Ο Φίλιππος Γαλιάσος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και έχει αποφοιτήσει από το Ο.Π.Α. To βιβλίο «Δι

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

Η ΑΓΑΠΗ ΠΕΤΑΞΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ


Οι κόρνες των αυτοκινήτων έσβηναν βραχνιασμένα καθώς απομακρυνόμουν από τον αυτοκινητόδρομο. Το αμάξι μου ήταν ακινητοποιημένό στην μεσαία λωρίδα με το καπό του στραπατσαρισμένο και το ψυγείο σπασμένο στα δύο. Έτρεξα γρήγορα έως εδώ, πήδηξα τα κιγκλιδώματα τα εθνικής και βρέθηκα μέσα στο δάσος που με ρουφούσε συνεχώς μέσα στη νύχτα του, και έτρεχε και έσκιζα τα ρούχα μου στις κλάρες και δεν ήξερα που πήγαινα παρά μόνο αισθανόμουν καλύτερα όσο προχωρούσα γιατί οι κόρνες ξεμάκραιναν και το πρόβλημα που είχα δημιουργήσει σιγά σιγά έμοιαζε να μην είναι δικό μου αλλά εκείνων που στεκόντουσαν στην ουρά του μποτιλιαρίσματος.
Ο άντρας ήταν ξαπλωμένος στο δρόμο, λίγα μέτρα μπροστά από το σπασμένο μου αμάξι. Τα υγρά του ψυγείου κυλούσαν προς το μέρος του και παρέσερναν το αίμα που κυλούσε λίγο από το στόμα του καθώς στο πλάι ριγμένο ήταν και πολύ από το στέρνο του που στα δύο είχε χωριστεί από τη σύγκρουση. Όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, τα πράγματα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να τα αξιολογήσω σωστά. Στεκόμουν εκεί και την είδα να βγαίνει από εκεί, να μπαίνουν στο αμάξι της, γελώντας και μετά όλα άρχισαν να εξαφανίζονται σα σπασμένα πίξελς μπροστά μου. Περίμενα λίγο να απομακρυνθούν και έβαλα μπροστά, τους ακολούθησα για να μάθω, τους ακολούθησα γιατί δεν είχα κάτι καλύτερο από αυτό, τους ακολούθησα γιατί ήμουν τρελός για εκείνη και μόλις την είχα δει να βγαίνει γελώντας από το σπίτι και εκείνος να την ακολουθεί ξοπίσω.
Μετά ήταν μια πορεία στην εθνική. Ήταν νύχτα βαθιά, τόσο πολύ βαθιά που το δίχως άλλο σε λίγο ο δρόμος θα έπαιρνε την ζωή και πάλι στην άσφαλτο του. Έβρεχε, ή έτσι τουλάχιστον το φανταζόμουν γιατί προσπαθώντας να διώξω μακριά τη νευρικότητα, πατούσα κάθε είδους κουμπάκι στο αμάξι και ένα από αυτά ήταν οι λειτουργία των υαλοκαθαριστήρων οι οποίοι πηγαινοέρχονταν πέρα και δώθε, παράγωντας έναν μάλλον στριγκό ήχο.
Είχαν περάσει αρκετά χιλιόμετρα και εκείνοι ήταν μπροστά μου ή εγώ επέμενα να βρίσκομαι ξοπίσω τους. Την είχα γνωρίσει τον περασμένο χρόνο και την ερωτεύτηκα σχεδόν αμέσως. Την ερωτεύτηκα όπως οι έφηβοι ερωτεύονται με εκείνο τον ακαριαίο τρόπο τους με μόνη διαφορά πως εγώ απλά γνώριζα λίγα παραπάνω. Εκείνη ήταν η αγάπη που αναλογούσε για την υπόλοιπη ζωή μου. Ή μάλλον, για να το θέσω καλύτερα, ήταν η γυναίκα που με έκανε να είμαι ο εαυτός μου, χωρίς να με ανυψώνει σε βάθρα που δε μου αναλογούσαν αλλά ούτε να με ρίχνει σε βάραθρα που ποτέ δεν είχα στο νου μου να βρεθώ. Όποτε είμασταν μαζί ο χρόνος έκανε τα τικ και τακ του με τον μετρονόμο απέναντι μας σωστό κριτή του χρόνου και η μελωδία κυλούσε και μας στροβίλιζε στα σεντόνια της και έρωτας γλυκύτερος από αυτόν δεν υπήρξε ποτέ γιατί στα σίγουρα σας λέω εγώ τον είχα αγγίξει πρώτος κρύβοντας τον να μη τον κλέψει κανένας άλλος που πιθανώς αναζητούσε παρόμοιες συγκινήσεις.
Όλα καλά υπήρξαν έως αυτή τη νύχτα που την είδα να βγαίνει από το σπίτι εκείνο και να μπαίνει στο αμάξι της με τον άντρα που τώρα ξαπλωμένος είναι μπροστά από το σπασμένο μου αμάξι. Σε μια μόλις στιγμή είδα την πόρτα να ανοίγει και μετά μια φιγούρα να πετά, να πετά, να πετά, να ξεμακραίνει για λίγο ψηλά και μετά να προσγειώνεται πάνω στο αμάξι που οδηγούσα. Και για λίγο μόνο, για μόλις λίγο, αισθάνθηκα πως ο κόσμος αυτός ήταν κομμένος και ραμμένος στα δικά μου μέτρα. Μόλις όμως το αμάξι στρίγγλισε από την σύγκρουση με εκείνο το κακοφορμισμένο, τώρα πλέον, πτώμα, τα πράγματα άλλαξαν ξαφνικά. Η αγάπη μου συνέχισε να οδηγεί και εγώ έμεινα ακινητοποιημένος με τον εραστή της χωρισμένο στα δύο μπροστά μου και καθώς τρομαγμένος έτρεχα μέσα στα σωθικά ενός άγνωστου δάσους, αναρωτήθηκα αν έτρεχα τρελαμένος από την χαρά ή απεγνωσμένα μόνο για να σωθώ από τον ρόλο του μοναδικού υπόπτου.
Τώρα, δύο χρόνια μετά, κλεισμένος σε ένα κελί είμαι πλέον σίγουρος πως έπρεπε να είχα δράσει γρηγορότερα. Καθώς τους έβλεπα να βγαίνουν από το σπίτι και να μπαίνουν στο αμάξι της. Τότε έπρεπε να είχα βγει και να πω ότι σχεδόν έχω πει σε εσάς. Εκείνη δεν ήρθε ποτέ να με επισκεφτεί στη φυλακή και εκείνος ήταν αρκετά μακαρίτης για να μπορεί να διεκδικήσει το οτιδήποτε. Δεν της κρατάω κακία. Για εκείνη ήμουν ακόμα ένας τύπος που έτρεξε μέσα στο δάσος να κρυφτεί. Ίσως υπήρξα περισσότερο τυχερός από τον εραστή της αλλά η ζωή στη φυλακή επιφυλάσσει ένα σωρό εκπλήξεις για να μπορώ με σιγουριά να πω κάτι τέτοιο.
Το μόνο που πλέον μου δίνει δύναμη είναι η σκέψη  πως αν μπορούσα να ξεπαστρέψω με το ρύγχος του αυτοκινήτου μου όλους τους εραστές που θα είχε μετά από μένα τότε ίσως βρισκόμουν ένα βήμα πιο μπροστά από την απόλυτη αγάπη. Ίσως όμως πάλι, αυτή η στιγμή να ήταν μια πραγματικά άβολη στιγμή.

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

ΛΙΓΑ ΑΞΙΖΟΥΝ ΣΤΗ ΖΩΗ...ΕΥΤΥΧΩΣ!



Είναι μια από εκείνες τις φορές που φόρεσα ένα τίτλο πριν ακόμα γράψω το κείμενο. Ο τίτλος αυτός ήταν στο κεφάλι μου από το πρωί. Καθώς ξυπνούσα και έβλεπα το κρεβάτι άστρωτο, τη σκόνη κάτω στο πάτωμα, τα ρούχα άπλυτα και τα πλυμένα ασιδέρωτα. Ένα πραγματικά τεράστιο project! Και ήταν τόσο όμορφη η μέρα έξω. Και προς έκπληξη μου αποφάσισα να μην ασχοληθώ με το οτιδήποτε. «Σήμερα θα ασχοληθώ με τα λίγα που αξίζουν στη ζωή» είπα εσωτερικά, αναφωνόντας εξωτερικά «Αχ τι ωραία μέρα σήμερα, αλήθεια». Και μετά όλα πήγαν ρολόι. Ήταν μια από εκείνες τις λίγες ημέρες που αποφάσισα να μη προσπαθώ να ελέγχω το οτιδήποτε, να αφεθώ για λίγο. Να μην προσπαθώ να κάνω τα πράγματα να λάμπουν με την ψευδαίσθηση πως τα ορίζω. Σήμερα θα κάνω ό,τι θέλω να κάνω. Και πήγα και πήρα υλικά και έφτιαξα δύο χαρταετούς, το μεσημέρι έριξα έναν υπνάκο, άφησα το χρόνο να κυλήσει πάνω μου και δεν προσπάθησα να τον εμποδίσω καθόλου. Αφέθηκα. Και ήταν ωραία, ήταν ρεαλιστικά, ήταν πιο ανέμελα από όσα Σάββατα έχουν προηγηθεί τα τελευταία χρόνια. Και μέσα σε αυτό το φιλοσόφησα και λίγο παρέα με δύο μικρά κορίτσια, τις κόρες μου.
Η μια ήταν αγχωμένη για το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου που είδε στο internet, ενώ η άλλη ήταν αγχωμένη για κάτι που ήξερα πως κανονικά δεν έπρεπε να τη νοιάζει καθόλου. Πιάσαμε την κουβέντα λοιπόν και το πράγμα κατέληξε ως εξής: Αν όντως υπήρχε το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου, τότε σίγουρα θα υπήρχε και το πιο όμορφο λουλούδι του κόσμου. Ρώτησα τότε αν θα ήταν ωραίος ένας κόσμος που θα φύτρωνε μόνο ένα λουλούδι και αυτό θα ήταν το πιο όμορφο του κόσμου. Η απάντηση που έλαβα ήταν ένα κατηγορηματικό ΟΧΙ. Και συνεχίζοντας μετά, αποφασίσαμε όλοι μαζί πως αν το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο επικρατούσε επί των υπολοίπων, εξαφανίζοντας τα, τότε αυτός ο κόσμος δεν θα ήταν και τόσο όμορφος και συνεπώς και τα πιο όμορφα που επικράτησαν θα έχαναν αυτή την ιδιότητα που είχαν κάποτε. Οπότε το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου είναι αυτό που αγάπησε και αγαπήθηκε απλά. Τίποτε άλλο.
Μετά η κουβέντα πήγε στο σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο. Ποιο ήταν άραγε; Για την μία ήταν αυτό, για την άλλη εκείνο και για μένα κάτι άλλο. Κανένας μας δεν απάντησε για την ομορφιά. Τέθηκε τότε το ερώτημα γιατί να αγχωνόμαστε και να προσπαθούμε για πράγματα που οι άλλοι χαρακτηρίζουν ως σημαντικά ενώ σε εμάς μοιάζουν ως αδιάφορα. Γιατί ξοδεύουμε τόση ενέργεια στο να προσπαθούμε να φτάσουμε κάτι το οποίο επί της ουσίας μας είναι παντελώς αδιάφορο και άχρηστο; Γιατί δεν προσπαθούμε απλά να ανακαλύψουμε αυτό το σημαντικό για εμάς, αυτό που μας κάνει να μοιάζουμε όμορφους, αυτό που όταν καταπιανόμαστε γινόμαστε καλύτεροι και σοφότεροι και κυρίως πιο ευτυχισμένοι; Γιατί  μας κοστίζει το να μας κριτικάρουν αρνητικά σε κάτι που δεν μας ενδιαφέρει να είμαστε καλοί;
Η μέρα έξω ήταν κατάλληλη. Ήταν ο ήλιος μεγάλος και κίτρινος και έμοιαζε σα να μας προστατεύει αλλά όχι μόνο αυτό. Ήταν σα να γνώριζε τα πάντα, βλέποντας τα από εκεί ψηλά. Και εμείς βγαίναμε έξω και γελούσαμε και μιλούσαμε και είχαμε τα άγχη μας και τις μικρότητές μας αλλά όσο ο ήλιος ήταν στρογγυλός, ζεστός και κατακίτρινος από θέρμη ξέραμε πως όλα μια μέρα θα τα φέρναμε στα δικά μας μέτρα. Πιο κοντά σε αυτό που έβλεπε κανείς από εκεί πάνω ψηλά. Κάποια μέρα θα γινόμασταν αυτό που ήταν σημαντικό για εμάς και όχι κάτι που ακούσαμε πως ήταν σημαντικό.
Κάποια μέρα θα ξυπνούσαμε και θα λέγαμε πως ευτυχώς, αυτά που αξίζουν στη ζωή είναι λίγα. Όχι πολλά. Αυτά που αξίζουν στη ζωή είναι αυτά που είναι σημαντικά για εμάς. Και ευτυχώς τα σημαντικά είναι λίγα ακριβώς γιατί είναι σημαντικά. Ευτυχώς.