παγκάκι, σταυρώνοντας τα πόδια σα μια σφραγίδα στο γεγονός ότι δε θα κουνούσε ούτε το μικρό του δακτυλάκι για να με σώσει από το μαρτύριο. 


Η αλήθεια ήταν ότι είχα τραβήξει τα πάνδεινα από το σόι μου. Ο ξάδελφος μου με είχε αφήσει μέσα στο καρότσι να πάρω τον κατήφορο σε ένα δρόμο της γειτονιάς μου (ακόμα και σήμερα ο φόβος μου δεν έχει σταματήσει να κυλάει). Τα αδέλφια μου με έβαζαν να περπατάω ξυπόλητος στα πυρακτωμένα μάρμαρα της καλοκαιρινής μας βεράντας τα απομεσήμερα που όρεξη δεν είχαν να κοιμηθούν. Μια πρώτη μου ξαδέλφη άφηνε επίτηδες τη φούστα της να σηκώνεται στον αέρα και μένα με την απορία του τι να υπάρχει εκεί πέρα. Ήμουν ο μικρότερος και παράπονο δεν είχα. Είχα όλη την αμέριστη συμπαράσταση και την προσοχή των συγγενών μου. Με πρόσεχαν και με εκπαίδευαν μέρα τη μέρα, βήμα το βήμα. 


…Το τελευταίο που θυμάμαι είναι το «έλα πήδα». Μετά από αυτό ξύπνησα στην αγκαλιά του θείου, στο δρόμο για το σπίτι.


«Θείε που πήγε η παιδική χαρά;». Τον ρώτησα σα μέσα σε λήθαργο.


«Μπράβο ανιψιέ! Τα κατάφερες. Πήδηξες τελικά. Πάμε σπίτι τώρα». Δεν ανέφερε τίποτα για τη λιποθυμία μου και το πώς τελικά προσγειώθηκα αλλά δεν είχε και πολύ σημασία. Στο παιδικό μου μυαλό έμεινε η ιδέα ότι τελικά τα κατάφερα και η αλήθεια είναι ότι από τότε τα κατάφερνα μάλλον καλύτερα. Από εκείνη τη μέρα σκαρφάλωνα μόνος μου στο μονόζυγο και πηδούσα χάμω χωρίς δεύτερη σκέψη.  Από τότε πήγα αμέτρητες φορές στην παιδική χαρά μαζί με τον θείο και ποτέ δε ξανάκουσα να μου φωνάζει «έλα πήδα!». Όλα γινόντουσαν περισσότερο στρωτά. Ο φόβος μου είχε χαθεί. Ο θείος μου το ίδιο. Τον πήραν μαζί τους τα γεράματα και μένα με παρέσυρε ο χείμαρρος της ζωής που όσο πήγαινε και γινόταν περισσότερο ορμητικός.


Τώρα στα σαραντα ένα μου χρόνια είναι σα να τον ακούω και πάλι.
Μου λέει «έλα πήδα!».


Εγώ είμαι ακίνητος ξανά. Παγωμένος, παρότι τα άλματα τα έχω συνηθίσει. Φοβάμαι παλι, Φοβάμαι ξανά. Κλείνω τα αυτιά μου με τα δύο μου χέρια. Δεν ακούω τίποτα πια. Μόνο την ηχώ από το παρελθόν.


Έλα πήδα. Έλα πήδα. Έλα πήδα. Έλα πήδα. Έλα πήδα. Έλα πήδα.
Ελπίδα.