Ο Φίλιππος Γαλιάσος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και έχει αποφοιτήσει από το Ο.Π.Α. To βιβλίο «Δι

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

ΖΟΥΛΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ



Φώναζε «σώσε με!». Πλησίασα και έριξα μια ματιά. Τον βρήκα ξαπλωμένο να παραπαίει μέσα στο αίμα.
«Και αν σε σώσω, τι έχεις σκοπό να κάνεις με το υπόλοιπο της ζωής σου;», είπα προτείνοντας του το δεξί μου χέρι.
«Θα κάνω οικογένεια, θα βρω μια δουλειά, θα γεράσω και θα βουτάω τις μασέλες μου στο ποτήρι πριν πάω για ύπνο.»
Τον πήρα στους ώμους μου και προχωρήσαμε ίσαμε μια σκιά. Τον ξάπλωσα και του έδεσα τις πληγές. Τον πότισα με νερό και βούτηξα ένα φρούτο από την τσάντα μου για να φάει, να δυναμώσει.
«Τώρα, αν τελικά σωθείς τι θα ήθελες να κάνεις;»
«Να φορέσω καθαρά ρούχα και να βγω έξω στο πανηγύρι μπας και βρω καμιά νοστιμούλα, να κάνω επενδύσεις, να γίνω μεγάλος και τρανός και όλοι να με σέβονται.»
Τον σήκωσα πάλι και τον πήγα ακόμα πιο πέρα. Μέσα σε μια καλύβα που υπήρχε μια ιθαγενής με μια ποικιλία από μαγικά βότανα και μαντζούνια. Της είπα δύο κουβέντες στη γλώσσα της και εκείνη άρχισε τα κόλπα της. Του έβαλε κάτι φύλλα πάνω στις πληγές και τα έδεσε με κλωστές από κορμούς δέντρων.  Εκείνος πρόσεχε τα δεμένα στήθη της να πηγαινοέρχονται και ήθελε να τη μουντάρει. Οι πληγές του δε τον άφηναν να κάνει ρούπι αλλά την επόμενη μέρα όλο και κάτι θα γινόταν.
Αφού τον περιποιήθηκε, βγήκε έξω από την καλύβα και κάθισε δίπλα μου.
«Που τον βρήκες πάλι τούτον;» Μου είπε ενώ εγώ κοιτούσα το φεγγάρι να γεμίζει τον ουρανό. Μόλις είχα ανάψει μια φωτιά και από όλες τις ανακαλύψεις του κόσμου ευγνωμονούσα εκείνον που πρώτος την είχε ανακαλύψει.
«Ένας πόλεμος γίνεται εδώ πιο πέρα και όλο και κάτι βρίσκεται»
«Τι λες; Θα φάμε αυτή τη φορά; Όλο μου φέρνεις τραυματίες και την τελευταία στιγμή τους αφήνεις ελεύθερους.»
«Με πιάνουν οι ευαισθησίες μου την τελευταία στιγμή. Συγχώρα με. Πάρε ένα φρούτο να φας.»
«Βαρέθηκα να τρώω φρούτα. Θέλω κρέας. Φέρε μου κάποιον να τον βάλουμε στο καζάνι.»
«Ο πολιτισμός τελικά δεν έχει καμιά ελπίδα. Έτσι είναι. Άσε να ξημερώσει και βλέπουμε. Έλα τώρα, ξάπλωσε εδώ να κοιμηθούμε». Γείραμε στο πλάι και χαζεύαμε ο ένας τον άλλο. Ήμασταν νέοι ακόμα και το αίμα μας έβραζε για τα καλά. Ανακατέψαμε την άμμο και μετά από κάμποση ώρα μείναμε ιδρωμένοι και αποκαμωμένοι. Η φωτιά λιγόστευε και πετάχτηκα στην καλύβα να φέρω μια κουβέρτα. Δεν υπήρχε πιο όμορφο πράγμα από το να κοιμάται κανείς κάτω από τα αστέρια.
Το πρωί μπήκα μέσα στην καλύβα και τον είδα να έχει κάτσει στον πισινό του και να προσπαθεί να σηκωθεί. Φαινόταν κιόλας καλύτερα.
«Τελικά τι θα κάνεις αν σωθείς;» τον ρώτησα για μια ακόμα φορά.
«Τι να σωθώ; Από τι; Νιώθω ήδη γερός σα ταύρος. Το είδες το μανούλι που με μπλάστρωσε με τα μαντζούνια; Παρότι απολίτιστη έχει ένα σώμα άλλο πράμα. Θα την βάλω στα τέσσερα και θα βγάλω το άχτι μου. Μετά από αυτό βλέπουμε. Ίσως πάω στην πόλη να σουλατσάρω. Θα μπορούσες να μου δώσεις τώρα κάτι να φάω γιατί έχω μια πείνα, άλλο πράμα.»
Του έβγαλα άλλο ένα φρούτο από την τσάντα μου και το παράχωσα στο στόμα του, την ίδια στιγμή που τράβηξα μια δυνατή λεπιδιά στην καρωτίδα του. Τον έβλεπα να σφαδάζει και να τρέχει σαν αποκεφαλισμένη κότα δεξιά και αριστερά. Στο τέλος έπεσε κάτω. Τον μάζεψα και τον έβαλα μέσα στην κατσαρόλα.  Άναψα τη φωτιά από κάτω και το νερό πήρε να βράζει.  Μπορεί να ήμουν και εγώ άγριος ιθαγενής αλλά είχα μάθει μερικά κόλπα της μοντέρνας μαγειρικής. Έτσι και αλλιώς μάλλον αυτό ήταν το μόνο που έπρεπε κανείς να κρατήσει από αυτό που λέμε «πολιτισμένος άνθρωπος».

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ.



Σήμερα η μέρα είναι έξοχη αλλά εγώ λέω να μη μιλήσω για κάτι τέτοιο. Να μη μιλήσω για τον υπέροχο ήλιο και τον ασκίαστο ουρανό της σημερινής ημέρας. Αντ’ αυτού λέω να μιλήσω για κάτι περισσότερο ενδιαφέρον. Για μια μέρα πριν από ένα περίπου μήνα. Ήταν περίπου η ίδια ώρα με σήμερα και εγώ ήμουν σε μια περίπου αντίστοιχη κατάσταση με την σημερινή, περιμένοντας το βράδυ να φανεί και να πάω σπίτι να βάλω κάτι να φάω, να πιω μια μπυρίτσα, άντε δύο και μετά να ξαπλώσω στο υπέροχα οριζόντιο κρεβάτι μου, αφού πρώτα είχα πετάξει όλη την κούραση της ημέρας στο ξεχαρβαλωμένο σιφόνι της ντουζιέρας μου. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, συνάντησα κάποια γνωστή φάτσα από το στρατό, τη σχολή ή από κάπου κοντά στο παρελθόν μου. Πήγα να του μιλήσω γιατί βάραγα μύγες και έσπαζα το μυαλό μου να βρω κάτι να αποκάμω. Ήταν δώρο θεού μέσα στην πιο βαριά μου βαρεμάρα. Είχε σταματήσει δίπλα στο πεζοδρόμιο και βγήκε από ένα αμάξι που κόστιζε τα διπλά από τα μισά που ήθελα για να αγοράσω ένα σπίτι κάπου στο κέντρο της Αθήνας. Τέλος πάντων, αυτό είναι μια άλλη ιστορία και το ενοίκιο εδώ που τα λέμε δεν είναι και τόσο άσχημο. Με το που βγήκε, κάθισε στο απέναντι πεζοδρόμιο και μιλούσε στο κινητό του. Εγώ τον πλησίασα και περίμενα να κλείσει. 


«Συγγνώμη για την ενόχληση αλλά κάτι μου θυμίζεις»
«…»
«Συγγνώμη και πάλι μήπως πήγες στη δείνα σχολή;»
«Όχι»
«Μήπως πήγες στο τάδε σχολείο;»
«Ούτε.»
«Μήπως φύλαξες κάποια σκοπιά στο στρατόπεδο της 37 ΕΜΑ;»
«Μα ναι! Που το ξέρεις; Ήσουν και συ εκεί;»
«Ναι, ναι, βεβαίως.»


Για να μη τα πολυλογώ αφού θυμηθήκαμε τα ονόματα μας και σκαλίσαμε λίγο τους ίλαρχους, τις σκοπιές και τη σκόνη που φάγαμε μέσα από τα άρματα, πήγαμε στο απέναντι πεζοδρόμιο γιατί ο ήλιος είχε πάρει να μας τυφλώνει. Κοιτάζοντας το αμάξι του, του είπα.


«Τα έχεις καταφέρει καλά στη ζωή σου βλέπω»


Εκείνος ήταν σοβαρός και μου απάντησε κοφτά με ένα «καλά τα πάω». Είπα να μη συνεχίσω την κουβέντα, αλλά δεν έβρισκα και τίποτε άλλο για να πω. Ήμουν security στο δίπλα κτίριο και είχα ακόμα μια ώρα για να τελειώσω την βάρδια μου. Έγειρα τον κορμό μου και σε μια προσπάθεια να εμπνευστώ την επόμενη μου ατάκα, τεντώθηκα και ακούμπησα το χέρι μου στο φτερό του αυτοκινήτου του.   Ξαφνικά εκείνος έκανε σα τρελός.


«ΜΑ ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ;  Μόλις το έπλυνα, το κέρωσα και  το πέρασα με ειδικά υγρά.  ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΟΙ ΔΑΚΤΥΛΙΕΣ ΣΟΥ!»


Εγώ ποδοπάτησα, ένα τρομαγμένο security ανάθεμα με και τον κοίταζα σα να είχαν μόλις ανοίξει οι ουρανοί. 


Θα έπρεπε να το είχα σκεφτεί καλύτερα. Εκείνη την εβδομάδα είχε πάρει να φυσάει σκόνη από την Αφρική και παρόλα αυτά το αμάξι του πρώην συμπολεμιστή μου άστραφτε. Μόνο κάποιος που είχε λόξα με το αμάξι του θα το φρόντιζε τόσο μέσα σε αυτή την καταραμένη θύελλα σκόνης. Έκανα ένα βηματάκι πίσω, δύο βηματάκια στο πλάι και μετά απομακρύνθηκα με σταθερά βηματάκια προς το πόστο μου. Νομίζω πως τον χαιρέτησα κιόλας αλλά δε βάζω το χέρι μου στην φωτιά. Ο κόσμος τρελαινόταν, δεν υπήρχε αμφιβολία πλέον. Με την άκρη του ματιού μου τον είδα να έχει βγάλει ένα χαρτομάντιλο και να τρίβει και να τρίβει τα δακτυλικά μου αποτυπώματα σα καθαρίστρια του σουλτάνου. 


Εκείνη τη μέρα αποφάσισα να μη κάνω μπάνιο. Αποφάσισα να προσπαθήσω να συντονιστώ λίγο με τη συχνότητα του θεού που μας έστελνε τόνους σκόνης μέσα στα ρουθούνια. Σκόνη που κολλούσε πάνω στα ρούχα, που έλιωνε μαζί με τον ιδρώτα μας, σκόνη που καθόταν στους δρόμους, στα πεζοδρόμια και στις φυλλωσιές από τις νεραντζιές τους. Ήθελα πάση θυσία να κοιμηθώ μαζί με τη σκόνη εκείνο το βράδυ. Δεν εμπιστευόμουν πλέον την καθαριότητα. Θα μπορούσε να έρθει μια μέρα που και εγώ θα τρελαινόμουν με την καθαριότητα και έλεγα να μη το ρισκάρω.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ

Είδα τα δέντρα να τρεμοπαίζουν μέσα στα χνώτα του καλοκαιριού.

Είδα τη θάλασσα να ανεβοκατεβαίνει σα γυναίκα γυμνή λίγο πρίν την έκρηξη.

Είδα αυτόν, εκείνη και εκείνους τους λίγους που αγάπησα να περιφέρονται.

Είδα την νύχτα να κρύβεται στη μέρα και τη μέρα να φανερώνεται στο ξεψυχισμα της.

Άκουσα τα αηδόνια στα δέντρα και λίγη τζάζ να βγαίνει έξω από τα παράθυρα.

Άκουσα τα τόσα "σ'αγαπω" και "σε μισώ".

Άκουσα υποσχέσεις, άκουσα σπασμένα ξύλα στο δάσος και το θρόισμα του ανέμου.

Μετά σταμάτησα το οτιδήποτε έκανα και χώθηκα μέσα στο σύννεφο μου.

Τι μεγάλη βλακεία που δε το μπόρεσα πρίν.

Τόσα είχα να κάνω εκεί κάτω.

Τα περισσότερα τους όμορφα.

Τι κακό και αυτό με τους αγγέλους;

Άνθρωποι να θέλουν να ναι.

Ο παράδεισος πάντοτε μπορούσε να περιμένει.


Η ζωή είχε μεγαλύτερες απαιτήσεις.

Όχι τίποτε το σπουδαίο.

Μόνο λίγη από την προσοχή μας.

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

ΟΙ ΕΙΚΌΝΕΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ



Το μάτι της ανοιγόκλεισε αστραπιαία. Μπροστά της ένα ηλιοβασίλεμα με μια θάλασσα που οδηγούσε σε αυτό. Μετά κοιμήθηκε με την εικόνα μέσα της. Ονειρεύτηκε, μεγαλώνοντας να πιάσει το φεγγάρι και τον ήλιο με μια μόνο κίνηση. Μετά το όνειρο σταμάτησε ξυπνώντας τη. Άνοιξε για λίγο το μάτι της και είδε ένα παγκάκι με ένα γέρο να κάθεται στην άκρη του. Μια ολόκληρη ζωή στην άκρη του στασιδιού. Σα να ετοιμαζόταν να φύγει, να ταξιδέψει. Σα να έφτασε στο χείλος της ζωής του, στην άκρη του καθίσματος του. Μετά ένα δέντρο με άνεμο τριγύρω. Συνέχισε να ανοιγοκλείνει το μάτι της. Ένα παιδί να τρέχει στην παραλία. Το φώναζαν οι γονείς του. Ήταν ώρα για το φαγητό. Να φάει, να κοιμηθεί. Να είναι γερό και δυνατό ξανά την επόμενη μέρα. Το αγαπούσαν πολύ. Καληνύχτα. Μετά άφησε το βλέμμα της να μένει στο σκοτάδι που έπεφτε και όλα εκείνα τα αστέρια έφτιαχναν θολές γραμμές προσπαθώντας να θέσουν τα όρια στο σύμπαν. Σα να σχημάτιζαν μια φωτεινή γραμμή με καμπύλες, γωνίες, ευθείες και στριφογυρίσματα. Κοιμήθηκε ξανά. Δεν ξανάνοιξε το μάτι της. Αύριο πάλι. Κράτησε όλες τις εικόνες μέσα της. Ήταν ευχαριστημένη. Σχεδόν ευτυχισμένη και ας ήταν  μόνο μια φωτογραφική μηχανή.


….


Κάθισε στην άκρη από το πεζούλι. Εκεί μπορούσε να έχει την καλύτερη γωνία για την λήψη. Ο ήλιος βυθιζόταν, αντανακλώντας όλα αυτά τα χρώματα στη θάλασσα. Ήθελε να το ποστάρει στο fb. Να γράψει από κάτω Σαντορίνη. Υπέροχη φωτογραφία. Ο Γιάννης την φώναξε να έρθει γιατί οι υπόλοιποι της παρέας πεινούσαν. Θα πήγαιναν στο μεζεδοπωλείο δίπλα από το ξενοδοχείο τους. Εκείνης δε της άρεσε καθόλου το μέρος. Πολλά τσιγάρα και γέροι τριγύρω. Έβγαλε πάλι τη φωτογραφική της μηχανή. Δεν ήθελε να τσακωθεί ξανά με τον Γιάννη. Θα προσπαθούσε να ηρεμήσει. Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Κάπου είδε ένα παγκάκι. Στόχευσε τη φωτογραφική της και τράβηξε.  Ένα παγκάκι μέσα στη νύχτα ήταν καταπληκτική ιδέα για το άλμπουμ της. Το φλάς εμφάνισε έναν γέρο στην άκρη του. Δε τον είχε προσέξει. Θα την έσβηνε μετά. Στριφογύρισε νευρικά κοιτάζοντας το Γιάννη να κάνει αστεία με την παρέα και έσφιξε τη φωτογραφική στο χέρι της. Ποτέ δε την άκουγε. Πάντα το δικό του γινόταν. Είδε το δέντρο, ωραία ιδέα για πόστερ στο σαλόνι. Τράβηξε ξανά. Χωρίς φλάς αυτή τη φορά. Ήθελε μόνο σκιές μες στο σκοτάδι. Άκουσε κάτι φωνές πίσω της. Ο Γιάννης την φώναζε να έρθει. Η φωνή του μπερδεύονταν με αυτές των γονιών που φώναζαν το παιδί στην παραλία να έρθει γιατί μάζευαν να φύγουν. Τράβηξε άλλη μια φωτογραφία. Του έλεγε για γάμο. Εκείνος όλο κάποια δικαιολογία εύρισκε. Πόσο πια; Είχε φτάσει στα σαράντα πέντε της. Και ήθελε τόσο ένα παιδί…. Μπήκε στο μαγαζί και κάθισε σε ένα τραπέζι στον κήπο. Πήγε να βάλει την φωτογραφική της μηχανή μέσα στην τσάντα. Κατά λάθος πάτησε ξανά το κουμπί και βγήκε μια φωτογραφία στην τύχη. Μετά από μια εβδομάδα το κατάλαβε. Τότε που επέστρεψαν από τις διακοπές τους. Τον Γιάννη δε τον είδε ποτέ ξανά. Χώρισαν, δε πήγαινε άλλο. Πήγε να σβήσει και αυτή τη φωτογραφία αλλά την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε. Είχε βγάλει το φλάς και είχε αφήσει το διάφραγμα στη νυχτερινή λήψη. Έδειχνε τον ουρανό και τα αστέρια να τρεμοπαίζουν. Αυτή τη φωτογραφία θα έβαζε στο σαλόνι της. Σε εκείνο το σπίτι που θα νοίκιαζε. Τώρα ήταν κουρασμένη. Κοιμήθηκε με το ένα της μάτι ανοικτό. Παραμονεύοντας μέσα στη νύχτα.

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

ΑΝΑΡΡΙΧΩΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ




Μου έπεσε από το χέρι εκείνο το βιβλίο που δεν έλεγα να τελειώσω.  Το πάλευα εβδομάδες τώρα αλλά ο ύπνος με προλάβαινε πριν το γύρισμα της σελίδας. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσα να παραμείνω στην ίδια ακριβώς σελίδα για μέρες, ξαναρχίζοντας να τη διαβάζω από την αρχή. Εκείνη έσκυψε να πιάσει το βιβλίο που ήταν δίπλα στα πόδια μου και μου το έδωσε, ανοιγμένο στην σελίδα που είχα μείνει. Δεν ήταν τόσο δύσκολο γιατί πάντα τσάκιζα τη σελίδα, ξεχνώντας να την ξετσακίσω όταν προχωρούσα την ανάγνωση. Βρήκε την τελευταία τσακισμένη σελίδα και το ακούμπησε ανοιχτό στα χέρια μου. Ήταν καστανή σαραντάρα και δεν είχα ιδέα πως βρέθηκε στο ίδιο παγκάκι με μένα.

«Σας ευχαριστώ πολύ», της είπα και χαμογέλασε.

Ο καιρός εκεί έξω ήταν τυπικά ανοιξιάτικος. Πλέον δε θα με πείραζε να ήταν και χειμώνας. Η καλή κυρία δίπλα μου ήταν χάρμα οφθαλμών. Φορούσε κάτι από εκείνα τα πολύπλοκα-απλά φορέματα που μόνο οι γυναίκες μπορούν να βάλουν και να βγάλουν, έχοντας γνώση κατά που πέφτει το σύστημα απεμπλοκής του ραμμένου υφάσματος. Κόπιτσες, φερμουάρ, κρυφά κουμπιά, και ένας θεός ξέρει τι άλλο. Θα μπορούσα να περιγράψω κάλλιστα το μαλλί της που κυμάτιζε με το ίδιο, απαλό αεράκι που πριν μου έφερε ύπνο, ρίχνοντας από το χέρι μου το βιβλίο, αλλά για κάποιον περίεργο λόγο είχα απομείνει να κοιτάζω τα μάτια της και πότε, πότε τα χείλη της. Έκλεισα το βιβλίο και το άφησα στο πλάι, ανάμεσα μας.

«Πως σου φαίνεται το βιβλίο λοιπόν;». Η κυρία ήταν άνετη. Μου μιλούσε στον ενικό χωρίς καν να συστηθούμε. Μου άρεσαν αυτοί οι άνθρωποι. Έμοιαζαν ειλικρινείς. Ο πληθυντικός πολλές φορές έκρυβε παγίδες. Ο ενικός είναι σα μια παρτίδα πόκερ με κλειστά μόνο μερικά φύλλα. Όχι όλα.

«Ποιο βιβλίο;» έπιασα τον εαυτό μου να της απαντά.

Εκείνη ίσα που χαμογέλασε. Ήταν ένα δειλό, πονεμένο χαμόγελο και σα να μου θύμισε κάτι. Κάτι από τα παλιά. Δε σταματούσα να την κοιτάζω και μόνο η ντροπή ήταν αυτή που με έκανε να σκύψω το βλέμμα μου, πέφτοντας στα πόδια της που διπλωμένα όπως ήταν, το ένα πάνω στο άλλο είχαν τη δική τους ιστορία να πουν. Μια καλοφτιαγμένη ιστορία αν κρίνω από το εξώφυλλο. Είχε τον τρόπο της η κυρία. Από τη μια δεν ήθελε να θίξει την κακή μου μνήμη με ένα τρανταχτό γέλιο και από την άλλη έβγαζε μια ζέση που μόνο ένα τέτοιο μειδίαμα θα μπορούσε να καταφέρει. Άγγιξε στο πλάι το βιβλίο, που πριν λίγο είχα αφήσει στο παγκάκι, και τράβηξα το βλέμμα μου από τα κανιά της, κοιτάζοντας με με ένα λοξό αυτή τη φορά χαμόγελο.

«Μα αυτό το βιβλίο φυσικά!» και το σήκωσε σα να ήθελε να μου το δείξει για πρώτη φορά.

Το βιβλίο λεγόταν «ο αναρριχώμενος βαρώνος» και αφορούσε την ιστορία ενός μικρού παιδιού που σε κάποια στιγμή απόγνωσης έφυγε από το σπίτι του και αποφάσισε να ζήσει όλη του τη ζωή πάνω στα δέντρα. Κάνοντας μια σύντομη βόλτα από το εξώφυλλο, τα μάτια της, τα πόδια της και ξανά τα μάτια της απάντησα χωρίς να καταφέρω να κρύψω την αμηχανία μου.

«Είναι ακόμα πάνω στα δέντρα, δε κατέβηκε.»

«Αυτό το ξέρω. Το έχω διαβάσει και γω» μου είπε αφήνοντας ένα γελάκι να της ξεφύγει και όσο μίλαγε τόσο η φωνή παλλόταν στις αποχρώσεις του μελιού.

«Σου αρέσει; Αυτό μόνο σε ρωτάω»

«Καλό είναι αλλά τον τελευταίο καιρό όλο με παίρνει ο ύπνος  και δεν έχω καταφέρει να το προχωρήσω. Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα αλλά θέλω να δω που θα το πάει.»

«Είναι περίεργο κάποιος να αποφασίζει να ζήσει τη ζωή του πάνω στα δέντρα! Έχεις δίκιο. Κάποιες φορές όμως είναι μια καλή επιλογή αν ξέρεις τι κάνεις. Αν έχεις ένα σκοπό και ένα νόημα» . Ήταν σα να μου τραγουδούσε. Δε ξέρω αν είχα ακούσει τόσο γλυκιά φωνή σε κάποια μου προηγούμενη ζωή αλλά τούτη εδώ μου έμοιαζε σα να κολυμπούσε μέσα στους λαβυρίνθους των αυτιών μου μια ολόκληρη ζωή.

«Ναι μοιάζει λίγο τρελό να ανεβεί κανείς στα δέντρα μη θέλοντας να κατεβεί ποτέ από αυτά.» είπα με εκείνον τον τρόπο που ξεχωρίζει κανείς τους ανθρώπους σε ερωτευμένους, αδιάφορους και συμφεροντολόγους. Οι ερωτευμένοι συνήθως λένε τα λιγότερα. Ακόμα πιο λίγα και από τους αδιάφορους που όλο και κάποια δικαιολογία της προκοπής θα πετάξουν για να ξεμπερδέψουν. Λένε τόσο λίγα που στο τέλος αισθάνονται παντελώς ηλίθιοι. Έτσι αισθανόμουν και εγώ, μη μπορώντας να προχωρήσω λίγο πιο πέρα την κουβέντα αυτή.

«Όμορφη μέρα δεν είναι σήμερα;» Με ρώτησε για άλλη μια φορά,. Πετυχαίνοντας με να κοιτάζω τα πόδια της που τώρα είχαν αλλάξει πόζα και είχαν διπλωθεί ανακούρκουδα πάνω στο παγκάκι, τραβώντας λίγο ακόμα πιο πάνω εκείνο το φουστανάκι. Τσούλησα του βλέμμα μου μακριά τους, βλέπονταν τα δέντρα τριγύρω και τον ήλιο να τρυπώνει από τα κενά τους. Φυσούσε μια δροσιά που ήθελες να ανοίξεις το στόμα σου και να την καταπιείς. Τα πουλάκια κελαηδούσαν στα δέντρα και κάπου εδώ λέω να σταματήσω τις περιγραφές γιατί το λιγότερο που θα με χαρακτηρίσετε είναι ένα αφόρητα βαρετό τύπο. Αφόρητος δεν υπήρξα ποτέ μου.

«Είναι υπέροχη μέρα. Θα μου πείτε το όνομα σας;» Ο πληθυντικός δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τα σκουριασμένα μου γρανάζια. Εκείνη δεν έδωσε σημασία και μου απάντησε. Το όνομα της ήταν κάτι μεταξύ Χριστίνας και Ιωάννας. Δε θυμόμουν όμως, όλη η υπόλοιπη έκλεβε την παράσταση από το όνομα που κάθε πολίτης αυτού το κόσμου ήταν υποχρεωμένος να έχει.

Μετά ξαφνικά σωπάσαμε και οι δύο. Εκείνη άνοιξε το βιβλίο μου και έψαχνε μέσα στις σελίδες του σα κάτι να έχασε εκεί πέρα. Εγώ κοίταζα πότε εκείνη, πότε τα πόδια της και πότε τα δάχτυλα της να κινούνται με ρυθμό ποδιών μπαλαρίνας. Το μετά είχε και άλλο μετά και που και που αυτό κλονιζόταν από κάποια ερώτηση της και κάποια απάντηση μου. Το μετά προχωρούσε κανονικά παρόλα αυτά. Ένας κύριος μας πλησίασε και απευθύνθηκε στη κυρία με τα υπέροχα πόδια στο πλάι μου.

«Κυρία Δαουλάκου, θα πρέπει να αποχωρήσετε τώρα. Ο γιατρός περιμένει στο γραφείο του για να σας ενημερώσει»

Δε κατάλαβα το γιατί αλλά εκείνη σηκώθηκε, με κοίταξε σχεδόν λυπημένα, σχεδόν ερωτευμένα, μου παράχωσε το βιβλίο στα χέρια μου και μου έδωσε ένα φιλί στο στόμα. Ειδικά το φιλί είχε πολλά να μου πει και ας ήταν φευγαλέο. Ήταν τόσο όμορφο που δεν μπήκα καν στον κόπο να μάθω τις προθέσεις της και τους λόγους που την οδήγησαν σε μια τέτοια κίνηση. Ονειροπόλησα για λίγο, τριγύρω στη φύση με κέντρο το παγκάκι μου που πλέον είχε χάσει τη θέρμη των ποδιών της και μετά από κάμποση ώρα ήρθε ξανά ο ίδιος κύριος για να σταθεί απέναντι μου.

«Η κυρία που ψάχνετε μόλις έφυγε» του είπα σε μια προσπάθεια να του αποδείξω ότι είμαι μέσα στο μυαλό του.

«Το ξέρω κύριε Δαουλάκο, η γυναίκα σας είναι στο γραφείο του γιατρού. Ελάτε τώρα μαζί μου. Είναι η ώρα για το γεύμα σας.»

Τον ακολούθησα, σφίγγοντας το βιβλίο στα χέρια μου. Εκείνο το φιλί που μου είχε δώσει δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τα χείλη μου. Πώς να την λέγανε άραγε; Χριστίνα ή Ιωάννα; Ποιος δίνει σημασία; Το ήξερα πως θα την ξανάβλεπα. Θα την ρωτούσα και θα το έγραφα κάπου να μη το ξεχάσω ποτέ ξανά.

