Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΡΙΑΣ

http://static.panoramio.com/photos/original/21350931.jpg



Αν ρωτούσες τον Θεό για το που θα ήθελε να ξαπλώνει τα καλοκαίρια του, τότε στα σίγουρα  θα έλεγε κάτω από τις μουριές.  Στα σίγουρα θα ξάπλωνε εκεί, αφήνοντας τον παράδεισο πίσω για χάρη της πυκνής σκιάς μιας μουριάς. Το καλοκαίρι με είχε καλοχωνέψει μέσα του και εγώ δεν έλεγα να ξεκουνήσω από το νησί. Καθόμουν κάτω από μια μουριά και έπινα τον καφέ μου, περιμένοντας να βουτήξω στη θάλασσα που έβλεπα μπροστά μου. Μια θάλασσα, ένα βράχο, ένα φάρο και το εκκλησάκι της Παναγιάς της θαλασσινής. Αν μου ζητούσε ο Θεός να φύγω για να πάρει την θέση μου κάτω από την σκιά δε θα την αντάλλασσα με τον παράδεισο του. Ένοιωθα πραγματικά όμορφα. Σα τότε που πριν από τριάντα χρόνια, γνώρισα τον πρώτο μου έρωτα στο ίδιο μέρος. Ήταν μικρή, σα και του λόγου μου, και φορούσε λευκές κάλτσες μέσα στη θάλασσα. Αγγλίδα γαρ. Ένα δέρμα πιο λευκό και από νησιώτικη μπουγάδα, γεμάτο με μικρές, μικρές ελίτσες. Ρούφηξα μια γουλιά από το καϊμάκι του ελληνικού και την ίδια ώρα πέρασε από μπροστά μου μια παρέα από αγγλίδες. Δε χρειάστηκε να δω κάτι, βούτηξα κατευθείαν στις αναμνήσεις.

……..

Εγώ βρισκόμουν μέσα στο λεωφορείο περιμένοντας το να αναχωρήσει για το σπίτι και κοιταζόμασταν μέσα από το γεμάτο αλάτι τζάμι της σακαράκας-πούλμαν που καλή ώρα να έχει εκεί που τώρα βρίσκεται. Η σακαράκα εννοώ γιατί με την Αγγλίδα πέρα από εκείνο το βλέμμα, τίποτε άλλο δε συνέβη. Αυτή θα ήταν τώρα παντρεμένη και τα παιδιά της θα τρώνε fish and chips σε κάποια σκαλοπάτια καθεδρικού ναού, σε μια πλατεία ή και κάπου αλλού. Κοιταζόμασταν με την απειρία της ηλικίας μας και τη εμπειρία της ικανότητας των εφήβων να δημιουργούν μια φλόγα από το τίποτα. Της έκανα νοήματα με τα χέρια μου. «Αύριο, αύριο» της έδειχνα μέσα από το πούλμαν, περιστρέφοντας τις παλάμες μου, ελπίζοντας να καταλάβει «Tomorrow, tomorrow”. Εκείνη έριχνε κάτι λοξές ματιές προς τους γονείς της και μου άνοιγε τα χέρια της.  Δεν καταλάβαινα τη εννοούσε αλλά τόσο φουντωμένος ήμουν που νόμιζα πως ήθελε να με αγκαλιάσει. Αν δε κρεμόταν από πάνω μου σα Δαμόκλειος σπάθη η κατσάδα του παππού και της γιαγιάς που θα αργούσα για το μεσημεριανό, θα είχα πεταχτεί έξω από το λεωφορείο και θα την αγκάλιαζα και εγώ. Μα ήμουν βλέπετε ένας Έλληνας, με νησιώτες γονείς και νησιώτες παππούδες και οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια ήταν πράμα ιερό. Ούτε που το σκεφτόμουν να φύγω από το κάθισμα μου. Το λεωφορείο ξεκίνησε και η κοπέλα με τις άσπρες κάλτσες πάνω στην άμμο άνοιγε όλο και περισσότερο τα χέρια της. Τα κρατούσε ανοικτά έως ότου χαθεί από το οπτικό μου πεδίο. 


