Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΤΣΙΓΑΡΑ



Το είχε πάρει απόφαση. Το πακέτο είχε τέσσερα τσιγάρα μέσα, όταν τα κάπνιζε όλα μετά θα αυτοκτονούσε. Το κάπνισμα αυτό θα ήταν κάτι σα ξυπνητήρι. Άναψε λοιπόν το πρώτο.
Έβλεπε τον καπνό να ξεχύνεται μπροστά και πότε πότε τον έβγαζε από τα ρουθούνια του. Το είχε δει σε ταινίες του Χολυγουντ με κάτι σκληρά τυπάκια μέσα. Τους έκανε να μοιάζουν λίγο ταύροι με αυτό τον τρόπο. Εκείνου δε του άρεσε η αίσθηση, προτιμούσε να γεύεται τον καπνό, όχι να τον μυρίζει στην έξοδο. Δεν ήταν και κανένα σκληρό τυπάκι εξάλλου. Αν ήταν θα προτιμούσε να σκοτώνει αντί να αυτοκτονεί. Αν και τελικά το να θέλει να αυτοκτονήσει κάποιος δεν είναι και εύκολο πράμα. Αυτός που αυτοκτονεί θα μπορούσε κάλλιστα να σκοτώσει κάποιον τριγύρω. Ίσως ηρεμούσε έτσι. Ίσως αισθανόταν καλύτερα μετά. Αν θέλει σταθερό χέρι του να σκοτώσεις τότε όταν το όπλο στρέφεται στο ίδιο σου το καύκαλο τότε θέλει ακρίβεια μελετημένη. Η στάχτη έπεσε μισή έξω, μισή μέσα στο τασάκι. Η καύτρα είχε φτάσει στο φίλτρο. Μια απαίσια μπόχα, η ίδια μπόχα που μυρίζει όταν τα ωραία τελειώνουν. Έβγαλε το δεύτερο τσιγάρο από το πακέτο. 

Το άναψε με την καύτρα που χαροπάλευε μέσα στο τασάκι. Δε ρούφηξε, μόνο πίεζε. Το τασάκι του ήταν ένα νεκροταφείο από γόπες. Είχαν ξεχειλίσει. Στρίμωξε το τσιγάρο του εκεί μέσα και περίμενε. Το σήκωσε και το κοίταξε. Δεν είχε ανάψει ακόμα. Έβγαλε τον αναπτήρα από την τσέπη και άναψε με αυτόν το κατασχετήριο του σπιτιού του. Το χαρτί λαμπάδιασε στο λεπτό. Το έφερε μπροστά του και ρούφηξε, καψαλίζοντας τα φρίδια του. Πρίν προλάβει να πετάξει το χαρτί στο πάτωμα, το τσιγάρο του έπεσε από το στόμα. Τα δάκτυλα του είχαν καεί για τα καλά και εκείνος χοροπηδούσε πάνω στη φλόγα, προσπαθώντας να τη σβήσει. Στο πάτωμα υπήρχαν ένα σωρό σκουπίδια. Πακέτα τσιγάρων, κατασχετήρια, λογαριασμοί νερού, λογαριασμοί τραπεζών και δε συμμαζεύεται. Όλα τους είχαν πάρει να ξερνάνε φλόγες. Εκείνος χοροπηδούσε με μανία πάνω τους καταφέρνοντας να σβήσει τη φωτιά, λίγο πρίν λαμπαδιάσει το χαλί. 

Πήγε λαχανιασμένος στο γραφείο του και κάθησε. Κοίταξε το μαυρισμένο χαλί και το πακέτο με τα τσιγάρα που έχασκε σα χαμόγελο μπροστά του. Άνοιξε το συρτάρι του και έβγαλε από μέσα τον χαρτοκόπτη. Η ώρα πλησιάζε, τα τσιγάρα λιγόστευαν. 