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

ΓΥΡΝΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΜΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΜΑΣ



Όλοι μας περπατούσαμε προς το μέλλον, σταθερό βλέμμα, σίγουρο βήμα, οράματα, όνειρα και πάει λέγοντας. Περπατούσαμε πάνω στην στρογγυλεμένη επιφάνεια του πλανήτη και πότε σταματάγαμε για να ξεκουραστούμε, πότε ξαποσταίναμε σε κάτι το τόσο όμορφα δροσερό όπως οι σκιές των πλατάνων το κατακαλόκαιρο.  Κρατούσαμε ένα σταθερό ρυθμό αλλά όλο και γινόμασταν λιγότεροι. Αργά και προοδευτικά το μέτρημα μας έβγαζε πάντα λειψούς στον αριθμό.

Εγώ έφτασα ως την άλλη άκρη του πλανήτη και ξεκινούσα για τον δεύτερο γύρο. Ήμουν ο τελευταίος της ομάδας. Δεν είχα καταφέρει το παραμικρό παρότι και πολύ περπάτησα και πολύ κουράστηκα. Στην βόλτα μου αυτή συνάντησα όλους εκείνους που τελικά δε τα κατάφεραν. Όλους αυτούς που αύξαναν τον αριθμό των απωλειών μας. Άλλοι έμειναν ξεχασμένοι κάτω από τους ίσκιους των πλατάνων και άλλοι ρουφήχτηκαν από τον ίδιο τους τον κάματο. Πολλές ήταν οι φορές που έτυχε να απορήσω και να σκύψω να ρωτήσω.

«Γιατί μένεις κάτω από τον πλάτανο και δεν προχωράς;» ρωτούσα. Οι περισσότεροι μου απαντούσαν ότι θυμόντουσαν εκείνες τις στιγμές της γαλήνης των μικράτων τους και ξεχασμένοι ήθελαν να μείνουν σε εκείνες τις αναμνήσεις. Εγώ τότε τάχαινα το βήμα μου και προχωρούσα προς ένα όραμα που ήθελε να με κάνει να μη σταματώ. Έβγαζα τη γλώσσα μου στον ήλιο και κείνος μου έδινε ακτίνες σα σουβλιές στην πλάτη.

 Σταματούσα και μπροστά στα κουφάρια εκείνων που δεν τα κατάφεραν να προχωρήσουν μπροστά και ένιωθα τελείως ηλίθιος ρωτώντας τους αναπάντητες ερωτήσεις.«Γιατί έχασες τη δύναμη σου και δεν προχώρησες;» ρωτούσα. Απάντηση δεν έπαιρνα και μέσα από το στεγνό τους - γεμάτο μύγες - στόμα δεν περίμενα. Μετά προχωρούσα με την ηχώ που κάποιες μας ερωτήσεις παράγουν στο υπερπέραν.  Όλες οι λέξεις από την ηχώ μετά από κάμποσα μέτρα σχημάτιζαν μια πρόταση σωστή.

«Έχω φέρει κάμποσες γύρες στον πλανήτη, άλλο δε μπορώ, δε μπόρεσα, ποτέ δε θα μπορούσα».

Έψαξα για ένα ίσκιο, να γείρω αλλά δε το έκανα παρότι τον βρήκα. Προχωρούσα μπροστά, μόνο μπροστά, αλλάζοντας κάποιες φορές πορεία. Πλέον δεν έψαχνα το όνειρο αλλά την ευκαιρία να μπορώ να μιλάω με ανθρώπους που πότε μου απαντούσαν και πότε όχι. Την ευκαιρία να βρω ξανά εκείνη την ομάδα που μαζί ξεκίνησε και στο πέρασμα του χρόνου διαλύθηκε για χίλιες δύο αιτίες σε χίλιες και μια νύχτες. Από οραματιστής έγινα ένας απλός ντέντεκτιβ και μη σκεφτεί κανείς να μου το χαλάσει γιατί δόξα σοι ο Κύριος ακόμα μπορώ να περπατώ ανάμεσα από κουφάρια και σκιές. Μπορώ ακόμα να γέρνω στα πλατάνια και να ξεχύνομαι μπροστά στον καυτό ανεξάντλητο ορίζοντα. Μπορώ ακόμα να λέω πως μπορώ.

Μπορώ ακόμα να αισθάνομαι πως η Γη γυρνάει γιατί εμείς της δίνουμε την φόρα να το κάνει, τα βήματα μας τα ίδια την σβουρίζουν στον Γαλαξία.