Την επόμενη ημέρα σηκώθηκα πιο πρωί και από το ξημέρωμα και φόρεσα το καλύτερο μου μαγιό. Ξυρίστηκα με το ξυράφι του παππού και μακάρι να ήξερα αν έκοψα έστω και ένα από τα χνούδια μου. Φόρεσα Μυρτώ κολόνια στις μασχάλες και χαιρέτισα  τους παππούδες χωρίς εκείνοι να προλάβουν να μου πουν ένα γεια. Όταν είναι νέος κανείς, τα κάνει όλα γρήγορα. Όταν είναι και ερωτευμένος τότε τρέχει σα την αστραπή. Κάθισα κάτω από τις μουριές, που τώρα πίνω το καφεδάκι μου, και την περίμενα να φανεί. Χάζευα τους δύο κύκνους που έφερναν βόλτες, απουσία λουόμενων και θυμάμαι πως μου είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος που έβαζαν τις φτερούγες τους πίσω από την πλάτη και κρατιόντουσαν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο όλη την ώρα. Κάπως έτσι ένιωθα και εγώ την ευτυχία. Να επιπλέεις, ανάλαφρος πάνω στο κύμα, και πότε να αφήνεσαι και πότε να κολυμπάς αντίθετα στο ρεύμα. Οι κύκνοι είχαν τον τρόπο τους στην ευτυχία.


Ο κόσμος είχε αρχίσει να έρχεται και οι πετσέτες κάλυπταν την αμμουδιά. Σηκώθηκα, τεντώθηκα και έβαλα το χέρι στο κούτελο μου κοιτάζοντας μακριά, πέρα στην παραλία. Την έψαξα στα δεξιά μου και την έψαξα στα αριστερά μου. Έδωσα ένα σάλτο και έβγαλα τις σαγιονάρες, τσαλαβουτώντας στην ακροθαλασσιά, ψάχνοντας καλύτερα. Πρέπει να είχα φέρει πάνω από είκοσι φορές βόλτα ολόκληρη την παραλία και Αγγλίδα με κάλτσες δε βρήκα. Ο ήχος από ένα μικρό αεροπλάνο που πέρασε με έκανε να κοιτάξω ψηλά. 


Πήγα και κάθισα στις μουριές και παρήγγειλα ένα υποβρύχιο με γεύση περγαμόντο.  Δεν είχα όρεξη για μπάνιο, δεν είχα όρεξη για άλλο καλοκαίρι. Ήθελα να φύγει αμέσως και εγώ να βυθιστώ για άλλη μια φορά στις υποχρεώσεις του σχολείου. Οι επόμενες ημέρες έφυγαν από πάνω μου μη καταφέρνοντας να ξεπλύνουν τη θολούρα του πρώτου Πλατωνικά στιγμιαίου μου έρωτα. Κάθε καλοκαίρι οι λευκοί κύκνοι πήγαιναν και ερχόντουσαν ενώ το κορίτσι με τις λευκές κάλτσες ήταν ολότελα εξαφανισμένο. Οι αναμνήσεις μου ξεθώριαζαν και αποκτούσα όλο και πιο σαφή εικόνα για το ποια πρέπει να είναι η μορφή του έρωτα. Από εκεί και πέρα απλά μεγάλωσα. 

………

Τώρα είμαι εδώ, κοιτάζοντας πότε τον μοναδικό φάρο που χτίστηκε πάνω σε βράχο , πότε το εκκλησάκι να το χαϊδεύει το κύμα και πότε το κατακάθι που έχει απομείνει στο φλιτζάνι μου. Πλήρωσα και σηκώθηκα με την πετσέτα στους ώμους μου. Από δίπλα μου άκουσα μια ηλικιωμένη κυρία να λέει πως θα γυρίσει στη Αθήνα με ελικοφόρο και ξαφνικά μου ήρθε η εικόνα της Αγγλιδούλας με τα απλωμένα της χέρια μέσα από το θολό τζάμι του λεωφορείου. Μου έλεγε πως θα φύγει και θα πετάξει στη χώρα της, αλλά εγώ δεν καταλάβαινα. Δεν καταλάβαινα και καλύτερα έτσι. Την ξεπέρασα, πιστεύοντας πως με κορόιδεψε. Καλύτερα έτσι. 


Πήρα το αφάγωτο μπισκότο από το πιατάκι του καφέ και πήγα να ταΐσω τους κύκνους. Εκείνοι μπορούσαν να πετάξουν αλλά αν δεν υπήρχε λόγος δε το έκαναν. Οι άνθρωποι όλη την ώρα πηγαινοερχόντουσαν στον πλανήτη δίχως να ξέρουν ακριβώς το γιατί.  Οι κύκνοι ήξεραν και ο θεός πάντοτε λοξοκοιτούσε προς την σκιά που φτιάχνουν τα καλοκαίρια οι μουριές στην Άνδρο. Θεός δε θα απολάμβανε ποτέ αυτή την γαλήνη. Μόνο εγώ μπορούσα και κάποια μέρα θα εξηγούσα και στον ίδιο το πόσο υπέροχο είναι να κάθεσαι στη σκιά μιας μουριάς, κοιτάζοντας τους κύκνους να τριγυρνάνε σε ζευγάρια.

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

ΕΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΜΙΣΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Τον έλεγαν Χάρη, Τζακ ή Μπομπ, ανάλογα με το σε ποια χώρα βρισκόταν. Αυτή τη φορά που αυτή η ιστορία γράφεται ο ήρωας λεγόταν Χάρης. Ήτανε σε κάποια παραλία, κάποιου Αυγούστου με κάποια νύχτα που τον βρήκε με αστέγνωτο μαγιό. Ο Χάρης λοιπόν καθόταν στην αχνιστή άμμο και κοίταζε ψηλά και πέρα ένα φεγγάρι που είχε χάσει τον μισό του εαυτό. Τα φεγγάρια πάντοτε ήτανε καλά με κάτι τέτοια. Άδειαζαν και γέμιζαν. Φώτιζαν τα αστέρια και κρυβόντουσαν πίσω από πολυκατοικίες. Τα φεγγάρια μπορούσαν να κάνουν κάθε νύχτα μοναδική και τον έρωτα καλύτερο. Τα φεγγάρια έβγαζαν τους λύκους έξω και τα φεγγάρια άφηναν όλες εκείνες τις σκιές ζωής στη γη.
Ο Χάρης ήταν μπουχτισμένος πιά. Ήταν μισός σα το φεγγάρι και περίμενε έναν Αύγουστο για να γεμίσει ξανά. Να κάνει πλάνα και να σκεφτεί την επόμενη ζαριά. Ήταν μισός από το κέντρο του και προς τα δεξιά. Μα το θεό του έλειπε όλη του η δεξιά πλευρά και αυτό ήταν κομματάκι θέμα όταν κανείς προσπαθεί να κολυμπήσει ή απλά να περπατήσει. Ο Χάρης όμως δε λογάριαζε τίποτα. Καθόταν από το πρωί στη παραλία και διάβαζε ένα βιβλίο κάτω από μια ομπρέλα και πάνω σε μια πετσέτα θαλάσσης. Ποτέ του δεν είχε καταλάβει γιατί πρέπει να υπάρχουν ειδικές πετσέτες για την θάλασσα, για τα μαλλιά και το σώμα. Η πετσέτες ήτανε πάντοτε πετσέτες όσες κατηγορίες και αν έφτιαχνε κανείς εντός της ύπαρξης τους. Όπως και να είχε πάντως ο Χάρης τώρα ήταν μισός σα το φεγγάρι και καθόταν πάνω στη άμμο κοιτάζοντας ένα μισό φεγγάρι να πλανάτε ανάμεσα σε ουρλιαχτά λύκων που έμειναν με το μισό τους σπίτι ελεύθερο και το άλλο μισό χτισμένο από παραλιακά μοντέρνα ξενοδοχεία.
Τα βήματα που άκουγε να ζουμπάνε την άμμο έσβησαν δίπλα του. Μια κοπέλα με κανιά ως το θεό κάθισε δίπλα του και τα άκουσε να λένε.
«Θέλεις να σου κάνω παρέα έως ότου το βράδυ πάψει να είναι βράδυ;»
Εκείνος την κοίταξε και είδε πως η κοπέλα αυτή που την έλεγαν Μαρία, Joanita ή Bo ανάλογα σε ποια χώρα βρισκόταν, ήτανε μισή. Μισή από τη μέση και κάτω. Το πρώτο πράγμα που έβλεπες πάνω της ήταν το παρεό της το οποίο άφηνε σε κάθε της βήμα από λίγο μπούτι να φανεί.