Στρίμωξε το τρίτο τσιγάρο στα δάχτυλα του και το έφερε μεσα στο στόμα. Πάτησε τον αναπτήρε και ρούφηξε. Έγυρε πίσω στην πλάτη της καρέκλας και κοίταξε το πακέτο με το τελευταίο τσιγάρο μέσα. Πάντα έλεγε πως θα το έκοβε μια μέρα. Θα γλίτωνε χρήματα και τα πνευμόνια του. Θα το έκοβε μια μέρα και θα γλίτωνε για τα καλά. Η ανάγκη όμως ερχόταν στις δυσκολίες και τα πακέτα άδειαζαν στα τασάκια και γέμιζαν στο περίπτερο. Οι δυσκολίες δεν έφευγαν και του έμοιζε άκαιρο να ξεκινήσει να φτιάχνει τη ζωή του κόβοντας το τσιγάρο. Ξεφύσηξε. Έκλεισε τα μάτια. Προσπάθησε να βγάλει την τζούρα από τα ρουθούνια του. Αυτή τη φορά έβηξε. Πολύ έβηξε. Δε μπορούσε να ανασάνει τώρα. Χτύπησε το χέρι του πάνω στο γραφείο και σηκώθηκε όρθιος. Έμπηξε το τσιγάρο μέσα στο τασάκι και όλες εκείνες οι γόπες ξεχύθηκαν σα μελλοθάνατοι ενός ναυαγίου. Άρχισε να στριφογυρίζει και να σφίγγει τον λαιμό με τα χέρια του. Κοπανούσε με την πλάτη του τον τοίχο του διαδρόμου, πηγαίνοντας προς την κουζίνα για νερό. Πότε δεξιά, πότε αριστερά. Έπεσε στα γόνατα και μπουσούλησε εως το νεροχύτη. Χτύπησε τη ράχη της βρύσης και έβαλε το στόμα του από κάτω. Οι γουλιές έπεφταν μέσα του, βρέχοντας του το πρόσωπο. Η ανάσα του ξανάρθε. Σκαρφάλωσε πάνω στον πάγκο της κουζίνας και ξάπλωσε. Ήταν η ώρα. Θα πήγαινε μέσα στο γραφείο ξανά και ανάβοντας το τελευταίο τσιγάρο θα έκοβε τις φλέβες του. Οι γείτονες θα τον έβρισκαν στην επόμενη πληρωμή των κοινοχρήστων. Οι άνθρωποι των αναζητούσαν έντονα όταν έπρεπε να πληρώσει. Οι φίλοι ξεθώριαζαν. Ίσως το μάθαιναν από τις ειδήσεις μια μέρα. 

Έβαλε πλώρη για το γραφείο και το τέταρτο τσιγάρο. Κάθησε ξανά στην καρέκλα και το έφερε στο στόμα του. Έπιασε αναπτήρα και κοπίδι μαζί. Σκέφτηκε να ανάψει και όσο καπνίζει να φαλτσάρει την πορεία από το αίμα του. Ήταν όμορφη εικόνα. Σχεδόν ποιητική. Πάτησε τον αναπτήρα αλλά δε ρούφηξε. Φοβήθηκε. Θυμήθηκε το άγχος του να μη μπορείς να πάρεις ανάσα. Θυμήθηκε το άγχος του να σβήνεις μια φωτιά. Το να μη ξέρεις αν θα σβήσει τελικά. Χάιδεψε με τη ράχη από το ξυράφι τους καρπούς του και το άφησε στο πλάι. Πήγε στην κουζίνα για δεύτερη φορά. Θα έφτιαχνε ένα εσπρέσσο και θα κάπνιζε το τσιγάρο. Μετά θα το έκοβε. Ήταν σα να αυτοκτόνησε τελικά και τώρα όλα έμοιαζαν πιο απλά. Δεν ήξερε αν το τσιγάρο του έσωσε τη ζωή ή αν ήταν τόσο δειλός. Μετά από αυτό το τσιγάρο θα το έκοβε για τα καλά. Ήθελε να δει ως που μπορεί να φτάσει. Όλα ήταν δρόμος και εκείνος δεν ήθελε φλόγες και βήχα στην πορεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget