Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

ΧΑΠΙ - BIRTHDAY



 

Από κάποια χρονιά και μετά θυμάμαι ότι σταμάτησα να τρώω τούρτα στα γενέθλια μου. Θέλεις το σάκχαρο, θέλεις το ότι αυτή γέμιζε με μικρές τρυπούλες από τα πολλά κεράκια και έκαναν αφρό την μπουκιά μου, εγώ σταμάτησα να τσιμπολογάω κομμάτια και κομματάκια. Έριχνα ένα φύσημα μόνο, πασπαλισμένο με μπόλικο αδέξιο χαμόγελο και άρχιζα να εξαφανίζω τα κεράκια από την τούρτα και να καλύπτω τις τρυπούλες με την περιφερόμενη σαντιγί της επιφάνειας της. Το έγκλημα είχε γίνει αλλά εγώ θα το κάλυπτα!


Μετά ξεκινούσε η μουσική και εγώ δώστου να χορεύω και να τραντάζομαι. «Κοιτάξτε με καλέ τι fit που είμαι. Θα το λέγατε ποτέ ότι σήμερα κλείνω τα …Σσσσσς». Τι Clash, τι David Bowie με τα «lets dance”. Γινόμουν το επίκεντρο του πάρτι. Η γραβάτα μου χοροπηδούσε, οριζοντιωμένη με την πίστα και τα κόκκαλα μου έτριζαν σα κάποιος να είχε φτιάξει ένα εργαλείο με αυτά.  Το χαιρόμουν όμως, το πάλευα αρκετά και πάντα πετούσα τα κεράκια στα σκουπίδια και τη σακούλα την έδινα στον τελευταίο επισκέπτη να την πετάξει στο κάδο, σφιχτά κλεισμένη. 


Την επόμενη μέρα ξυπνούσα πιασμένος. Τις καλές χρονιές η επόμενη ημέρα έπεφτε Σάββατο ή Κυριακή και ραχάτευα στριφογυρνώντας στο κρεβάτι. Τις άσχημες χρονιές, απλά ένοιωθα ότι μεγάλωνα. Πιασμένος παντού από τον show of χορό μου και προσπαθώντας να κουνήσω έστω και ένα μου ρουθούνι, σηκωνόμουν βαριεστημένα από το κρεβάτι και ετοιμαζόμουν για τη δουλειά.  
«Τώρα τι κατάλαβες μαλάκα;». Η κλασική μεταγενεθλιακή ερώτηση της αμέσως επόμενης ημέρας. Την έκανα συνήθως μπροστά στον καθρέπτη όσο ξυριζόμουν και έριχνα το βλέμμα μου χαμηλά μήπως και πεταχτεί κανείς και μου απαντήσει. Ρευόμουν λίγο μπακάρτι-σόδα και πίτσα από το delivery της γειτονιάς, πιάνοντας τα παχάκια μου με τα γυμνασμένα μου νύχια και ορμούσα για την προετοιμασία του εσπρέσο  μου γεμάτος με την ενέργεια όσο κεριών είχα σβήσει την προηγούμενη ημέρα.


Στη δουλειά κανείς δεν αναφερόταν ξανά στο γεγονός και κάπου εκεί καταλάβαινα το πόσο καλούς συναδέλφους έχω. Το απόγευμα όμως, της επόμενης ημέρας,  με το που επέστρεφα στο σπίτι, καταλάβαινα το αν μεγάλωσα τελικά και το πόσο. Όταν τα δώρα από κόκκινα μποξεράκια γινόντουσαν γραμμωτές πιτζάμες, όταν ένα βιβλίο γινόταν hands free για το κινητό, όταν οι σαγιονάρες με τον Bob Marley στο κέντρο της Τζαμάικα γινόντουσαν καπιτονέ καφέ παντόφλες τότε ήταν που άρχισα πραγματικά να ανησυχώ. 


Δεν είπα ποτέ τίποτε και σε κανέναν. Κέρδισα με μάχη τον αγώνα για το δικαίωμα μου στο «ένα μόνο κερί στην τούρτα» και στο cd  player έβαζα ψαγμένη μουσική που μόνο αν κάποιος είχε πάρει ναρκωτικά θα κατάφερνε να χορέψει. Τα δώρα λιγόστευαν μαζί με τους φίλους, τα χρόνια περίσσευαν μαζί με τα όνειρα μου. 


Σε ένα πράγμα έμεινα στα σίγουρα σταθερός. Ποτέ δεν έφαγα ολόκληρο το κομμάτι από την τούρτα μου. Πάντα ήταν κρέμα και ‘γω δε τη γούσταρα την κρέμα. Μόνο τη σοκολάτα ποθούσα διακαώς. Αλλά δε χρειαζόταν όλο αυτό το πανηγύρι για να τη γευτώ! Γι’ αυτό τώρα και γλύφω τα δάκτυλα μου έχοντας καταπιεί μια ΙΟΝ αμυγδάλου χωρίς κανείς να ξέρει το γιατί και το πότε έχω γεννηθεί. Για το εάν παίρνω χάπι για το ζάκχαρο μου ή όχι. Έτσι είναι καλύτερα δε νομίζετε;

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

ΠΕΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ ΠΕΤΣΕΤΑ.

http://eyelands.gralt











«Ναι, φυσικά! Έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα αστυνόμε μου. Που λέτε εκείνος …»
Ο αστυνόμος άκουγε βαριεστημένα την αφήγηση της εβδομηντάχρονης, προσπαθώντας να εξολοθρεύσει μέσα στο τασάκι την τελευταία λάμψη από το τελευταίο τσιγάρο, της τελευταίας βάρδιας, της τελευταίας του εβδομάδας στην υπηρεσία. Θα έπρεπε να γιορτάζει τη συνταξιοδότηση του μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους αυτή την ώρα. Οι συνάδελφοι όμως είχαν μετατεθεί και αποσπαστεί. Είτε είχαν βγει σε πρόωρη συνταξιοδότηση. Δύο έμειναν όλοι και όλοι στο τμήμα.
«Για ποιο λόγο πιστεύετε ότι σας έκανε κάτι τέτοιο; Γνωρίζατε τον δράστη, είχατε προηγούμενα μαζί του;»
«Πρώτη φορά τον είδα στη ζωή μου. Δεν ξέρω γιατί το έκανε. Τώρα είναι αργά όμως… δεν έχω πρόσωπο να βγω στην κοινωνία. Πιάστε τον μόνο. Σας έχω δώσει λεπτομερειακή περιγραφή. Δεν μπορεί να έχει φύγει από το νησί. Κάντε κάτι επιτέλους!»
«Μα για ποιόν λόγο να τον συλλάβουμε;»
«Η ζωή μου μετά από αυτό το μπάνιο έχει γίνει κόλαση αστυνόμε. Θα τον συλλάβετε γιατί με έκανε δυστυχισμένη. Με προσέβαλε.»
«Σας έκλεψε κάτι;»
«Ε… όχι»
«Σας χτύπησε;»
«Θα του έδινα μια αν τολμούσε κάτι τέτοιο που θα έβλεπε τον ουρανό σφοντύλι.»
«Τότε; Για ποιόν λόγο να τον συλλάβουμε;»
«Προς παραδειγματισμό των υπολοίπων.»
«Νομίζω ότι δεν αρκεί αυτό. Στο κάτω, κάτω ένα παιδί ήταν μόνο.»
«Ο σατανάς ο ίδιος ήτανε, και αν εσείς τον αφήσετε ελεύθερο θα μας κυβερνάει μια μέρα.»
Ήταν η ώρα που τελείωνε η βάρδια του. Άναψε άλλο ένα τσιγάρο, δίνοντας έτσι παράταση στην καριέρα του. Η Ελλάδα έβραζε, ο ίδιος κόχλαζε, τίποτε δεν ήταν σωστό, όλα τρεμόπαιζαν τριγύρω, ακόμα και η ελπίδα η ίδια. Θα πήγαινε σπίτι του μετά και αυτό θα ήταν άδειο ξανά. Πώς να τα φέρει βόλτα με τη μοναξιά; Ούτε ένα πάρτι αποχαιρετισμού βρε διάολε!
«Κυρία μου είναι μόνο ένα δωδεκάχρονο παιδί!»
«Ναι αλλά μη ξεχνάτε τι μου έκανε. Ολόκληρη η παραλία εμένα κοίταζε.»
«Εχμ…συγγνώμη που ρωτάω αλλά…»
Σε αντίθεση με τις λέξεις, η καπνισμένη τούφα βγήκε γενναία από το στόμα του.
«Τι;»
«Ε, να…δεν φορούσατε τίποτα;»
«Μα σας το είπα. Μόλις βγήκα στην παραλία και είχα τυλίξει την πετσέτα γύρω μου για να αλλάξω. Το τρελόπαιδο περίμενε τι στιγμή που θα έβγαζα το μαγιό μου και τσούπ μου την τράβηξε. Πόσες φορές να σας το πω!»
«Μπορεί κάποιος να βεβαιώσει τα λεγόμενα σας;»
«Όλο το ΚΑΠΗ. Εγώ δε τολμάω να γυρίσω εκεί. Ας τους ρωτήσετε ο ίδιος. Ακόμα πρέπει να γελάνε.»
Το τσιγάρο φεγγοβολούσε στα κιτρινισμένα δάκτυλα του αστυνόμου. Εδώ και χρόνια ήταν η παρέα του. Πάφα και μια βάρδια, πούφα και άλλη μια μοναχική νύχτα στο σπίτι.
«Έχω μια ιδέα.»
«Πείτε μου.»
«Ελάτε σήμερα το βράδυ στο σπίτι μου. Ζω μόνος μου. Μη ξαναγυρίσετε στο ΚΑΠΗ. Αφήστε αυτό το παιδί, και τη διάθεση του για κάζο. Η ζωή είναι μικρή και όσες πετσέτες και να τραβήξουμε ποτέ δεν αρκεί για να εισπραχθεί η χαρά που τόσο θέλουμε. Ελάτε. Έχω μαγειρέψει μακαρόνια με κιμά. Η σπεσιαλιτέ μου.»
Η γυναίκα τον κοίταξε για λίγο και έσφιξε την πετσέτα στα χέρια της.
«Μόνο να μη καπνίζετε μέσα στο σπίτι. Εντάξει;»