«Ναι αμέ. Αυτή η νύχτα θέλει παρέα.» της είπε και εκείνη κάθισε δίπλα του, από την αριστερή, ολόκληρη πλευρά του, ενώ εκείνος κοίταζε μόνο από τη μέση της και κάτω γιατί αν κοίταζε από τη μέση και πάνω έβλεπε ως πίσω, στον ορίζοντα (γεγονός που δε του φάνηκε περίεργο γιατί αυτό συνέβαινε πολλές φορές ακόμα και με ανθρώπους ολόκληρους).
«Είναι όμορφο να ακούς την καρδιά σου να χτυπά;» τον ρώτησε ενώ εκείνος ένοιωθε το φουστάνι της να πεταρίζει πάνω στην αριστερή του πλευρά.
«Δεν παραπονιέμαι. Και συ; Σου αρέσει να περπατάς όπου γουστάρεις;» είπε ο Χάρης ή Τζακ ή Μπομπ, ανάλογα με το σε ποια χώρα βρισκόταν.
«Έχει το γούστο του και αυτό αλλά δεν ξέρω που να πάω. Οι πατούσες μόνο νιώθουν τη θερμότητα και κάπως έτσι σε βρήκα για να πούμε καμιά κουβέντα. Πρέπει να είμαι για χρόνια σε αυτή την παραλία και να κάνω πέρα δώθε για πάνω από δέκα ζωές. Αν δεν έχεις καρδιά τα ταξίδια είναι κομματάκι δύσκολα.»
Εκείνος, φαντάστηκε για λίγο πως θα μπορούσαν και να ερωτευτούν και όλα να γίνουν πιθανά αλλά ο συνδυασμός ήταν αταίριαστος. Ήθελε μόνο ένα πόδι, ένα χέρι και ένα πλευρό ενώ εκείνη ήθελε έναν ολόκληρο κορμό και ένα κεφάλι με δύο μάτια, δύο αυτιά και ένα στόμα ολόκληρο.
«Το φεγγάρι. Κοίτα το φεγγάρι. Γεμίζει άραγε ή αδειάζει;» την ρώτησε.
«Τι σημασία έχει αφού μισό είναι;» του απάντησε εκείνη και έφτιαξε το παρεό της, εγκλωβίζοντας την μια του άκρη με τα δύο δάκτυλα των ποδιών της και ρίχνοντας τη στην άλλη άκρη που ακουμπούσε πάνω στην άμμο και στη αριστερή του πλευρά.
Εκείνος της μίλησε για φιλοσοφία. Πως άλλο είναι να περιμένεις να εξαφανιστείς κάποτε και άλλο να γίνεις γεμάτος και να φωτίσεις όλον τον κόσμο. Της μίλησε για προσδοκίες και τα τοιαύτα και εκείνη άκουγε και της άρεσε όλο αυτό αλλά στο τέλος σηκώθηκε να φύγει γιατί το φεγγάρι όλο άλλαζε θέση και η συζήτηση άλλαζε θέση και η γη άλλαζε θέση και ποιος ξέρει τη στο διάβολο γινόταν με το σύμπαν ολόκληρο.
«Θα με συγχωρέσεις αλλά πρέπει να φύγω τώρα. Να με θυμάσαι. Εγώ δε γίνεται να σε ξεχάσω, άκουγα τους χτύπους από την καρδιά σου όλη αυτή την ώρα. Ένας άνθρωπος χωρίς καρδιά μπορεί να καταλάβει καλύτερα από τον καθένα κάποιον από το πώς η καρδιά του χτυπά. Ξέρεις! Αυτό που δεν έχουμε είναι εκείνο που είμαστε γιατί είναι εκείνο που θέλουμε να γίνουμε αφού είναι εξαιρετικά απίθανο να το αποκτήσουμε ποτέ και συνεπώς είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο να σκεφτόμαστε πως κάποτε το ακατόρθωτο θα γίνει μια μέρα πράξη μόνο για εμάς.

Εκείνος την κοίταξε να φεύγει και κατάλαβε πως το φεγγάρι είχε φύγει. Ξημέρωνε και πάλι. Ξύπνησε πάνω στην πετσέτα του. Ένοιωσε μισός για πρώτη φορά στον ξύπνιο του και ας ήταν πιο ολόκληρος και από πανσέληνο που μπροστά της οι λύκοι ουρλιάζουν ενώ οι τίτλοι τέλους μια ταινίας του Hollywood πέφτουν. 
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget