Ο Φίλιππος Γαλιάσος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και έχει αποφοιτήσει από το Ο.Π.Α. To βιβλίο «Δι

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

ΤΩΡΑ ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΑ


Ξύπνησα μέσα από εκείνο το όνειρο. Ιδρωμένος, στη μέση της νύχτας, για άλλη μία φορά στον καναπέ. Το παντζούρι του δωματίου ήταν ορθάνοιχτο και πήγα και στάθηκα μπροστά του. Κοίταξα έξω. Άγγιξα το ιδρωμένο από το κρύο τζάμι γιατί είχα δει να το κάνουν και στις ταινίες. Μου άρεσε. Αυτή η αίσθηση εννοώ. Με βοήθησε το παγωμένο κρύσταλλο στην παλάμη μου. Ήταν σαν πρωινός καφές μα ήταν μόνο βράδυ ακόμη. Έξω ήταν η νύχτα. Στατική, λίγα φώτα μόνο στους δημοτικούς λαμπτήρες των πεζοδρομίων. Τα αμάξια λιγοστά και η πόλη έπαιρνε τις ανάσες της. Για άλλη μια φορά ξυπνούσα στο κέντρο της πόλης. Της νύχτας.  Ακόμα πιο κεντρικά βρισκόμουν εγώ με τη μία μου παλάμη να γλιστρά πάνω στο παράθυρο.
Τι ήταν αυτό το όνειρο; Πως και το θυμόμουν ακόμη; Δεν ήταν ούτε φόβος εφιάλτη μα ούτε το άγχος μιας ανεκπλήρωτης υποχρέωσης που έσουρνε το κύμα της καθημερινότητάς μου. Ήταν κάτι μεγαλύτερο από όλα αυτά. Κάτι σαν κρυφοκοίταγμα στο απαγορευμένο δωμάτιο του σπιτιού. Σαν άγιος να κρατά μαχαίρι. Όλα είχαν έρθει τα πάνω κάτω. Και η σκέψη δεν έλεγε να κατακάτσει μέσα μου, να ηρεμήσει, να φύγει, να χαθεί. Δεν την άντεχα αυτή την οπτική. Τι είχα δει; Ένας δικός μου άνθρωπος που είχε πεθάνει από χρόνια τώρα, με κοίταζε από τον ουρανό. Για κάποιο περίεργο λόγο εγώ άκουγα τις σκέψεις, τις λέξεις, τα αισθήματα του για μένα. Δεν είχα φερθεί όπως θα έπρεπε σε αυτόν. Δεν είχα πράξει τα ανάλογα ούτε είχα κάνει το παραμικρό από όσα τώρα πλέον σκέφτομαι πως θα ήθελα να είχα κάνει.
Με κοίταζε λοιπόν, από εκεί ψηλά ή από κάπου αλλού και ενώ πάντα μου πίστευα πως όσοι φεύγουν μακριά αποκτούν την ικανότητα να συγχωρούν τα πάντα, εκείνος δεν συγχώρησε, όσα έκανα αλλά κυρίως δεν συγχώρησε όσα θα μπορούσα να είχα κάνει αλλά δεν έκανα. Και αισθάνθηκα μετά πως αν τελικά έτσι πάει, αν όσοι φεύγουν η πίκρα παγώνει μέσα τους, τότε παράδεισος δεν πρέπει να υπάρχει. Είχα συνηθίσει βλέπετε να θεωρώ πως σαν πετά κανείς μακριά όλα τότε γίνονται πολύ μικρά γιατί μια μεγαλύτερη εικόνα του συνόλου κυριαρχεί. Το όνειρο με διέψευσε. Όσα λάθη κάνουμε τα κουβαλάνε μαζί τους οι άνθρωποι που μας αφήνουν, που μας αγάπησαν και επειδή δεν είχαμε την πολυτέλεια της σωστής ψυχολογίας, δεν το ανταποδώσαμε ποτέ.
Δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω σωστά. Είναι σα τη γνωστή ατάκα «Αγάπη μου να σου εξηγήσω» όταν η γυναίκα σου σε πιάνει να κυλιέσαι στα πράσα με κάποια άλλη. Θα προσπαθήσω όμως να το πω αλλιώς: Όλοι μας γνωρίζουμε πως έχουμε κάνει λάθη στη ζωή μας. Φτάνουμε -αρκετοί, όχι όλοι- σε κάποιο σημείο που αισθανόμαστε πως έχουμε αλλάξει, όχι γιατί έπεσε ένας κεραυνός γνώσης πάνω μας, αλλά κυρίως γιατί μεγαλώσαμε, κάναμε τον κύκλο μας και μπορούμε να ξεψαχνίσουμε πιο λεπτομερειακά τα πράγματα. Όταν λοιπόν φτάνουμε σε αυτό το σημείο, αισθανόμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Και οι καλύτεροι άνθρωποι μπορούν να συγχωρούν. Οι καλύτεροι άνθρωποι θέλουν να πάνε πιο μακριά από μια σφηνωμένη μαύρη σκέψη και επειδή αισθάνονται πως μπορούν τελικά οι ίδιοι να συγχωρέσουν, πιστεύουν πως μπορούν και οι υπόλοιποι να τους συγχωρέσουν. Και αν στη γη αυτό μοιάζει ίσως πολύ δύσκολο, στα ουράνιο είναι σχεδόν ένα κεκτημένο. Φανταστείτε όλους εκείνους που έχετε φερθεί σκάρτα να το κρατάνε Μανιάτικο στον παράδεισο. Τότε ποιος ο λόγος να γινόμαστε καλύτεροι; Γιατί να μπορούμε να συγχωρούμε;
Όταν λοιπόν ξύπνησα είχα διάφορές  γεύσεις στο στόμα μου.
Η πρώτη ήταν πως τα πράγματα ήταν έτσι. Παράδεισος δεν υπάρχει και όλοι εκείνοι που φεύγουν αποτραβιούνται σε μια μαύρη τρύπα, δεν μπορούν να δουν κανέναν από τους ανθρώπους που συναναστράφηκαν πριν. Αποτραβιούνται μαζί με όσα μπαγκάζια τους άφησαν οι ζωντανοί. Και σαν περάσουν αυτή τη μαύρη τρύπα τότε η πόρτα κλείνει πίσω τους και δεν υπάρχει καμιά μνήμη. Μόνο μια πίκρα πως αυτό το επεισόδιο δεν γυρίστηκε σωστά.
Η άλλη γεύση ήταν πως οι άνθρωποι εκείνοι έκλεισαν τον κύκλο τους με τη γνώση πως δεν κατάφεραν να τον ολοκληρώσουν. Και σαν ανέβουν εκεί ψηλά βλέπουν, ακούν και μαθαίνουν τα πάντα. Και είναι παντελώς ανίκανοι να συγχωρέσουν. Δεν το κάνουν από κακία, απλά δεν έχουν πλέον αυτή την ικανότητα.
Στη συνέχεια μου ήρθε μια γεύση πιο αισιόδοξη. Αν τελικά ήταν έτσι τα πράγματα τότε έπρεπε να προκάνουμε να πράξουμε τα σωστά όσο ακόμα ζούμε. Να γίνουμε ωραίοι άνθρωποι, με χαμόγελα λαμπρά που να μπορούν να διαγράφουν με άνεση το παρελθόν, προς χάρη ενός λυτρωτικού μέλλοντος.
Αλλά τώρα τα λέω αυτά. Τώρα τα σκέφτομαι. Και όσο και να τα σκεφτώ δεν ξέρω πατέρα πως μπορώ τώρα να δείξω όλη αυτή την αγάπη που μάζευα για σένα όλα αυτά τα χρόνια. Σαν εσύ έφυγες και εγώ ήμουν ένα άγουρος άνθρωπος που δεν ήξερε να συγχωρεί, και να αγαπά. Ελπίζω μόνο πως υπάρχει παράδεισος. Ελπίζω εσύ να είσαι εκεί και όσοι τώρα είστε εκεί να έχετε αυτή την ικανότητα να συγχωρείτε αλλά πολύ περισσότερο να έχετε την ικανότητα να βλέπετε την αγάπη που ποτέ δεν εκφράστηκε να φυτρώνει σαν εσείς φύγατε.
Έτσι θέλω να πιστεύω πως συμβαίνουν τα πράγματα. Για να έχει και αυτός ο κόσμος ένα κάποιο νόημα.  Για να μπορώ να σου πω πόσο τώρα σε αγαπώ.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

ΓΙΟΥΚΑΛΙΛΙ

Αποτέλεσμα εικόνας για ukulele in sea
Κάποτε έπαιζα στην αγάπη μου σκοπούς με ένα γιουκαλίλι. Περνούσαμε όμορφα, ανάβαμε φωτιά στην παραλία και καθόμασταν δίπλα δίπλα. Εγώ γρατζουνούσα και εκείνη ακολουθούσε με τη φωνή της. 
Κάποια ημέρα το γιουκαλίλι έχασε τη μια του χορδή. Συνέβη τη στιγμή που τα είχα δώσει όλα και το ένα άκρο της χορδής που έσπασε, πήγε και την βρήκε στο ένα της μάτι. 


Μετά από μερικούς μήνες στο νοσοκομείο, ξαναπήγαμε στην παραλία, ανάψαμε φωτιά, εκείνη πλέον με ένα μάτι και εγώ με ένα γιουκαλίλι που είχε μια χορδή λιγότερη. Προσπαθήσαμε ξανά να αυτοσχεδιάσουμε μέσα στη νύχτα αλλά δεν ήταν το ίδιο. Έμοιαζε πως φοβόμασταν μη μας ακούσει κάποιος. Εγώ κρατούσα το γιουκαλίλι σαν χειροβομβίδα που με νάζι είχε πετάξει την περόνη της και εκείνη είχε καθίσει κάπως απόμακρα, σα να περιμέναμε δύο με τρεις ακόμα τους οποίους θα βάζαμε ανάμεσα μας.


Μετά από εκείνη τη μέρα που η χορδή είχε σπάσει, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Εγώ πλέον έδινα περισσότερη προσοχή στην τεχνική, σκεφτόμουν πως οι υπόλοιπες χορδές έμοιαζαν περισσότερο πολύτιμες καθώς καλούνταν να επιτελέσουν ένα έργο που πριν ερχόταν εις πέρας με περισσότερες.
Και νομίζω πως την αγάπησα από τότε πιο πολύ. Έτσι καθώς με κοιτούσε με το ένα της μάτι να κτυπάω τις χορδές με το δεξί μου χέρι. Δεν μπορούσαμε να αποχωριστούμε τον ήχο που έβγαζε αλλά ούτε τις νύχτες που ήμασταν μαζί. Απλά προσέχαμε λίγο περισσότερο και δίναμε περισσότερο βάση στη μελωδία. 


Κάπως έτσι εξελιχθήκαμε μουσικά και ερωτικά. Το πρώτο μάλιστα έγινε και το επάγγελμά μας και πάνε χρόνια τώρα που γυρνάμε τον κόσμο δίνοντας συναυλίες.
Και σαν τύχει να πρέπει να αλλάξω χορδές πάντοτε πετάω τη μια,΄αφόρετη, έτσι όπως είναι τυλιγμένη και καινούργια. Ναι εκείνη που είχε σπάσει. 


Αν ποτέ έχετε προσπαθήσει να παίξετε γιουκαλίλι καθώς είστε ερωτευμένοι τότε το δίχως άλλο θα έχετε παρατηρήσει πως οι νότες ποτέ δε στερεύουν σα τύχει κάποια χορδή να σπάσει.