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

ΤΟ ΕΚΠΤΩΤΟ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ



-Από εδώ πάμε για τον παράδεισο;
Ήταν ένα μικρό μυξιάρικο Χερουβείμ που προσπαθούσε να βρει τον δρόμο του.

-Τι λες για μια μπύρα;
Το Χερουβείμ με κοίταξε και ξερογλείφτηκε. 

-Δεν είναι και άσχημη η ιδέα σου. Έως ότου φτάσω στον παράδεισο δεν είναι και κακή ιδέα μια στάση για ξεδίψασμα.
Σέρβιρα την μπύρα με μπόλικο αφρό, σα συννεφάκια τουρλωτά και του την πάσαρα.

-Λοιπόν; Πως σου φαίνεται;
Είπα και σήκωσα και το δικό μου ποτήρι.

-Μια χαρά.
Τη ρούφηξε σα να έπινε νεράκι. Λογικό ακουγόταν γιατί η βροχή πάντα έπεφτε από κάτω του και πρέπει να ήτανε για χρόνια διψασμένο.

- Σε ευχαριστώ αλλά έχω αργήσει. Έχεις ιδέα κατά που πέφτει ο παράδεισος γιατί με τα πολλά  πέρα δώθε χάθηκα για τα καλά.

-Και ‘γω κατά κει πάω. Περίμενε λίγο και ακολούθα με μετά. Θα σε πάω εγώ στο πιτς φυτίλι. 

-Βάλε τότε άλλη μια.
Η μια ακολούθησε την άλλη και το Χερουβείμ όταν βγήκαμε στο φως της ημέρας, τρέκλιζε για τα καλά.  Είπα τότε:

-Κοιτά να δεις, εμένα ο παράδεισος μπορεί να με περιμένει. Εσύ όμως άργησες γι’ αυτό και σε έφερα κατευθείαν εδώ. Πρέπει να φύγω τώρα. Θα τα ξαναπούμε. Κάποτε θα σε βρω ξανά ή θα με βρεις εσύ πρώτο. 

Έστριψα να φύγω δίχως να ξέρω ποιος έλεγε ψέματα σε ποιόν.  Δεν ήξερα αν ξεγέλασα ένα ξεπεσμένο Χερουβείμ ή αν βρισκόμουν στον παράδεισο κιόλας.  Ήξερα ότι αν έβρισκα τη λύση θα αισθανόμουν τελείως καλά ή τελείως χάλια. Δε ρίσκαρα για άλλη μια φορά σε αντίθεση με τα Χερουβείμ που έκοβαν βόλτες εδώ και κει.

ΑΠΛΩΜΑ



Βγήκε για ένα τσιγάρο στο πίσω μπαλκόνι που κοιτούσε στον ακάλυπτο. Ο καιρός ήταν τυπικά ανοιξιάτικος και κείνος φορούσε ένα μαύρο βαμβακερό μπλουζάκι. Πάτησε τον αναπτήρα και τράβηξε την πρώτη τζούρα, αφήνοντας τη στη συνέχεια να αιωρηθεί τριγύρω από τις αχτίδες του ήλιου. Ήταν μια μέρα με λίγη δουλειά και πολλές σκέψεις. Ατένισε τριγύρω, απολαμβάνοντας το τσιγάρο του. Είδε τους ηλιακούς στις στέγες, τις κεραίες που συνδέονταν σε τηλεοράσεις που έπαιζαν σε φόντο νοικοκυρέματος σπιτιών. Κοιτούσε τους πεσμένους σοβάδες και την ξεραμένη μπογιά των τοίχων να χάσκει στο κενό. Παρατηρούσε τη μούχλα γύρω από τις υδρορροές και τις μαυρισμένες καμινάδες των τζακιών από το κάψιμο των ξύλων ενός αδυσώπητου οικονομικά χειμώνα. Το βλέμμα του κατέβαινε και το τσιγάρο εξατμιζόταν.

Τίναξε την στάχτη στο τασάκι που υπήρχε στο μπαλκόνι, την ίδια στιγμή που οι σειρήνες ακούστηκαν. Ήταν συνηθισμένο το φαινόμενο στο κέντρο της Αθήνας και δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.  Σειρήνες από περιπολικά και ασθενοφόρα. Σειρήνες από συναγερμούς διαμερισμάτων και αρχαίες Σειρήνες που περίμενες να σε μαγέψουν και να σε πάρουν μακριά από εδώ. Σε λίγο θα χάνονταν από το ακουστικό του πεδίο και η ζωή θα συνεχιζόταν και πάλι. Αυτές οι σειρήνες όμως δε κορυφώθηκαν πριν αρχίσουν να εξασθενούν. Έμοιαζε σα να σταμάτησαν εδώ τριγύρω. Κορυφώθηκαν στο εδώ και τώρα. Τράβηξε άλλη μια τζούρα και σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να μπει ξανά στο γραφείο για να στείλει την προσφορά που είχε ήδη ετοιμάσει.

Σκύβοντας για να λιώσει τη γόπα στο τασάκι πρόσεξε με την άκρη του ματιού του όλα εκείνα τα σχοινιά που ήταν δεμένα στα μπαλκόνια για το άπλωμα των ρούχων. Ήταν όλα τους κομμένα, χάσκοντας αιωρούμενα στις διαθέσεις του λιγοστού ανέμου που κατάφερνε να τρυπώσει στον ακάλυπτο. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα έστεκαν μια χαρά στη θέση τους.  Το θυμόταν καλά γιατί του είχε κάνει εντύπωση μια γριούλα η οποία άπλωνε τα ρούχα της στην έκτη σειρά των σχοινιών. Την είχε δει την προηγούμενη εβδομάδα. Ακροβατούσε με τα τεντωμένα της πέλματα να απλώσει ένα βρακί στην τελευταία σειρά των τεντωμένων σχοινιών. Μικρά διαμερίσματα, μικρά μπαλκόνια, πολλά τα ρούχα. Ακροβατούσε μεταξύ ζωής και θανάτου για ένα μονάχα εσώρουχο. Ένα εσώρουχο που έπρεπε να φορεθεί, να πλυθεί και να στεγνώσει.

Ενστικτωδώς έριξε το βλέμμα του όροφο τον όροφο, σηκώνοντας τον κορμό του μακριά από την πεθαμένη του γόπα. Σε κάθε όροφο υπήρχαν πιασμένα ρούχα με μανταλάκια τα οποία κρεμόντουσαν πάνω σε κομμένα, από τη μια πλευρά, σχοινιά. Είδε έναν τύπο να καβαλάει την μάντρα του ακάλυπτου και να πλησιάζει στη βεράντα του ισογείου που υπήρχε κάτω από τη συστάδα των εκκρεμών πλυμένων ρούχων. Τότε ήταν που πρόσεξε εκείνη τη γριούλα ξαπλωμένη σε μορφή τελικού σίγμα στο δάπεδο της βεράντας του ισογείου, κρατώντας στο χέρι της ένα τσούρμο από ρούχα. Ίσως από ένα από κάθε όροφο.  Να μη τα πολυλογώ, εκείνη η γριούλα δέχτηκε τις πρώτες βοήθειες από τον ασπροφορεμένο νοσοκόμο αλλά ήταν ήδη πολύ αργά για την οποιαδήποτε βοήθεια. Πήρε μαζί της μια αγκαλιά φρεσκοπλυμένα ρούχα για να περάσει στην αντίπερα όχθη και ίσως να ένοιωθε κάπως ευτυχισμένη τώρα που με καθαρά ρούχα θα βρισκόταν εκεί.  Συνηθισμένη να ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου για κάτι το τόσο επιπόλαιο, όπως ήταν το άπλωμα των ρούχων, δε θα έδινε σημασία σε ένα χαμό. Είχε μάθει στη ζωή της να μη δίνει σημασία στις λεπτομέρειες. Είχε θάψει ένα σύζυγο και τα παιδιά της πάνε χρόνια τώρα που δεν την είχαν επισκεφτεί. Το μόνο που μετρούσε ήταν να είναι φρεσκοπλυμένη και καλοσιδερωμένη για την Κυριακάτικη λειτουργία στην εκκλησία της ενορίας της. Βουβά θα μετρούσε τις μέρες, βουβά θα έτρωγε, βουβά θα έπλενε τα ρούχα και βουβά θα τα άπλωνε. Ακόμα και στην πτώση της δε πρέπει να έβγαλε ούτε ένα αχ. Οι άνθρωποι, οι μόνοι,  έχουν μάθει να τα λένε από μέσα τους. Δεν έχουν την ανάγκη να ακουστούν. Αξιοπρεπείς ακόμα και στις τελευταίες τους πτώσεις, δε θέλουν να ενοχλήσουν. Απαρατήρητοι πέρασαν τη ζωή τους, απαρατήρητοι φεύγουν. Πόσο θα ήθελε να μην είχε ρημάξει τα σχοινιά των γειτόνων! Κουβάλησε αυτό το μαράζι μαζί της!

Ο νοσοκόμος της άνοιξε το χέρι που κρατούσε τα ρούχα και τα απέθεσε παραδίπλα. Αυτό το ταξίδι της θα ήταν τελικά χωρίς αποσκευές. Σήκωσε το κεφάλι της και τρείς στάλες αίματος έσταξαν από το στόμα της. Ο δεύτερος νοσοκόμος ήρθε μαζί με το φορείο, βοήθησε τον πρώτο να την ακουμπήσουν εκεί. Κάποτε στην πλάκα της θα γραφόταν με αόρατα γράμματα το "πέθανε στο καθήκον". Με χαραγμένα όμως στο μάρμαρο ανεξίτηλα γράμματα θα γραφόταν "1930-2013, η Τάδε". Πόσο λίγη φαντασία έλειπε από τον κόσμο αυτό;

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

ΣΒΗΣΕ ΤΗ ΛΑΜΠΑ






Κανείς γεννημένος επι Γης δε κατάφερε ποτέ να φτάσει τα αστέρια. Δεν θέλει μουσαφίρηδες ο ουρανός γιατί τα φέρνει βόλτα μια χαρά έτσι όπως είναι. Αν ήταν έτσι θα γεννιόμασταν στα αστέρια. Θα φωτίζαμε το σύμπαν και θα στροβιλιζόμασταν στο άπειρο. Θα είχαμε ένα σαφή σκοπό και ένα απέραντο μεγαλείο. Θα ξέραμε το πότε, το πως και το γιατί. 


Όμως,  δε γεννηθήκαμε παρά μόνο σε ένα μαιευτήριο ή σε κάποιο ταξί σαν άλλοι Tom Waits. Μονόκλινο, δίκλινο, με μαία ή χωρίς. Έπρεπε κάπως να έρθει μια ελπίδα ονείρου και σε ένα πλανήτη που δε φεγγοβολάει στο σύμπαν. Εφεύραμε το ρεύμα και ανάψαμε τις λάμπες. Για όλα τα υπόλοιπα θα χρειαζόταν λίγη προσπάθεια ακόμα. Τα αστέρια μπορούσαν να περιμένουν μαζί με το πότε, το πως και το γιατί. Είχαμε άλλα να λύσουμε στο μεταξύ.


Πάντα μας άρεσαν τα μεγάλα βήματα όμως. Κοιτάζαμε τα αστέρια και νοιώθαμε σα να τα είχαμε κιόλας αγγίξει. Μια υπέρμετρη φαντασία αγκαλιά με μια απροθυμία να δώσουμε λίγη λάμψη τριγύρω. Έπρεπε όλα να έχουν φτιαχτεί για εμάς. Να μας προϋπαντήσουν με γιρλάντες και ντουντούκες. Πριν ξεκινήσουμε το ταξίδι στα άστρα, νιώθαμε σαν να είχαμε κιόλας φτάσει.


Δεν ασχοληθήκαμε ποτέ με το γιατί ένα άστρο φέγγει, θέλαμε μόνο να το πιάσουμε. Δεν ασχοληθήκαμε με τον δρόμο παρά με το τέρμα. Κάπως έτσι το τέρμα ποτέ δε τερμάτισε και οι δρόμοι ανεξερεύνητοι μείνανε.  Κάπως έτσι πέσαμε από εκεί ψηλά, παρότι ποτέ δε φτάσαμε τόσο.


Τα άστρα κάνουν την αυτοκριτική τους που και που. Τον Αύγουστο κυρίως που χάνονται μέσα στα βλέμματα μας με τάσεις αυτοκτονικές. Η αυτοκριτική πάντα μας έπεφτε δύσκολη και κάπως σκοτεινή ιστορία. Εμείς προτιμήσαμε τα ωραία και τα φωτεινά.  Η αυτοκριτική μπορούσε να περιμένει, ο δρόμος το ίδιο. Τα αστέρια γνωρίζαμε ότι πάντα θα μας περιμένουν. Ήμασταν φτιαγμένοι για κάτι μεγάλο και φωτεινό.


Τα άστρα πέφτουν αφήνοντας μια γραμμή φωτός στη μαύρη νύχτα. Ακόμα και την τελευταία στιγμή φωτίζουν τριγύρω. Ξέρουν το πώς, το πότε και το γιατί.


«Σβήσε τη λάμπα, είναι ώρα να κοιμηθούμε τώρα. Αγκάλιασε με, αγάπησε με, κάνε μου έρωτα ή ροχάλισε στο αυτί μου. Δείξε κάπως ανθρώπινος για μια στιγμή. Φώτισε μου τη στιγμή. Πάρε με από το χέρι και βγάλε με έξω να δούμε τα άστρα. Εκεί που θέλω μαζί να πάμε μια νύχτα. Και αν μας αρέσει; Γιατί όχι. Να μείνουμε για πάντα.»
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget