Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

ΝΥΧΤΑ ΠΑΘΟΥΣ



Τον κοίταξα στα μάτια. Δεν είχε περάσει και πολύ ώρα από τότε που τον αντίκρισα εκεί μέσα. Σε εκείνο το δωμάτιο. Χειμώνας ήτανε και με είχε κουβαλήσει για παρέα. Αυτός μόνος του, εγώ το ίδιο. Η καλύτερη παρέα είναι δύο μοναχικές ψυχές.

Με άγγιξε και με ακούμπησε. Με κοίταξε για ώρα και τον κοίταξα και εγώ. Στα μάτια. Συνέχισε να με χαϊδεύει και να με πασπατεύει αλλά εγώ έμενα μέσα στην ακινησία. Με κέρασε οινόπνευμα. Έβαλε και μουσική να παίζει. Εγώ έμενα στη θέση μου και μόνο τον κοίταζα. Με κοίταξε και με έσπρωξε κάτω. Τον υπάκουσα. Δε μπορούσα να κάνω διαφορετικά! Ήταν ένας άντρας, μόνος, μέσα στο χειμώνα και εγώ προοριζόμουν να ζεσταίνω αυτές τις μοναχικές ψυχές.

Με κέρασε και άλλο οινόπνευμα και μετά ακούμπησε ένα χαρτί δίπλα μου. Η μουσική συνέχιζε να παίζει. Έπαιζε το «the roof is on fire”. Μου άρεσε αυτό το τραγούδι, μιλούσε στην ψυχή μου. Εκείνος ξάπλωσε στον καναπέ και με άφησε να τον κοιτάζω. Περίμενε να αρχίσω τα παιχνίδια μου αλλά πρώτα ήθελε να κερδίσει λίγο από τον χαμένο του χρόνο. Να χαρεί λίγο την αναμονή.

Άναψε ένα τσιγάρο με ένα σπίρτο. Δε χρειάστηκε δεύτερη προσπάθεια, ήταν επιδέξιος με τα δάκτυλα του. Έμοιαζε από εκείνους τους άντρες που έκαναν κινήσεις ακριβείας με τα δάκτυλα τους . Θεώρησα ότι δε μπορούσα να γλυτώσω εύκολα από αυτό και αφέθηκα. Απαξ και αυτά αποφάσιζαν να ασχοληθούν μαζί μου εγώ θα πέταγα σιγά σιγά προς τον ουρανό και θα φλεγόμουν. Θα καιγόμουν για κείνον και από εκείνον. Θα έβγαζα εκείνες τις άναρθρες κραυγούλες μου και μετά θα χανόμουν. Για αυτό και τον κοίταζα στα μάτια. Κατευθείαν μέσα τους και μέσα στο μυαλό του. Ήθελα να μάθω ποιος ήταν πριν βουτήξω και χαθώ από τα δικά του χέρια.

Η φλόγα στο σπίρτο τρεμόπαιξε για λίγο στα δάκτυλα του. Ήταν στα μισά της. Εκείνος σηκώθηκε και με πλησίασε. Άφησε το σπίρτο πάνω μου και όλο εκείνο το οινόπνευμα και το χαρτί έγιναν μια πυρκαγιά τριγύρω μου, και εγώ καιγόμουν κοιτάζοντας τον να με κοιτάζει να χάνομαι.  Λυπήθηκα γι’ αυτό. Όχι το ότι κάηκα μέσα στο τζάκι, κούτσουρο μονάχο. Καθόλου δε με ένοιαξε αυτό. Λυπήθηκα γιατί η φλόγα που έβγαλα πριν γίνω στάχτη ήταν σαν να την έκλεψα από τα μάτια του. Και εκείνος απέμεινε με ένα άδειο βλέμμα να με κοιτά να καίγομαι μέσα στις φλόγες. Τον έβλεπα μέσα από τις γλώσσες της φωτιάς να με κοιτά και ήξερα ότι χανόταν και εκείνος σιγά σιγά.

Τι κρίμα! Κάποιοι να ξεψυχάνε μέσα στις φλόγες και κάποιοι να αργοσβήνουν, αφήνοντας στάχτες εδώ και κει. Χωρίς φλόγα να τους έχει ακουμπήσει ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget