Ο Φίλιππος Γαλιάσος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και έχει αποφοιτήσει από το Ο.Π.Α. To βιβλίο «Δι

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΖΩΗ

Σχετική εικόνα


Κοιτάζω μια γραμμή πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Την κοιτάζω από την καρέκλα που κάθομαι με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Έξω κάνει κρύο του Φλεβάρη. Φυσάει σαν αποσυμπίεση. Η γραμμή πάνω στο χαρτί έχει αρχή μέση και τέλος. Δε γνωρίζω την αρχή της, ούτε πιο είναι το τέρμα. Από κάπου κατέληξε και μετά το μολύβι σηκώθηκε, σα βελόνα από το πικαπ ενώ ο δίσκος τελείωσε τα τραγούδια της πλευράς του. 
Καθώς λοιπόν καθόμουν εκεί, σκέφτηκα πως η γραμμή μπορεί να έμοιαζε σα μια μόνο γραμμή αλλά τελικά ήταν κάτι περισσότερο από αυτό. Ήταν μια ζωή, μια πορεία πάνω σε ένα χαρτί που μπορεί να σχεδιάστηκε στα ξαφνικά, ίσως από τύχη, ίσως κατά λάθος . Ήταν όμως μια ξεκάθαρη πορεία. Μια ζωή.
Συνεχίζοντας να ακούω έξω τον άνεμο να χώνεται σε κάθε μικρό ή μεγάλο άνοιγμα αυτού του πολιτισμένου κόσμου, προσπαθώντας να το ξεπατώσει, αισθάνθηκα ένα τρεμόπαιγμα στα βλέφαρα μου. Προσπαθούσα να καταλάβω καλύτερα το πράγμα.
Η γραμμή αυτή ίσως δεν ήταν αρκετά ευτυχισμένη ακόμα και για τα πλαίσια ευτυχίας που μια γραμμή έχει το δικαίωμα να ελιχθεί. Εννοώ πως δεν είχε καταφέρει να γεμίσει ολόκληρο το χαρτί με την πορεία της. Δεν είχε προσπαθήσει (καταφέρει;) να παραγκωνίσει όλο το λευκό τριγύρω της, εξουσιάζοντάς το με την ύπαρξη της. Ήταν μόνο μια γραμμή πάνω στο χαρτί.
Επίσης, δε φαινόταν να πολυσκοτίζονταν για την αρχή και το τέλος της. Κοιτάζοντας με πολλή προσοχή, δε μπορούσα να πω με σιγουριά από πού ξεκίνησε και που τελικά κατέληξε. Δεν ήξερα την αρχή και το τέλος και ίσως γι’ αυτό μπορούσα να επικεντρωθώ  μόνο στο σχήμα που είχε αφήσει. Στην αποτύπωση πάνω στο χαρτί. Αρκετοί άνθρωποι από την άλλη περιέγραφαν την πορεία τους με αρχή, μέση και τέλος. Σου έλεγαν "κοίτα που ήμουν και τι κατάφερα". Η γραμμή δεν είχε αυτό το άγχος. Ήταν σχεδόν ξεκάθαρο πως αυτό που ήθελε ήταν να χαράξει τη δική της ζωή πάνω στο χαρτί και δεκάρα δεν έδινε για το βιογραφικό της. Δεν είχε αυτό το άγχος της εξέλιξης. Του να πάει παραπέρα. Δε γινόταν πιο παχιά ή πιο λεπτή, απλά άρχιζε και τελείωνε.
Και όλο αυτό το λευκό τριγύρω; Ήταν τα πράγματα που δεν κατάφερε να κάνει μήπως στη ζωή της; Μην τα άφησε επίτηδες απάτητα για να μπορεί έτσι να αναδείξει την παρουσία της; Μην αποφάσισε πως η σελίδα είναι τόσο μεγάλη και μυστηριώδης που καλά θα έκανε να κάτσει εκεί που ξέρει; Ή πάλι μήπως δεν έδινε και μεγάλη σημασία σε όλο αυτό που υπήρχε γύρω της και εκείνη έκανε αυτό που πραγματικά ήθελε;
Είχα φτάσει σε ένα σημείο που αν ήμουν αυτή η ευθεία μάλλον θα ήμουν στα μέσα της. Καθώς αυτή η σκέψη μου ήρθε, πήρα το ποτήρι και βγήκα στο μπαλκόνι. Ήταν ένα μάτσο χάλια εκεί. Ήταν γεμάτο με φύλλα και αέρα. Κρύωνα και δεν μπορούσα να ανάψω το τσιγάρο μου. Η τέντα ήταν έτοιμη να φύγει και το τραπεζάκι βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού. Αν ήμουν κάπως σοβαρός θα έπρεπε να πάρω τις προφυλάξεις μου για όλα αυτά πρωτίστως και να μην σκέφτομαι γραμμές πάνω στο χαρτί. Δε μπορούσα όμως να μη το σκέφτομαι: Σε όλη μου τη ζωή μάθαινα καινούργια πράγματα, αποκτούσα πιο εξελιγμένες συσκευές, καθημερινά έλυνα συνέχεια προβλήματα και ξεπερνούσα εμπόδια και αυτή εκεί η γραμμή μου έβγαζε με αυθάδεια τη γλώσσα της.
Είχε μια ομαλή πορεία και εγώ συνέχεια πάλευα σα χάμστερ μεσα σε περιστρεφόμενο κύλινδρο. Εκείνη είχε απλωθεί με χάρη πάνω στο χαρτί ενώ εγώ προσπαθούσα να γεμίσω το χρόνο μου με πράγματα που τον ξεπερνούσαν. Εκείνη δεν έδινε δεκάρα για το πώς ξεκίνησε και που κατέληξε ενώ εγώ προσπαθούσα να πλατύνω την ύπαρξη μου.
Μπήκα ξανά μέσα, ξέπλυνα το ποτήρι, βάζοντας το στο πλυντήριο πιάτων. Χώθηκα στο κρεβάτι και κοιμήθηκα. Την επόμενη ημέρα η γραμμή πάνω στο χαρτί ήταν ακόμη εκεί. Ήταν ακριβώς η ίδια με εχθές. Χάρηκα κάπως με αυτό όχι με χαιρεκακία αλλά γιατί κατάλαβα πως εγώ ακόμα μπορώ να ζωγραφίσω τη ζωή μου πάνω στο χαρτί. Και κάπως έτσι τσούλησε το πρωινό της Κυριακής και ελπίζω πολλά μετέπειτα πρωινά, μετά από αυτό.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΡΑΔΥ (Ή ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝΑ ΜΥΛΟ ΠΙΠΕΡΙΟΥ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ)

Έβλεπα τα αντικείμενα πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
Ένα τρίφτη πιπεριού, την ψωμιέρα, ένα πακέτο με κορν φλεικς, μια καφετιέρα, άσπρη ζάχαρη,
Μαύρη ζάχαρη,
Λίγο καφέ τριμμένο μέσα σε ένα δοχείο πλαστικό.
Καθόμουν εκεί και τα παρατηρούσα.
Προσπαθώντας να γράψω ή να σκεφτώ κάτι,
Ό,τι ερχόταν πρώτο.
Για ώρα δεν τα κατάφερνα. Τα αντικείμενα στεκόντουσαν εκεί περιμένοντας ίσως.
Να τα μεταχειριστώ ή να γράψω ή να σκεφτώ.
Ό,τι ερχοταν πρώτο.

Δεν ήμουν πολύ λυπημένος όμως, μα ούτε ευτυχισμένος πολύ.
Ο τρίφτης, η καφετιέρα, το πακέτο των κορν φλείκς δεν έδιναν σημασία σε αυτά.
Ζητούσαν απλά να είναι χρήσιμα, να τρίβουν, να ψήνουν, να τσουλάνε σε μπόλ.
Να μη ξεχαστούν σε κάποιο ντουλάπι.
Να μην πεταχτούν.
Να μην πεθάνουν ενώ ακόμα αντέχουν.

Νόμιζα έτσι πως και εγώ δεν απείχα και πολύ από αυτά.
Κάπως έτσι το σκεφτόμουν και εγώ. 
Να μην πεθάνει κανείς, όντας ζωντανός.
Κάπως σαν κατάθλιψη ίσως αλλά αυτή είναι μια μοντέρνα έκφραση των καιρών μας,
Μια έκφραση που εκφράζει την παραίτηση.
Αλλά και ο τρίφτης και η καφετιέρα δεν μου μοιάζουν πως καταβάλουν μεγάλη προσπάθεια.
Στέκουν εκεί και περιμένουν.
Εγώ όμως πρέπει να είμαι περισσότερο ενεργητικός. 
Ίσως όμως,
αν σκεφτόμουν σαν ένας τρίφτης πιπεριού,
απλά θα περίμενα κάποιον να με χρειαστεί.
Δε θα χολόσκαγα για το ενδιάμεσο.
Δε θα σκεφτόμουν πως η λύπη ξεπερνιέται αν σκεφτείς μια μεγαλύτερη λύπη,
ενώ η χαρά δεν χρειάζεται συγκρίσεις.

Και κάπως έτσι πήρα τον τρίφτη και τον έτριψα.
Το πιπέρι κατέβαινε στον πάγκο.
Μετά άρχισα να μυρίζω το τριμμένο πιπέρι.
Και με έπιασε ένα ευλογημένο φτέρνισμα.
Και μετά από ώρα πολύ με έπιασαν τα γέλια.
Φταρνιζόμουν ασταμάτητα και με ένα πραγματικά αστείο τρόπο που δεν γνώριζα πιο πρίν.

Έτσι και εγώ και ο τρίφτης βρήκαμε τη θέση που μας αρμόζει σε αυτό το σύμπαν.
Για λίγο έστω.
Για μια στιγμή που είναι όλη δική μας.


Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

ΤΙ ΕΣΤΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ;


Τα καλύτερα έρχονται,
Όσο τα χειρότερα επιμένουν να μας υπενθυμίζουν,
Την αργοπορία των πρώτων.

ΙΣΩΣ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΑΜΠΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΗΣ




Μου την είχε σπάσει για τα καλά εκείνη η χαλασμένη λάμπα που ένας θεός γνώριζε τον ανώμαλο εφευρέτη της. Την είχα ξεβιδώσει και είχα πάρει σβάρνα όλα τα μαγαζιά που πουλάνε λάμπες. Τζίφος όμως. Κανένας δεν γνώριζε το είδος αυτό. Μετά, όλο νεύρα, γύρισα στο δωμάτιο και ξεπάτωσα το ντουί της. Άφησα ξοπίσω τα καλώδια να χάσκουν απειλητικά μέσα από το φωτιστικό και πήρα και πάλι τους δρόμους. «Αφού δεν υπάρχει η λάμπα τότε θέλω να αλλάξω το ντουί του φωτιστικού. Να μου δώσετε ένα ντουί που να παίρνει λάμπες που έχετε. Αν είναι δυνατόν δώστε μου ένα ντουί που να παίρνει τις λάμπες που πουλάνε περισσότερο» είπα στον πρώτο, στον δεύτερο και στον τρίτο πωλητή που έτυχε να μιλήσω στα μαγαζιά που επισκέφτηκα, κρατώντας εκείνο το αθώο ντουί με εκείνη την κακούργα λάμπα βιδωμένη μέσα του.
Όλοι τους άρχισαν να με ρωτάνε διάφορα για το φωτιστικό αυτό, για τα βατ του, τα βόλτ του και ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες που εγώ δεν καταλάβαινα αλλά εκλάμβανα ως μια πονηρή πρόθεση εκ μέρους των πωλητών για να μάθουν όλες τις πικάντικες πτυχές της διακόσμησης του σπιτιού , αφήνοντας παράλληλα τον χρόνο να τρέχει ανούσια και αγόγγυστα πάνω στη μηνιαία τους μισθοδοσία.
Μετά από όλο αυτό βρέθηκα έξω από ένα άλλο μαγαζί που η ταμπέλα του έλεγε πως πουλάει ηλεκτρολογικό υλικό «παντός είδους». «Έ, εδώ σίγουρα θα έχω μια ευκαιρία παραπάνω» αναλογίστηκα και μπούκαρα μέσα. Με υποδέχτηκε ένα τύπος που είχε ένα κίτρινο μούσι γύρω από το στόμα του το οποίο γινόταν ολοένα και λευκότερο όσο οι πτυχώσεις των τριχών απομακρύνονταν από αυτό. Κρατούσε ένα σβησμένο στριφτό τσιγάρο μεταξύ δείκτη και μέσου του δεξιού του χεριού, ενώ το αριστερό του χέρι ήταν χωμένο μέσα στην αριστερή του τσέπη. Του είπα λοιπόν όλη την πονεμένη μου ιστορία και εκείνος μου απίθωσε το χέρι της αριστερής του τσέπης για να του ακουμπήσω τη λάμπα. Την πήρε και την πλησίασε τόσο κοντά στα μάτια του που για μια στιγμή αναρωτήθηκα αν είχε πρόθεση να τη βιδώσει στις κόγχες τους για να δει αν αυτή τελικά λειτουργεί.
«32,5 βατ» φώναξε σχεδόν και αμέσως μετά είπε «να μια δύσκολη περίπτωση». Το τελευταίο βγήκε παρέα με μια στριγγλιά από μέσα του. Άρχισε τότε να προχωράει και να χώνεται σε διαδρόμους και σκάλες που υπήρχαν σε αφθονία μέσα σε εκείνο το μαγαζί το οποίο από έξω έδειχνε πολύ μικρό αλλά μέσα ήταν πραγματικά απεριόριστο. Οι διάδρομοι ήταν καμωμένοι για να χωράει κανείς ίσα ίσα ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να προσέχει για να μη ρίξει στο πέρασμά του τη σκονισμένη, ντανιασμένη, στρυμωγμένη, και σχεδόν σφηνωμένη πραμάτεια που βρισκόταν στα ράφια εκατέρωθεν. Τον ακολούθησα έως ότου εκείνος κάτσει σε ένα πάγκο ο οποίος είχε ακουμπισμένα ένα σωρό εργαλεία πάνω του. Σχεδόν ξαλάφρωσα εκείνη τη στιγμή, αλήθεια λέω. Βρισκόμουν στο σωστό σημείο την ύστατη στιγμή. Ο τύπος τότε πήρε ένα μολύβι από το τραπέζι, το στερέωσε στο πτερύγιο του αυτιού του με το χέρι που κρατούσε το σβησμένο τσιγάρο, πέταξε το τσιγάρο στο πάτωμα, κοίταξε τη λάμπα για λίγο, και μετά πήρε το μολύβι από το αυτί και άρχισε να φτιάχνει το περίγραμμα της λάμπας πάνω σε μια απόδειξη που υπήρχε εκεί. Κρατούσε τη λάμπα όρθια και γλυστρούσε το μολύβι γύρω της. Στα μάτια μου όλα έμοιαζαν τόσο μαγικά που κάλλιστα θα μπορούσα να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου ερευνώντας πως το φωτιστικό αυτό θα μπορούσε κάποτε και πάλι να λάμψει.
Μου τέντωσε το χέρι, αφήνοντας την λάμπα να κυλήσει μέσα στη χούφτα μου και μου είπε «έως το τέλος της εβδομάδας θα στην έχω». Έχοντας μείνει μαγεμένος δεν κατάφερα να αποκριθώ κάτι το σημαντικό ή έστω τυπικό παρά μόνο του είπα «δηλαδή μπορείς να την βρείς;».
«Σίγουρος δεν είμαι παιδί μου αλλά θα σε πάρω τηλέφωνο αν καταφέρω κάτι» μου απάντησε και μετά σηκώθηκε και άρχισε να ελίσσεται σαν αρχαίος δαίμονας μεταξύ των διαδρόμων που οδηγούσαν προς την έξοδο και το κυρίως κατάστημα.
Λίγο πριν τον χαιρετήσω του έκανα άλλη μια ερώτηση.
«Αν δεν την βρεις, θα μπορούσαμε να αλλάξουμε απλά το ντουί έτσι ώστε να δέχεται άλλη λάμπα;»
Και εκείνος μου αποκρίθηκε, κοιτάζοντας με για πρώτη φορά ίσα στα μάτια με τέτοιο τρόπο που έδειχνε πως μόλις είχα πει κάτι άπρεπο.
«Κάποτε τα έκανα και αυτά αλλά τώρα πιά όχι. Αν βρω την λάμπα έχει καλώς, αν όχι δε μπορώ να πάρω την ευθύνη».
«Να βρεις την λάμπα; Μα τότε γιατί την σχεδίασες στο χαρτί; Δεν θα προσπαθήσεις να την φτιάξεις; Να την αναπαράγεις; Να την κάνεις να ανάψει ξανά;» είπα χωρίς να το σκεφτώ και εκείνος με πλησίασε, έχωσε το μούσι του μπροστά μου και άρχισε να με κοιτάζει τόσο έντονα και από τόσο κοντά που σχεδόν ένιωσα την αμηχανία που πρέπει να ένιωσε η καμένη μου λάμπα καθώς την περιεργαζόταν.
«Κάποτε τα έκανα αυτά, αλλά τώρα όχι πια παιδί μου. Θα σε πάρω τηλέφωνο αν προκύψει κάτι» μου είπε και η αύρα που έβγαινε μέσα από τα κιτρινισμένα του δόντια με τίναξε στο πεζοδρόμιο όρθιο. Την επόμενη στιγμή περπατούσα σχεδόν σα να με καταδίωκε και την αμέσως επόμενη βρέθηκα στο σπίτι μου και κοιτούσα το φωτιστικό με τα καλώδια να χάσκουν επιδεικτικά προς το μέρος μου.
Μέχρι να με πάρει τηλέφωνο όλα ήταν πιθανά, αλλά έως τότε μπορούσα να έχω την πεποίθηση πως το δίχως άλλο εκείνος  πρέπει να ήταν ο αρχικός κατασκευαστής αυτής της λάμπας. Το δίχως άλλο, έτσι πρέπει να ήταν. Ένας κατασκευαστής που απαρνήθηκε το δημιούργημα του και τώρα αφώτιστο παραμένει το δωμάτιο που μέσα του βρίσκομαι να αναρωτιέμαι τέτοιου  είδους ζητήματα.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

ΤΩΡΑ ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΑ


Ξύπνησα μέσα από εκείνο το όνειρο. Ιδρωμένος, στη μέση της νύχτας, για άλλη μία φορά στον καναπέ. Το παντζούρι του δωματίου ήταν ορθάνοιχτο και πήγα και στάθηκα μπροστά του. Κοίταξα έξω. Άγγιξα το ιδρωμένο από το κρύο τζάμι γιατί είχα δει να το κάνουν και στις ταινίες. Μου άρεσε. Αυτή η αίσθηση εννοώ. Με βοήθησε το παγωμένο κρύσταλλο στην παλάμη μου. Ήταν σαν πρωινός καφές μα ήταν μόνο βράδυ ακόμη. Έξω ήταν η νύχτα. Στατική, λίγα φώτα μόνο στους δημοτικούς λαμπτήρες των πεζοδρομίων. Τα αμάξια λιγοστά και η πόλη έπαιρνε τις ανάσες της. Για άλλη μια φορά ξυπνούσα στο κέντρο της πόλης. Της νύχτας.  Ακόμα πιο κεντρικά βρισκόμουν εγώ με τη μία μου παλάμη να γλιστρά πάνω στο παράθυρο.
Τι ήταν αυτό το όνειρο; Πως και το θυμόμουν ακόμη; Δεν ήταν ούτε φόβος εφιάλτη μα ούτε το άγχος μιας ανεκπλήρωτης υποχρέωσης που έσουρνε το κύμα της καθημερινότητάς μου. Ήταν κάτι μεγαλύτερο από όλα αυτά. Κάτι σαν κρυφοκοίταγμα στο απαγορευμένο δωμάτιο του σπιτιού. Σαν άγιος να κρατά μαχαίρι. Όλα είχαν έρθει τα πάνω κάτω. Και η σκέψη δεν έλεγε να κατακάτσει μέσα μου, να ηρεμήσει, να φύγει, να χαθεί. Δεν την άντεχα αυτή την οπτική. Τι είχα δει; Ένας δικός μου άνθρωπος που είχε πεθάνει από χρόνια τώρα, με κοίταζε από τον ουρανό. Για κάποιο περίεργο λόγο εγώ άκουγα τις σκέψεις, τις λέξεις, τα αισθήματα του για μένα. Δεν είχα φερθεί όπως θα έπρεπε σε αυτόν. Δεν είχα πράξει τα ανάλογα ούτε είχα κάνει το παραμικρό από όσα τώρα πλέον σκέφτομαι πως θα ήθελα να είχα κάνει.
Με κοίταζε λοιπόν, από εκεί ψηλά ή από κάπου αλλού και ενώ πάντα μου πίστευα πως όσοι φεύγουν μακριά αποκτούν την ικανότητα να συγχωρούν τα πάντα, εκείνος δεν συγχώρησε, όσα έκανα αλλά κυρίως δεν συγχώρησε όσα θα μπορούσα να είχα κάνει αλλά δεν έκανα. Και αισθάνθηκα μετά πως αν τελικά έτσι πάει, αν όσοι φεύγουν η πίκρα παγώνει μέσα τους, τότε παράδεισος δεν πρέπει να υπάρχει. Είχα συνηθίσει βλέπετε να θεωρώ πως σαν πετά κανείς μακριά όλα τότε γίνονται πολύ μικρά γιατί μια μεγαλύτερη εικόνα του συνόλου κυριαρχεί. Το όνειρο με διέψευσε. Όσα λάθη κάνουμε τα κουβαλάνε μαζί τους οι άνθρωποι που μας αφήνουν, που μας αγάπησαν και επειδή δεν είχαμε την πολυτέλεια της σωστής ψυχολογίας, δεν το ανταποδώσαμε ποτέ.
Δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω σωστά. Είναι σα τη γνωστή ατάκα «Αγάπη μου να σου εξηγήσω» όταν η γυναίκα σου σε πιάνει να κυλιέσαι στα πράσα με κάποια άλλη. Θα προσπαθήσω όμως να το πω αλλιώς: Όλοι μας γνωρίζουμε πως έχουμε κάνει λάθη στη ζωή μας. Φτάνουμε -αρκετοί, όχι όλοι- σε κάποιο σημείο που αισθανόμαστε πως έχουμε αλλάξει, όχι γιατί έπεσε ένας κεραυνός γνώσης πάνω μας, αλλά κυρίως γιατί μεγαλώσαμε, κάναμε τον κύκλο μας και μπορούμε να ξεψαχνίσουμε πιο λεπτομερειακά τα πράγματα. Όταν λοιπόν φτάνουμε σε αυτό το σημείο, αισθανόμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Και οι καλύτεροι άνθρωποι μπορούν να συγχωρούν. Οι καλύτεροι άνθρωποι θέλουν να πάνε πιο μακριά από μια σφηνωμένη μαύρη σκέψη και επειδή αισθάνονται πως μπορούν τελικά οι ίδιοι να συγχωρέσουν, πιστεύουν πως μπορούν και οι υπόλοιποι να τους συγχωρέσουν. Και αν στη γη αυτό μοιάζει ίσως πολύ δύσκολο, στα ουράνιο είναι σχεδόν ένα κεκτημένο. Φανταστείτε όλους εκείνους που έχετε φερθεί σκάρτα να το κρατάνε Μανιάτικο στον παράδεισο. Τότε ποιος ο λόγος να γινόμαστε καλύτεροι; Γιατί να μπορούμε να συγχωρούμε;
Όταν λοιπόν ξύπνησα είχα διάφορές  γεύσεις στο στόμα μου.
Η πρώτη ήταν πως τα πράγματα ήταν έτσι. Παράδεισος δεν υπάρχει και όλοι εκείνοι που φεύγουν αποτραβιούνται σε μια μαύρη τρύπα, δεν μπορούν να δουν κανέναν από τους ανθρώπους που συναναστράφηκαν πριν. Αποτραβιούνται μαζί με όσα μπαγκάζια τους άφησαν οι ζωντανοί. Και σαν περάσουν αυτή τη μαύρη τρύπα τότε η πόρτα κλείνει πίσω τους και δεν υπάρχει καμιά μνήμη. Μόνο μια πίκρα πως αυτό το επεισόδιο δεν γυρίστηκε σωστά.
Η άλλη γεύση ήταν πως οι άνθρωποι εκείνοι έκλεισαν τον κύκλο τους με τη γνώση πως δεν κατάφεραν να τον ολοκληρώσουν. Και σαν ανέβουν εκεί ψηλά βλέπουν, ακούν και μαθαίνουν τα πάντα. Και είναι παντελώς ανίκανοι να συγχωρέσουν. Δεν το κάνουν από κακία, απλά δεν έχουν πλέον αυτή την ικανότητα.
Στη συνέχεια μου ήρθε μια γεύση πιο αισιόδοξη. Αν τελικά ήταν έτσι τα πράγματα τότε έπρεπε να προκάνουμε να πράξουμε τα σωστά όσο ακόμα ζούμε. Να γίνουμε ωραίοι άνθρωποι, με χαμόγελα λαμπρά που να μπορούν να διαγράφουν με άνεση το παρελθόν, προς χάρη ενός λυτρωτικού μέλλοντος.
Αλλά τώρα τα λέω αυτά. Τώρα τα σκέφτομαι. Και όσο και να τα σκεφτώ δεν ξέρω πατέρα πως μπορώ τώρα να δείξω όλη αυτή την αγάπη που μάζευα για σένα όλα αυτά τα χρόνια. Σαν εσύ έφυγες και εγώ ήμουν ένα άγουρος άνθρωπος που δεν ήξερε να συγχωρεί, και να αγαπά. Ελπίζω μόνο πως υπάρχει παράδεισος. Ελπίζω εσύ να είσαι εκεί και όσοι τώρα είστε εκεί να έχετε αυτή την ικανότητα να συγχωρείτε αλλά πολύ περισσότερο να έχετε την ικανότητα να βλέπετε την αγάπη που ποτέ δεν εκφράστηκε να φυτρώνει σαν εσείς φύγατε.
Έτσι θέλω να πιστεύω πως συμβαίνουν τα πράγματα. Για να έχει και αυτός ο κόσμος ένα κάποιο νόημα.  Για να μπορώ να σου πω πόσο τώρα σε αγαπώ.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

ΓΙΟΥΚΑΛΙΛΙ

Αποτέλεσμα εικόνας για ukulele in sea
Κάποτε έπαιζα στην αγάπη μου σκοπούς με ένα γιουκαλίλι. Περνούσαμε όμορφα, ανάβαμε φωτιά στην παραλία και καθόμασταν δίπλα δίπλα. Εγώ γρατζουνούσα και εκείνη ακολουθούσε με τη φωνή της. 
Κάποια ημέρα το γιουκαλίλι έχασε τη μια του χορδή. Συνέβη τη στιγμή που τα είχα δώσει όλα και το ένα άκρο της χορδής που έσπασε, πήγε και την βρήκε στο ένα της μάτι. 


Μετά από μερικούς μήνες στο νοσοκομείο, ξαναπήγαμε στην παραλία, ανάψαμε φωτιά, εκείνη πλέον με ένα μάτι και εγώ με ένα γιουκαλίλι που είχε μια χορδή λιγότερη. Προσπαθήσαμε ξανά να αυτοσχεδιάσουμε μέσα στη νύχτα αλλά δεν ήταν το ίδιο. Έμοιαζε πως φοβόμασταν μη μας ακούσει κάποιος. Εγώ κρατούσα το γιουκαλίλι σαν χειροβομβίδα που με νάζι είχε πετάξει την περόνη της και εκείνη είχε καθίσει κάπως απόμακρα, σα να περιμέναμε δύο με τρεις ακόμα τους οποίους θα βάζαμε ανάμεσα μας.


Μετά από εκείνη τη μέρα που η χορδή είχε σπάσει, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Εγώ πλέον έδινα περισσότερη προσοχή στην τεχνική, σκεφτόμουν πως οι υπόλοιπες χορδές έμοιαζαν περισσότερο πολύτιμες καθώς καλούνταν να επιτελέσουν ένα έργο που πριν ερχόταν εις πέρας με περισσότερες.
Και νομίζω πως την αγάπησα από τότε πιο πολύ. Έτσι καθώς με κοιτούσε με το ένα της μάτι να κτυπάω τις χορδές με το δεξί μου χέρι. Δεν μπορούσαμε να αποχωριστούμε τον ήχο που έβγαζε αλλά ούτε τις νύχτες που ήμασταν μαζί. Απλά προσέχαμε λίγο περισσότερο και δίναμε περισσότερο βάση στη μελωδία. 


Κάπως έτσι εξελιχθήκαμε μουσικά και ερωτικά. Το πρώτο μάλιστα έγινε και το επάγγελμά μας και πάνε χρόνια τώρα που γυρνάμε τον κόσμο δίνοντας συναυλίες.
Και σαν τύχει να πρέπει να αλλάξω χορδές πάντοτε πετάω τη μια,΄αφόρετη, έτσι όπως είναι τυλιγμένη και καινούργια. Ναι εκείνη που είχε σπάσει. 


Αν ποτέ έχετε προσπαθήσει να παίξετε γιουκαλίλι καθώς είστε ερωτευμένοι τότε το δίχως άλλο θα έχετε παρατηρήσει πως οι νότες ποτέ δε στερεύουν σα τύχει κάποια χορδή να σπάσει.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΟΛΥ ΜΕΤΑ

Σχετική εικόνα


Στην αρχή πονούσε, μετά μούδιασε.
Ξεκίνησε από την αριστερή πατούσα και έφτασε έως τον καβάλο.
Ένα μυρμήγκιασμα που έφτασε μέσα σε λίγες ημέρες να δυσκολέψει την βάδιση.
Δεν είχε δώσει σημασία.
Τα έφερνε βόλτα με αυτό.

Μετά ξεκίνησε μια ζαλάδα,
έχασε μερικώς την όραση από το αριστερό μάτι,
και όταν κάποιος μιλούσε γυρνούσε με το δεξί αυτί για να ακούσει.
Ακόμη όμως και έτσι.
Τα έφερνε βόλτα.

Μη τα πολυλογούμε,
όταν ολόκληρη η αριστερή πλευρά,
είχε γίνει ένα μάτσο σμπαράλια,
η δεξιά είχε αρχίσει να αγκομαχεί.
Αλλά και έτσι όμως,
Τα έφερνε βόλτα.

Έως ότου η δεξιά πλευρά,
να ξεκινήσει την δική της πορεία
Ένα μάτι,
Ένα αυτί,
Λίγο κρεμασμένο χείλος δεξιά,
και το δεξί πόδι.
Α! και το χέρι επίσης.

Μετά παρακαλούσε για θάνατο.
Είχε σταματήσει να τα φέρνει βόλτα.
Ο Θεός όμως δε άκουγε.
Ήταν γνωστό σε μερικούς,
πως του άρεσαν τα μακρόσυρτα,
ατελείωτα,
ανεπανάληπτα παιχνίδια
πριν πάρει κάποια ψυχή.

Ποιος είπε πρώτος, ρομαντικό,
εκείνον που του αρέσουν τόσο
τα προκαταρκτικά παιχνίδια;

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

ΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΡΩΤΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΓΑΤΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για cat on the pavement
Μια γάτα με κοιτούσε, από την άκρη του πεζοδρομίου.
Με κοιτούσε καθώς πήγαινα στη δουλειά.
Καθώς περνούσα από μπροστά της.
Κοιτούσε επίμονα από τη μια γωνία έως την άλλη.
Απόρησα μόνο αφού την είχα προσπεράσει,
φτάνοντας ως την άλλη γωνία,
γυρνώντας και βλέποντας τη να κοιτάζει τώρα αλλού.
Τι να έβλεπε η γάτα πριν σε εμένα;
Με τόσο ενδιαφέρον;
Και γιατί τώρα έπαψε αυτό να την απασχολεί;
Και κάτι άλλο να κοιτάζει;

Δε με ένοιαζε τόσο ο λόγος του ενδιαφέροντος της.
Παρά μόνο η απόρριψη της.
Για έναν άλλο πεζό,
Που πήγαινε ίσως στη δουλειά του.
Από τη μια γωνία ως την άλλη.
Όπως εγώ πριν λίγο.

Οι γάτες είναι περίεργες.
Τα κρατάνε όλα για τον εαυτό τους.
Δε δείχνουν οίκτο, δε ζητάνε ελεημοσύνη.
Μα σα τύχει κανείς να ζητήσει τη γνώμη τους,
καλύτερα να ρωτήσει ένα σκύλο, 
ένα κοάλα,
μια τίγρη ίσως,
ένα δελφίνι καθώς πηδά έξω από το νερό,
ένα χιμπατζή καθώς ανοίγει την μπανάνα.

Αν έχει τύχει ποτέ να θέλετε επιβεβαίωση για κάτι,
τότε ένα να ξέρετε:
Ποτέ σας μη ρωτήσετε μια γάτα.



Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Ο ΜΟΝΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΔΥΟ ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΝ ΕΥΘΕΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΟΥΝ ΠΟΤΕ Η ΜΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ


Είναι δύσκολο να ζεις σε ένα κόσμο που τείνει να πιστέψει πως το τέλειο πρέπει να μοιάζει και να είναι αψεγάδιαστο, καλά γυαλισμένο και με παντελή έλλειψη εμφανών ελαττωμάτων.

Η σκέψη αυτή έρχονταν εδώ και ημέρες στο μυαλό μου. Γυρόφερνε,  στην αρχή με ασάφεια και μετά αποκτώντας ένα σχήμα οριστικό.

Πολλές ημέρες τυραννιέμαι πραγματικά και δεν μπορώ να ηρεμήσω πριν γυαλίσω το αμάξι, το πάτωμα, αν δεν στοκάρω τα χτυπήματα στους τοίχους, αν δεν ξυριστώ κόντρα, αν δεν είναι καλοσιδερωμένα τα ρούχα, και πάει λέγοντας. Αισθανόμουν πως αν δεν γίνονταν πρώτα όλα αυτά, δεν θα μπορούσα να προχωρήσω (η αλήθεια είναι πως αποκτώ μια κάποιου είδους ηρεμία με το να πέφτω στον καναπέ αποκαμωμένος, έχοντας ρυθμίσει κάθε εκκρεμότητα και καταφέρνοντας να φέρω κάθε λεπτομέρεια βόλτα). Αισθάνομαι για λίγο ασφαλής, πως μπορώ να ορίσω το μέλλον μου, να το τιθασέψω, να το ελέγξω. Κοιτάζω με το ένα άγρυπνο μάτι, ενώ το άλλο πέφτει για ύπνο, το ξεπλυμένο πάτωμα, το κρεμασμένο και ατσαλάκωτο πουκάμισο, τον πεντακάθαρο νεροχύτη και από τη μια αισθάνομαι πως τα κατάφερα ενώ ταυτόχρονα σκέφτομαι πως τώρα επιτέλους μπορώ να κάνω πράγματα που μου αρέσουν.

Και μετά; Μετά ανακαλύπτω πως τελικά δεν υπάρχουν πράγματα που μου αρέσουν περισσότερο από το να γυαλίζω, να πλένω, να φέρνω στην ευθεία, να τοποθετώ σωστά, να φροντίζω, να τικάρω σε λίστες εκκρεμοτήτων και να ξεσκονίζω. Ανακαλύπτω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από το να διώχνω μακριά κάθε μικρό κόκκο σκόνης που πέφτει πάνω στην μακρουλή ευθεία της κανονικότητάς μου, ταλαντώνοντάς τη, καθώς και να ξεπαστρεύω κάθε δακτυλιά που με φρίκη ανακαλύπτω πάνω στις λουστραρισμένες επιφάνειες της ζωής μου.

Και τότε είναι που φρίκαρα και η σκέψη που τόσες ημέρες ζουζούνιζε στο μυαλό μου, πήρε σχήμα οριστικό.

Το μέσο έγινε αυτοσκοπός. Αυτή η καταραμένη στιγμή! Σα μαραγκός που λάτρεψε το σκαρπέλο του τόσο πολύ που αποφάσισε να μη το φθείρει ξανά πάνω σε ξύλο. Έφθασα και εγώ σε τέτοιο σημείο που αγάπησα το δικό μου σκαρπέλο και ξέχασα την ξυλογλυπτική. Και κοιτάζω τώρα τις τέλειες ευθείες και τις καθαρές επιφάνειες που δεν έχουν τίποτα να μου πουν και τίποτα δεν προσθέτουν. Ανοίγω την τηλεόραση, κοιτάζω ευτυχισμένους ανθρώπους να φοράνε ντελικάτα ρούχα, να οδηγούν καλογιαλισμένα αμάξια και να περπατάνε σε αψεγάδιαστα πατώματα και όλοι τους γελάνε τόσο πολύ. Έχουν δίπλα τους πανέμορφους και τέλειους συντρόφους και τέλεια, πεντακάθαρα και πανευτυχή μωρά, μένουν σε τέλεια σπίτια, σε τέλειες γειτονιές και ο καιρός είναι για κοντομάνικο πάντα, και οι πλάκες των πεζοδρομιών πάντα είναι λευκές και οι αρμοί τους ακόμα περισσότερο λευκοί. Και αν μπεις μέσα στην εικόνα, σκύψεις και κοιτάξεις στην ευθεία του κάθε αρμού των πεζοδρομίων, θα δεις με έκπληξη πως ο κάθε ένας είναι σε ευθεία γραμμή και αν σηκώσεις το μάτι τότε θα ανακαλύψεις πως όλοι είναι παράλληλοι μεταξύ τους. Ποτέ τους δεν συναντιούνται, αλλά ούτε καταλήγουν πουθενά. Σα τις τέλειες ζωές μας, τις ατσαλάκωτες, ναι, αυτές που προσπαθούμε να φτιάξουμε, κάθε μέρα και περισσότερο. Στις διαφημίσεις όμως, όσοι περπατάνε σε τέτοια πεζοδρόμια, δείχνουν ευτυχισμένοι, περπατάνε πάνω τους δίχως φόβο για κάποια ξεχαρβαλωμένη πλάκα, η χαρά ξεπηδά μέσα από τα χαμογελαστά τους μάτια. Όσο πιο πολύ κοιτάζω αυτή την εικόνα τόσο επικεντρώνομαι στο μέσο και όχι στο χαμόγελο. Παλεύω για αυτές τις ευθείες γραμμές, ξύνω κάθε γρέζι, τρίβω κάθε λεκέ, σιδερώνω κάθε πιέτα, οργανώνω το παραμικρό με τέτοια εμμονή στη λεπτομέρεια που θα μπορούσα να δώσω μερικά μαθήματα σε νευροχειρούργο.

Και προσπαθώ να γυαλίσω τόσο πολύ τη ζωή μου και σχεδόν το έχω καταφέρει αλλά δεν μου μοιάζει πως έχω καταφέρει να δείχνω σαν διαφήμιση. Να έχω εκείνο το χαμόγελο εννοώ. Όλες εκείνες οι minimal σχεδιαστικές ευθείες που θα απλοποιούσαν την πολυπλοκότητα της σύγχρονης ζωή που ζω δεν τελειώνουν κάπου. Συνεχίζουν με εμένα καβαλάρη πάνω τους προς το απόλυτο πουθενά.

Θα ήθελα λίγη βρωμιά, λίγη αντικανονικότητα, ρόζους πάνω σε έπιπλα και φθαρμένες γωνίες στους τοίχους. Θα ήθελα να μπορώ να μη δίνω σημασία. Να καταλάβω πως αυτό το μέσο δεν οδηγεί πουθενά, είναι η γραμμή δίχως τερματικό σταθμό. Το τραίνο που μπορείς κάλλιστα να πάρεις και να μείνεις ήσυχος πως αν σε πάρει ο ύπνος κανένας δε θα σε ξυπνήσει πως επιτέλους έφτασες.

Καθώς ο ύπνος διπλοκλείδωνε τα μάτια μου στη νύχτα, ονειρεύτηκα εκείνο το βιντεάκι. Έδειχνε ένα τύπο που ρωτούσε: «Τι θα έπαιρνες μαζί σου αν επρόκειτο να ανεβείς στο βουνό;». Τον έδειχνε να παίρνει στην αρχή βαλίτσες με κάθε λογής εργαλείο, σωστικό μέσο, τρόφιμο, οτιδήποτε και μετά να το κουβαλά ξέπνοως, προσπαθώντας να προσεγγίσει την κορυφή. Μετά τον έδειχνε, με ένα μικρό βαλιτσάκι πλάτης όντας καταφέρνοντας να φτάσει στην κορυφή, κουρασμένο αλλά απόλυτα και απέραντα ευτυχή, να λέει: «Πήρα τα απαραίτητα μαζί μου, την εικόνα για το που θέλω να φτάσω και ένα κολατσό».

Τον χαιρόμουν εκείνο τον τύπο. Δε προσπαθούσε να γίνει μια τέλεια ευθεία. Ίσως φοβόταν πως αν όλοι τελικά κάποτε γινόντουσαν τέλειες ευθείες, απόλυτα παράλληλες και συντονισμένες μεταξύ τους, τότε το μόνο πράγμα που θα γινόταν είναι να μη συναντηθούν πότε οι πορείες τους και κυρίως να μη τερματίσουν πουθενά παρά να συνεχίσουν να χαράζουν τις τέλειες πορείες στους στο σύμπαν δίχως κανένα σκοπό παρά μόνο αυτόν της ανάγκης της μη παρέκκλισής τους.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα και αισθανόμουν καλύτερα. Ίσως λίγος κυρτός, καθότι ο ύπνος με είχε πάρει στον καναπέ.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΕ ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΑΤΙ ΠΟΥ ΚΟΙΤΟΥΣΕ

Θυμήθηκε τη ζητιάνα.
Ίσα που έστεκε.
Τον κοίταζε με το ένα της μάτι,
το άλλο αλλήθωρο, κοίταζε αλλού.
Τα κόκαλα εξείχαν από το δέρμα της,
σα να ήθελαν να καταλάβουν
τι να ζητά η ζητιάνα αφέντρα τους.

Έβγαλε κάτι ψηλά από την τσέπη,
ένοιωσε πως περίσσευαν για το θέαμα,
ή μάλλον ήταν εκείνο το άλλο,
το αλλήθωρο μάτι που δεν τον κοίταζε.
Ίσως μάλλον... 
και εκείνη η μεγάλη μελανιά που είχε,
ακριβώς κάτω από το καλό της μάτι με το οποίο τον κοιτούσε.

Αλλά πάλι όχι.
Ήταν σχεδόν σίγουρος,
πως τα κέρματα τα είχε βγάλει,
για το άλλο, το λοξό της μάτι.
Ναι, αυτό.
Ίσως σαν προσπάθεια να τον κοιτάξει και αυτό.
Ή περισσότερο για να ξεφύγει μια ώρα αρχύτερα από όλο αυτό.

Και όταν τελικά γύρισε σπίτι,
την σκεφτόταν.
Ίσως όχι ολόκληρη,
αλλά μόνο το λοξό της μάτι.
Ίσως και λίγο εκείνη τη μελανιά στο καλό της.
Πίστευε πως θα ξεμπέρδευε με τα κέρματα,
Αλλά είτε το ένα, είτε το άλλο, τα μάτια ακόμη τον κοιτούσαν.

Έβγαλε μια μπύρα από το ψυγείο,
Άνοιξε την τηλεόραση και έμαθε τις ειδήσεις.
Απαγωγές δύο παιδιών,
κάμποσες οικογένειες που κάηκαν ζωντανές,
και μια αυτοκτονία.
Η μπύρα κατέβαινε δροσερή.
Και ο χρόνος κυλούσε κανονικά με τα τικ και τακ των χορευτικών του παπουτσιών.

Και λίγο μετά,
τις 12:36 μετά τα μεσάνυχτα.
Αισθάνθηκε άβολα πραγματικά.
Όχι για τις ειδήσεις που έμοιαζαν ως καρτούν,
αλλά περισσότερο για εκείνο το μάτι που δεν τον κοίταξε.
Μακάρι να ερχόταν λοιπόν εκείνη η μέρα,
που η τηλεόραση θα ασχολούνταν με ξυλοφορτωμένες ζητιάνες.

Αν όχι για να τις αναδείξει,
ωστόσο να τις εντάξει.
Να αποτελούν μέρος της καθημερινότητας μόνο,
αντί να την κλονίζουν,
με τα λοξά, εκεί και εδώ τους μάτια.
Και όλα τότε θα γινόντουσαν κανονικά και πάλι,
δίχως κέρματα και αμφιβολίες.


Σάββατο, 25 Αυγούστου 2018

ΑΝΕΜΙΣΤΗΡΑΣ


Η μέρα είχε ρίξει το σούρουπο της πάνω μου προσπαθώντας να με δροσίσει. Πηγαινοερχόμουν μέσα στο δωμάτιο, ανοιγοκλείνοντας παράθυρα και πόρτες, προσπαθώντας να κάνω το ρεύμα να γίνει ρεύμα, να δροσιστώ κάπως, να ηρεμήσω, να πέσω για ύπνο κάποια στιγμή και να δω όμορφα όνειρα. Ίδρωνα και στέγνωνα, η μπλούζα στάμπες λευκές σε φόντο μαύρο, δεν ηρεμούσα, δεν μπορούσα, ήταν η κάψα τέτοια που ένιωθα πως κάποιος ετοιμαζόταν να με μαγειρέψει.
Κάποια στιγμή λοιπόν, καθώς περιφερόμουν με τον ιδρώτα μου να δροσίζει το πάτωμα, θυμήθηκα πως κάπου, κάποτε είχα αποθηκεύσει έναν ανεμιστήρα. Καταπιάστηκα με το να τον ψάχνω, έκανα μια βουτιά κάτω από το κρεβάτι, όρμησα μέσα σε ντουλάπες και σκαρφάλωσα πάνω στο πατάρι. Η ορμή μου έσφιγγε τα δόντια και το δέρμα μου είχε τεντώσει από την προσμονή της φτερωτής θύμησης εκείνου του ανεμιστήρα.
Επειδή η επιμονή μπορεί να μη σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, αλλά τουλάχιστον δεν παραβλέπει να αφήσει ένα κάποιο μπουμπουάρ πάνω στο τραπέζι, κάποια στιγμή κατάφερα να βγω μέσα από την ντουλάπα του υπνοδωματίου, κρατώντας τον ανεμιστήρα στα χέρια μου, σχεδόν με την ίδια χαρά που θα κρατούσε αρχηγός ποδοσφαιρικής ομάδας το τρόπαιο της κατάκτησης του πρωταθλήματος.  Χοροπηδούσα τριγύρω και αισθανόμουν αμέτρητες επιλογές να ξαπλώνουν στα πόδια μου. Επιτέλους, μπορούσα να ρίξω έναν ύπνο της προκοπής!
Μπήκα στο μπάνια, άφησα το ντουζ να τρέχει και τσούλησα από κάτω του. Παρέμεινα για λίγη ώρα ακίνητος ενώ το τρεχούμενο νερό δρόσιζε κάθε μου κυρτή και καμπύλη επιφάνεια. Κάθισα λοιπόν για ώρα έτσι, δεν ξέρω πόσο αλλά και να ήξερα ποιος νοιαζόταν; Τράβηξα μια πετσέτα, στέγνωσα και πριν ξαπλώσω στο κρεβάτι πήγα και έβαλα στην πρίζα τον ανεμιστήρα. Ήταν μαγική στιγμή. Αυτή η προσμονή του ηλεκτρικού ανέμου που θα κυμάτιζε στα όνειρα μου, κρατώντας με δροσερό για ώρες, στην κατάλληλη θερμοκρασία για να μπορεί η επόμενη ημέρα να με καταναλώσει με ασφάλεια. Ήταν σκέτο όνειρο!
Βγαίνοντας από το ντουζ έβαλα ένα σταθμό στο ράδιο να παίζει. Ευτυχώς είχε καλή μουσική, ήταν ώρα χαμηλής ακροαματικότητας βλέπετε. Έπαιζε Trhax Punks, ένα τριμελές συγκρότημα από την Ορεστιάδα, ζουρνάς, τύμπανα και ηλεκτρική κιθάρα τζάμαραν με παραδοσιακά τραγούδια του Έβρου και η αλήθεια ήταν πως το έκαναν με ένα τέτοιο τρόπο που μου έμοιαζε τόσο απολαυστικός, σα να είχα βάλει μπροστά τον ανεμιστήρα και από το πλέγμα του να ξεπηδούσαν όλες εκείνες οι γυναίκες που πόθησα ποτέ και ξαφνικά τις βρήκα ξαπλωμένες στο πλάι μου. Ένα τέτοιο πράγμα ή κάπως έτσι τέλος πάντων. Καταλαβαίνετε.
Βγήκα από το μπάνιο και πήγα στο κρεβάτι. Έσκυψα και έπιασα το φις του ανεμιστήρα και το έβαλα με μια τέτοια ηδονή στην πρίζα που θυμήθηκα την πρώτη μου φορά. Μετά πάτησα το κουμπί της μεσαίας ταχύτητας. Δεν έγινε τίποτα.
Πάτησα και την χαμηλή ταχύτητα αλλά και πάλι η φτερωτή έστεκε ακίνητη κοιτάζοντας με.
Θέλοντας να εξαντλήσω τις πιθανότητες πάτησα και την πιο γρήγορη ταχύτητα και βέβαια δεν έγινε τίποτα και πάλι. Ήταν σκέτη απάτη. Όλο αυτό το ρομάντζο που είχα χτίσει γύρω από αυτή τη νύχτα καταντούσε σκέτο φιάσκο. Τίποτε δεν θα ήταν σωστό αν ο ανεμιστήρας που τόσο πολύ πόθησα δεν μπορούσε να λειτουργήσει! Δεν ξέρω αν και εσείς, σε μια παρόμοια περίσταση, θα αντιμετωπίζατε τα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο αλλά εγώ  προσωπικά αισθανόμουν πως είχα εξαντλήσει το κάθε περιθώριο που μπορεί να είχε ο κάθε ένας από εσάς ξεχωριστά, με ή χωρίς ανεμιστήρα, μια τέτοια βραδιά που η κάψα έλιωνε τα τζιτζίκια πάνω στα πεύκα.
Έμεινα ακίνητος, πάνω από τον ανεμιστήρα. Ξαφνικά έμοιαζε πως ό,τι είχα ποθήσει ποτέ να ήταν μια πλάνη. Είχα στοιχηματίσει στο άλογο που κούτσαινε. Το φερμουάρ ήταν ανοιχτό και φορούσα τα καλά μου στη γιορτή. Η κοπέλα που ποθούσα σε όλο το γυμνάσιο, πήγε με κάποιον που την πόθησε την πρώτη ημέρα του λυκείου. Κάπως έτσι. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω ελπίζω.
Κάτι σα σπίθα, κάπως σα τσαντίλα, δεν ξέρω πως και γιατί, σήκωσα το χέρι μου και έριξα μια στη σίτα του ανεμιστήρα. Μεγαλώνοντας είχα εξοικειωθεί με την εικόνα αυτή. Χαλασμένες συσκευές να επανέρχονται στη ζωή με ένα μπάτσο. Το έβλεπα να το κάνει ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο παππούς και η γιαγιά μου. Και ξέρετε κάτι; Πάντα έπιανε το κόλπο αυτό. Σαν μεγάλωσα όμως, δεν ξέρω γιατί, οι συσκευές έμοιαζε πως είχαν χάσει το φιλότιμο τους και όσα χαστούκια και να τις κέρναγες, αυτές ήθελαν τον μάστορα ή την ανακύκλωση τους. Ίσως και εμείς να μην είχαμε την ίδια υπομονή. Σα να περιμέναμε εναγωνίως να διανύσουν τον κύκλο της ζωής τους για να πάμε ένα βήμα παρακάτω. Να αγοράσουμε την επόμενη συσκευή που θα είχε πιο μοντέρνο σχεδιασμό, πιο πολλά κουμπιά, μια συσκευή που θα έκανε τα εύκολα ευκολότερα και τα ακατόρθωτα παιχνιδάκι. Συνηθίσαμε να αλλάζουμε συσκευές λες και επρόκειτο να κερδίσουμε έτσι μια θέση στον παράδεισο. Κάναμε ευκολότερη τη ζωή για να αφήσουμε χώρο στα σημαντικά αλλά όσο ευκολότερη γινόταν η ζωή μας τόσο περισσότερος χώρος πιανόταν με το να καταπιανόμαστε με το πώς αυτή μπορεί να γίνει ακόμη ευκολότερη. Κι έτσι ήταν. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, ελπίζω.
Αυτή τη φορά όμως δεν έπιασε. Είχα μόλις κοπανίσει τη συσκευή αλλά εκείνη δε δούλεψε.
Άναψα ένα τσιγάρο, βγήκα στο μπαλκόνι, προσπάθησα να σκεφτώ λογικά, ήρεμα και αποτελεσματικά. Σκέφτηκα ηλεκτρολογικούς πίνακες, την εγγύηση του ανεμιστήρα, το κόστος αντικατάστασης και τη θερμότερη νύχτα που στεκόταν ανάμεσα σε εμένα και το στρώμα μου. Όταν δεν μπορείς να κάνεις τίποτε καλύτερο από όσα έχεις σκεφτεί ως λύσεις του προβλήματος τότε εφαρμόζεις κάτι, οτιδήποτε, ελπίζοντας πως μπορεί και να δουλέψει. Κάτι σαν ένστικτο.
Έσβησα λοιπόν το τσιγάρο και μπήκα ξανά μέσα. Στάθηκα μπροστά στον ανεμιστήρα και πίεσα το κουμπί της χαμηλής ταχύτητας αφού έβγαλα και ξαναέβαλα το φις σε μια διαφορετική πρίζα παραδίπλα με την προηγούμενη που είχα δοκιμάσει. Τζίφος. Στάθηκα εκεί και έφερα μπροστά μου όλους εκείνους που με λιγότερη τεχνολογία στη διάθεσή τους κατάφεραν με ένα μπάτσο να κάνουν τη ζωή να ρολλάρει. Έχωσα τότε μια σφαλιάρα στο κέντρο της φτερωτής, με μια τέτοια δύναμη σα να ήθελα να την σπάσω σε μικρά κομμάτια. Η φτερωτή τότε ξεκίνησε να λειτουργεί και Ω ΜΑΓΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ, αέρας φρέσκος έβγαινε από τα σωθικά της.
Ξάπλωσα και κοιμήθηκα, ίσως καλύτερα και από ότι αν η συσκευή είχε λειτουργήσει εξαρχής.
Κατάφερα και εγώ με τον τρόπο μου να παντρέψω την παράδοση με το μοντέρνο. Ζουρνάς και ηλεκτρική κιθάρα. Ανεμιστήρας και μια σφαλιάρα όμοια με εκείνη που είδα κάποτε τον πατέρα μου να χτυπά την πρώτη τηλεόραση που είχε αγοράσει.
Κοιμήθηκα γλυκά και ξέρετε κάτι; Στον ύπνο μου είδα πως την επόμενη ημέρα ο ανεμιστήρας και πάλι δε λειτουργούσε και εγώ με μια σφαλιάρα στο σβέρκο του κατεστημένου τον επανέφερα ξανά στη ζωή. Με γνώσεις λιγοστές, αλλά με πάθος για αυτά που ήθελα να μου προσφέρει. Όχι κάποια άλλη συσκευή αλλά μόνο εκείνος. Αυτός που με κόπο ανέσυρα από την ντουλάπα μου.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

ΟΙ ΔΥΟ ΤΟΥΣ, Η ΜΠΑΡΑ ΚΑΙ Ο ΜΠΑΡΜΑΝ


Καθώς έπινα τον καφέ μου, ήρεμα και ωραία, σκέφτηκα μια ιστορία που μου είχαν πει κάποτε. Επρόκειτο για κάποια βραδιά που είχε βρεθεί ο θεός μαζί με τον διάολο σε κάποιο μπάρ. Ήταν μόνοι τους, το μπαρ ήταν έτοιμο να κλείσει, ο μπάρμαν στέγνωνε τα ποτήρια από το πλυντήριο πιάτων και η σερβιτόρα έβαζε ανάποδα τις καρέκλες πάνω στα τραπέζια. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή φάνηκαν στην είσοδο. Περπατούσαν αγκαλιά, το καλό με το κακό. Το άσπρο με το μαύρο. Ο θεός με τον διάολο! Μιλούσαν και γελούσαν και η σερβιτόρα αντί να ακουμπήσει την καρέκλα πάνω στο τραπέζι, την τοποθέτησε σαν ασπίδα μπροστά της. Ο δε μπάρμαν άφησε το ποτήρι να του γλιστρήσει από το χέρι και μετά σκύβοντας, έμεινε καλά προφυλαγμένος πίσω από τη μπάρα κάνοντας πως μαζεύει τα θρύψαλά. Η ιστορία μιλούσε για το πώς το καλό μπορεί να τα πάει μια χαρά μαζί με το κακό αρκεί να τηρούνται κάπως οι ισορροπίες. Γιν και γιάνκ και άλλα τέτοια. Κάπως έτσι. Στην ιστορία, ο θεός κερνούσε συνέχεια τον διάολο το επόμενο ποτό ενώ ο διάολος κερνούσε ενδιάμεσα τεκίλες, πασπαλίζοντας αλάτι τους καρπούς τους πριν τις κατρακυλήσουν στα απέραντα και αιώνια σωθικά τους. Θυμάμαι πως μου είχε κάνει εντύπωση το τέλος του διαλόγου τους, καθώς η σερβιτόρα πήγε να τους ρωτήσει, αφήνοντας τον φόβο της να δώσει πάσα στην περιέργεια της, πως γινόταν αυτοί οι δύο να τα πίνουν μαζί.

Ο διάολος είπε:
«Ο Θεός είναι κάπως απόλυτος και συγκρατημένος αλλά μετά το πρώτο ποτό γίνεται καλή παρέα». 

Ο Θεός τότε έσκασε στα γέλια και έσκυψε πάνω στη σερβιτόρα και της ψιθύρισε:
«Μη τον ακούς. Πάντα είμαι καλή παρέα. Απλά εκείνος κερνάει τα σφηνάκια, ενώ εγώ το επόμενο ποτό. Αυτή είναι η μόνη διαφορά. Εκείνος δίνει μια ευχάριστη νότα στην καθημερινότητα ενώ εγώ μπορώ και την καθορίζω. Δεν είναι θέμα ισχύος ή αντιπαλότητας. Όλα ρέουν στο κάτω κάτω και πάνε προς τα κάπου»

Στην ιστορία θυμάμαι πως η σερβιτόρα δεν είχε καταλάβει και πολλά και πήγε να ειδοποιήσει τον μπάρμαν πως ετούτοι οι δύο μάλλον δεν επρόκειτο να πληρώσουν τον λογαριασμό.

 Η σερβιτόρα είχε πετάξει την ποδιά της στον μπάρμαν λέγοντας του: «Βγάλτα πέρα μόνο σου τώρα» καθώς έφευγε από το μαγαζί. Ο μπάρμαν τότε τους είπε για το λογαριασμό αλλά επειδή είχε λιγάκι χεστεί πάνω του πρόσθεσε πως όλα ήταν κερασμένα.

Ο διάολος του είχε πει: «Πάντα κερασμένα ήταν» ενώ ο Θεός είχε πει: «Δεν είναι σωστό κάτι τέτοιο παιδί μου. Βάλτα στο λογαριασμό». 

Ο μπάρμαν τότε σημείωσε το νούμερο στο μπλοκάκι και το έχωσε στην τσέπη του παντελονιού του. Ο διάολος είχε λυθεί στα γέλια και φώναξε στον Θεό: «Ελπίδα ε; Ωραίο το κόλπο δικέ μου. Δώσε του να καταλάβει. Ελπίδα. Πως το σκέφτηκες; ΑΧΑ ΧΑΧΑΧΑΧΑ Δεν είναι περίεργο που εσύ κατάφερες να πας μπροστά». 

Μετά έφυγαν αγκαλιασμένοι και τρεκλίζοντας, ενόσω ο μπάρμαν τους κοίταζε να προσπαθούν να βγούν ταυτόχρονα από την πόρτα κοπανώντας στην κάσα της. Ξανά και ξανά. Θα τα πλήρωνε από την τσέπη του γιατί η ιστορία έλεγε πως δεν ήταν δικό του το μπάρ. Αλλά και δικό του να ήταν, πάλι χασούρα θα είχε. Ο μπάρμαν όμως δε το έβλεπε έτσι. Μόλις είχε καταφέρει να τα έχει καλά με τους δύο βασικούς παίκτες του σύμπαντος. Λίγο το έχετε; Έτσι ήταν. 

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ


Ήταν ένα ωραίο απόγευμα Παρασκευής. Είχα τελειώσει τη δουλειά και το Σαββατοκύριακο γιγάντωνε τις προσδοκίες μου. Τις τέντωνε, τις έφτανε στα πέρατα αυτού του κόσμου που εγώ σε μια του Παρασκευή ήθελα να περιπλανηθώ. Με λίγα λόγια: αισθανόμουν ελεύθερος!

Φτάνοντας  λοιπόν στο σπίτι, ξεκλείδωσα την πόρτα, ακούμπησα την τσάντα μου στο πάτωμα και άρχισα να πετάω  τα ρούχα μου στη διαδρομή προς το μπάνιο. Άφησα να κυλήσει το νερό πάνω μου και καθότι ο ηλιακός είχε χαλάσει αυτό ήταν κρύο και τονωτικό. Βγαίνοντας από τη μπανιέρα, σιγοτραγουδούσα ένα τραγούδι που μου είχε κατέβει στο μυαλό. Στέγνωσα, ντύθηκα και βγήκα έξω. Βγήκα στο κλιμακοστάσιο και άρχισα να κατηφορίζω.
Και τότε ήταν που στο δρόμο μου βρέθηκε εκείνος ο γείτονας και μου έπιασε την κουβέντα.

«Όλο βόλτες μου είσαι παλικάρι μου. Ποιος ξέρει τι σχέδια έχεις φτιάξει για απόψε» μου είπε. Ο γείτονας μου μετρούσε την έβδομη δεκαετία της ζωής του, εγώ την τέταρτη, αυτό κάπως δικαιολογούσε το γιατί με αποκαλούσε παλικάρι ενώ εγώ είχε αρχίσει να προσέχω τη χοληστερίνη και την πίεση μου. Ήξερα πως πλέον εκείνος δε τα πρόσεχε. Τα είχε εντάξει εδώ και χρόνια στη δική του λογική.

«Κύριε Πέτρο μια χαρά σας βρίσκω. Και εσείς για βόλτες μου μοιάζετε έτοιμος» είπα προσπαθώντας να αποφύγω να του απαντήσω πως δεν ήθελα να κάνω κάτι συγκεκριμένο. Ήθελα μόνο να περπατήσω, να ξεσκάσω, να πετάξω από πάνω μου όσα γνωστά και άγνωστα με βάραιναν.

«Συγγνώμη αν σε καθυστερώ αλλά δεν θυμάμαι αν σου είπα για τη σερβιτόρα που δούλευε στο κεντρικό καφενείο» είπε.

«Δεν μου είπατε κάτι» του απάντησα.

«Ήταν μια τσαούσα άλλο πράμα. Λυγερή και όμορφη αλλά από το πάρε δώσε με τους ανθρώπους δεν γνώριζε και πολλά. Την έφερε ο ιδιοκτήτης πριν τρείς εβδομάδες στο μαγαζί του και ειλικρινά σου λέω αν την έχει κρατημένη ακόμα τότε καλά θα κάνει να ετοιμάζεται ο δόλιος για μεγάλες συμφορές» και έβαλε τα χέρια του πίσω από τη λεκάνη του και με κοιτούσε σαν να είχε βρεθεί μέσα σε εφιάλτη στον ύπνο του.

«Τι δηλαδή έκανε η σερβιτόρα;» Του είπα στα γρήγορα γιατί αυτό που ήθελα ήταν να ξεμπερδεύω με αυτά, να περπατήσω λίγο και να αφήσω τη νύχτα να με γλιστρήσει μέσα της.
«Αχού καλέ, δεν άκουσε το παλικάρι!» είπε και γύρισε σαν να κοίταζε ένα υποτιθέμενο κοινό που θα μας άκουγε εκείνη τη στιγμή. «Καλέ αυτή μόνο που δε μας πέταξε με τις κλωτσιές έξω από το μαγαζί. Τσαντισμένη ήταν από τη στιγμή που καθίσαμε. Είχα πάει προχθές το πρωί μαζί με τον Πέτρο του πρώτου ορόφου και της είπαμε να φέρει δύο καφεδάκια περιποιημένα. Και εκείνη μας κοίταξε περίεργα και μας ρωτούσε τι σημαίνει περιποιημένα και μας αράδιασε πως ο καφές σερβίρεται με ένα μπισκοτάκι και ένα ποτήρι νερό και άλλο τίποτα. Εμείς την κοιτάξαμε και είπαμε πως απλά τα δύο μας καφεδάκια θέλουμε να είναι περιποιημένα και εκείνη μας απάντησε για τον καφέ που χρησιμοποιούν στο μαγαζί και το μπρίκι που τον βάζουν και κουραφέξαλα. Και τότε ο Πέτρος χαμογέλασε και της είπε πως απλά θα ήθελε να βάλουν λίγη αγάπη μέσα στον καφέ. Ξέρεις τώρα τον Πέτρο, τον πιάνουν τα ποιητικά του κάτι τέτοιες στιγμές και μετά εκείνη η σερβιτόρα μας κοίταξε ακόμη πιο περίεργα και αλήθεια σου λέω παλικάρι μου αισθανόμουν σα να είμαι ζώο σε ζωολογικό κήπο που οι επισκέπτες δεν έχει τύχει πριν να με ανταμώσουν ξανά. Ένα τέτοιο πράμα. Ελπίζω να μη σε καθυστερώ όμως.» και λέγοντας αυτό με κοίταξε και δίχως να περιμένει απόκριση από εμένα συνέχισε.

«Δεν είναι καλό να μην αγαπάς αυτό που κάνεις. Ό,τι και να είναι αυτό. Πρέπει να φέρεσαι πάντα όμορφα στους ανθρώπους. Ακόμα και σε εκείνους που δεν τους αξίζει, πρέπει να βρίσκεις έναν τρόπο να τους προσφέρεις αυτό που θέλεις να τους πεις. Δε συμφωνείς;»

Εγώ συμφώνησα, το δίχως άλλο, ο γείτονας ήταν ωραίος τύπος αλλά εγώ βιαζόμουν και έτσι κατέβηκα δύο σκαλοπάτια, θέλοντας να του δείξω πως βιαζόμουν και η ιστορία συνέχισε ως εξής:
«Μπορεί να σε καθυστερώ τώρα αλλά αν τύχει και πας στο καφενείο και την ανταμώσεις να προσπαθήσεις να της γυρίσεις τα μυαλά. Ξέρεις, το πιο εύκολο είναι να πας κατευθείαν στο αφεντικό και να του πεις πως αυτή η σερβιτόρα δε κάνει για το μαγαζί. Αυτό είναι εύκολο. Το πραγματικά δύσκολο είναι να την κάνεις να αγαπήσει λίγο αυτό που κάνει, να αποκτήσει μια οικειότητα με τους ανθρώπους, με τη ζωή, με τον καφέ που σερβίρει. Αυτό είναι το δύσκολο. Προσπάθησε να της πιάσεις την κουβέντα, νέος είσαι, όλο και κάτι θα έχεις να της πεις, να τη φέρεις στα συγκαλά της. Δεν το μπορώ να βλέπω τους νέους να τα παρατάνε, να φουρκίζονται δίχως λόγο, να μη γελάνε. Εγώ θα φύγω κάποια στιγμή. Τι θα πω εκεί πάνω; Τι έκαμα; Τι άφησα; Τι προσπάθησα να χτίσω τόσα χρόνια;»

Ισορροπούσα μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου σκαλοπατιού και τον κοιτούσα. Έπρεπε να πάω στο καφενείο και θα πήγαινα εκεί. Πήγα να τον χαιρετήσω και να τον βεβαιώσω πως θα το έκανα απόψε κιόλας. Πριν όμως προλάβω να του το πω εκείνος είπε:

«Κάθε μέρα βγαίνω από το πρωί με τον Πέτρο, περπατάμε πέντε χιλιόμετρα την πόλη γύρω γύρω και μετά πηγαίνουμε και αράζουμε στο καφενείο. Αυτό είναι μια ολόκληρη ιεροτελεστία για εμάς και την τηρούμε ευλαβικά. Τι πιο εύκολο από το να πάμε κατευθείαν στο καφενείο; Ή ακόμα και να μη πάμε καθόλου, να κάτσουμε στα τσαρδάκια μας και να πατάμε κουμπάκια στο τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης. Γυρίζουμε όμως την πόλη, κάθε μέρα μετράμε τους δρόμους της. Προσπαθούμε να παραμείνουμε ζωντανοί. Ζωντανοί! Όχι γιατί είμαστε τίποτε σπουδαίοι που δεν πρέπει να πεθάνουν αλλά γιατί όσο προχωράμε χαιρόμαστε όλο και περισσότερο αυτά το ολοένα και λιγότερα  που μας απομένουν. Από εσάς περιμένω περισσότερα όμως. Αυτό να ξέρεις γιέ μου. Και συγγνώμη αν σε καθυστέρησα αλλά έχω πλέον μάθει να μη προσπαθώ να προλάβω το χρόνο αλλά να λέω στα διαστήματα του αυτά που έχω μέσα μου γιατί ευκαιρίες πολλές δεν θα υπάρξουν. Για αυτό κάθομαι τώρα και καθυστερώ το φευγιό σου, γιατί αύριο μπορεί να μη δω ξανά και τότε οι όποιες σκέψεις έχω κάνει θα είναι το δίχως άλλο κενές αν δε βρω κάπου να της πω. Για αυτό σου λέω αν τύχει και την δεις, να προσπαθήσεις να τη φέρεις με τα νερά σου. Η ζωή είναι ωραία και κάθε ημέρα που περπατάμε πρέπει να δοξάζουμε τα πόδια μας που μας βολτάρουν ωραία και γάργαρα στους δρόμους.» και γύρισε την πλάτη του έβγαλε τα κλειδιά του και ξεκλείδωσε την πόρτα. Έστρεψε το κεφάλι του και με χαιρέτησε σκεπτικός.

«Συγγνώμη αν σε καθυστέρησα» μου είπε για μια ακόμη φορά και μετά χάθηκε πίσω από την πόρτα.
Κύλησα στις σκάλες, βγήκα στο δρόμο και πήρα κατεύθυνση για το καφενείο αφού πρώτα περπάτησα για μισή ωρίτσα παρέα με όλα αυτά που είχα ακούσει από τον γέρο σοφό μου γείτονα. Με καθυστέρησε είναι η αλήθεια. Άλλαξε το πρόγραμμα που που είχα στο μυαλό μου για εκείνη τη νύχτα. Το βελτίωσε. Μου έδωσε ένα σκοπό πέρα από το ξέσκασμα. Πήγα στο καφενείο και κάθισα. Μια σερβιτόρα ήρθε και μου πήρε παραγγελία. Δε γελούσε, ήταν αγχωμένη, δε της άρεσε η ζωή της, μόνο πήγαινε και έφερνε καφέδες και μπύρες στα τραπέζια και το μόνο που έδειχνε να ζητά είναι κανείς να μη τη καθυστερεί σε αυτό που είχε κατά νου να κάνει.
Προσπάθησα να της πιάσω κουβέντα καθώς μου έφερε την παραγγελία. Το ξεκίνησα κάπως έτσι: «Κοπελιά, συγγνώμη αν σε καθυστερώ αλλά…» θα γινόμουν και εγώ ένας σοφός κάποτε καθώς φαινόταν.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

ΘΕΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ


Κεραυνοί πέφτανε μέσα στη βεράντα. Ο θεός κάτι προηγούμενα είχε μαζί μου. Καθόμουν πίσω από το τζάμι, λίγα μέτρα μακριά από το να γίνω παρανάλωμα και όμως στεκόμουν ακόμα. Ποιος να ήξερε γιατί δεν έριχνε λίγο ακόμα μακρύτερα τα καυτά του βέλη; Προσπαθούσα να γράψω ένα κεφάλαιο. Ο ήρωας του θα έμπαινε λέει σε μια κουφάλα δέντρου και θα έβγαινε ως μπουμπούκι στην κορυφή. Μετά η ιστορία έλεγε πως ο ήρωας θα βαριόταν να είναι μπουμπούκι στην κορυφή γιατί τελικά αυτό που ήθελε είναι να μπουκάρει σε κουφάλες δέντρων και να αράζει. Όμως επειδή είχε γίνει μπουμπούκι που όλες οι μέλισσες γούσταραν, δε μπορούσε να αφήσει στα ξαφνικά τη θέση του στην γιγάντια τροφική αλυσίδα και καθόταν λίγο ακόμα και λίγο ακόμα έως ότου βολευτεί κάπως η κατάσταση και εκείνος ξεγλιστρήσει προς την κουφάλα, προς το έδαφος, προς το δάσος, προς τα πάντα για να κάνει αυτό που γνώριζε να κάνει καλύτερα από το κάθε τι: Να είναι ελεύθερος και να μη στηρίζει, ούτε να στηρίζεται.
Οι κεραυνοί όμως έπεφταν συνέχεια και εγώ άλλαζα ολοένα την ιστορία και εκεί που έπαιρνε αυτή μια μορφή, ένας κεραυνός άλλαζε όλη την τροπή.
Βγήκα έξω. Φορούσα μόνο το σώβρακο μου, πρόβλημα κανένα. Δεν υπήρχαν λογικοί εκεί έξω που θα έκριναν λογικά έναν τύπο που βγήκε με το σώβρακο του στη βεράντα ενώ έριχνε του κερατά. Αυτό ήταν μια κάποια βοήθεια. Δε μου άρεσε να κοιτάζουν το σώβρακο μου γιατί ήταν περασμένη η μόδα του. Όμως δε μου άρεσε που δε κυκλοφορούσε έξω ο κόσμος ενώ έβρεχε. Έμοιαζε πως ήθελαν να προφυλαχτούν από κάτι, να ζήσουν τις δικές τους ζωές, να ξεκόψουν από ό,τι συνέβαινε. Από την άλλη βέβαια και εγώ καθόμουν με το σώβρακο μου στη βεράντα. Δε βουτούσα στη βροχή. Προσπαθούσα όμως να γράψω κάτι ΔΙΑΟΛΕ! Και οι κεραυνοί μου το χαλούσαν. Ο ήρωας μου παρέμενε μπουμπούκι στη κορφή και το πιο πιθανό ήταν πως αν το πήγαινα έτσι, θα μαραίνονταν.
Άναψα ένα τσιγάρο, μετά άλλο ένα, μετά και ένα άλλο. Δεν ξέρω πως αλλά κατάφερα να τα σβήσω μαζί. Ήμουν κάπως αγχωμένος. Κοίταζα τον ουρανό να τον βιάζουν ντούροι κεραυνοί και εγώ σκεφτόμουν τον ήρωα μου. Πως θα τα βγάλει πέρα με αυτή την κωλοκατάσταση. Έβλεπα το ρημάδι εκεί πάνω να τα κάνει θρύψαλα και εγώ να αποτελώ μια άηχη πορδή του. «Δεν υπάρχει κάτι που δεν έχει ειπωθεί» σκέφτηκα. «Το παν είναι να βάλεις τον ήρωα σου να κάνει πράγματα που γουστάρεις». Μπήκα μέσα ξανά. Είχα γίνει μουσκίδι.
Έγραφα όλο το βράδυ. Διάρα τσακιστή δεν έδινα αν έξω ο Δίας έκανε θρύμματα τα αστέρια. Έγραφα ωραία, έγραφα σωστά, τη μία λέξη μετά την άλλη και η νύχτα ήταν συντροφιά αρμοστή. Έβαλα τον ήρωα μου να ρουφάει τις μέλισσες μέσα του, τον έβαλα να πέφτει με έναν άνεμο, να φυτρώνει σήμα στην κουφάλα που κάποτε είχε μπει. Τον έβαλα να κάνει το κάθε τι λοξό.
Είχα ανάγκη ένα ποτό. Ήμουν σκέτο μουσκίδι.
Το πρωί η νύστα δε με κρατούσε. Η μπόρα είχε κοπάσει. Το κεφάλαιο είχε βγει. Ο ήρωας μου είχε μια νέα προοπτική, ενώ εγώ ένιωθα αποκαμωμένος, μισερός, μίζερος, δίχως νόημα. Είχα καταφέρει να γίνω ο θεός του. Να του δώσω μια νέα πλοκή στη ζωή του. Να του αλλάξω τα τετριμμένα. Να του δώσω πνοή. Να τον βάλω για λίγο μέσα στον βόθρο πριν τον ξαναβγάλω στους αφρούς. Όλα πήγαιναν, όλα επέστρεφαν. Όλα γίνονταν, και τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Η ζωή ανακύκλωνε τους λόγους της και χαμογελούσε πότε πότε, ενώ κάποιες φορές δεν ήταν και πολύ στα καλά της. Όλο αυτό περιστρεφόταν και με κάποιο τρόπο, κάποιες φορές, κάτι νύχτες με κεραυνούς , έδειχνε να το πάει προς τα κάπου.
Άπλωσα το βρεγμένο σώβρακο στην καρέκλα και φόρεσα κάτι στεγνό. Αν δεν με έπαιρνε από κάτω η πνευμονία, έμοιαζε πως τίποτα πλέον δε θα με έβαζε κάτω. Εκτός ίσως από έναν ήρωα που μπορούσε να κάνει το κάθε τι, ή έναν θεό που ακόμα δεν είχε μάθει να γράφει ενδιαφέροντα σενάρια.

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

ΛΟΞΟΚΟΙΤΩΝΤΑΣ


«Πως είσαι σήμερα δικέ μου;»

Ήταν ένα στόμα που με ρώταγε. Ένα σκέτο στόμα εννοώ. Ήμουν στο νοσοκομείο, στο έτος 5.000 μ.Χ., στην πτέρυγα τον μεταμοσχεύσεων.

Ήμουν μόνο ένα μάτι και καθότι δεν μπορούσα να πω κάτι, του ανοιγόκλεισα τις βλεφαρίδες μου.

Δίπλα μου υπήρχε ένα παχύ έντερο και μια καρδιά που κοπανούσε όλη την ώρα σα ντράμερ στα τελευταία δευτερόλεπτα ενός rockabilly τραγουδιού. Είμασταν όλα μας μέσα σε ομοιομεγέθεις γυάλες, με ανοξείδωτα πώματα και διάφορα σωληνάκια υπήρχαν εκεί. Κάποια μας χορηγούσαν πολύτιμα συστατικά για να μείνουμε τροφαντά και υγιή ενώ κάποια άλλα σωληνάκια μετρούσαν διάφορες παραμέτρους της ύπαρξης μας.

Δεν ένοιωθα καλά με αυτή την ιστορία, ήταν αλήθεια. Όλα τα υπόλοιπα όργανα μέσα στις γυάλες έμοιαζε πως δεν είχαν κανένα πρόβλημα με αυτό, εγώ όμως μέρα τη μέρα άντεχα όλο και λιγότερο να κοιτάζω αυτό το εκθετήριο με τα ανθρώπινα μέλη. Είμασταν κάτι σα μοντέρνο pet shop. Από όλα τα μέλη, μόνο εγώ και λίγα μάτια ακόμα, βλέπαμε τους ασθενείς να μπαίνουν στην αίθουσα, να δείχνουν πότε το μία και πότε την άλλη γυάλα και μετά από λίγο αυτή η γυάλα έμενε κενή. Ήταν άσχημο πράγμα να βλέπεις αυτή την εικόνα, εννοώ πως στην αρχή προσπαθούσα να κάνω φίλους, να μάθω πως νιώθουν, να προσπαθώ να προσεγγίσω το κάθε ένα μέλος ξεχωριστά. Ήταν όμως εκείνη η αίσθηση, όταν η γυάλα έμενε κενή, που με άφηνε με ένα κενό στο τέλος της ιστορίας.

Αν με ρωτάτε αν έχω πρόβλημα με τον εαυτό μου τότε θα σας πω πως δεν έχω κανένα. Εντάξει… το ξέρω… δεν είμαι και το πιο όμορφο μάτι σε γυάλα εκεί πέρα αλλά έχω συμβιβαστεί με τον εαυτό μου. Παλιότερα σκεφτόμουν πολύ έντονα το πώς θα ήταν η ζωή αν με επέλεγε κάποιος ασθενής. Πως θα ήταν να βλέπω τον κόσμο έξω από αυτή την αίθουσα στριφογυρίζοντας στη κόγχη ενός ματιού σε ανθρώπινο κρανίο. Μετά όμως αξιολόγησα διαφορετικά τα πράγματα. Κυρίως ύστερα από διάφορες ενδελεχείς εκμυστηρεύσεις που είχα από άλλα μάτια που κατέφθαναν στο θάλαμο, έμπαιναν σε γυάλες και στον αμφιβληστροειδή τους μπορούσα να διακρίνω τον τρόμο από πράγματα που είχαν βιώσει. Συμβιβάστηκα; Πείτε το και έτσι. Εγώ νιώθω μια χαρά τώρα, κυρίως όσο δε με επιλέγει κανείς. Το παχύ έντερο επίσης μου έχει πει κάτι ανάλογο. Η εργασία του μέσα σε ένα ανθρώπινο σώμα ήταν τελείως άχαρη. Πώς να το πει κανείς; Ήταν μια βρώμικη δουλειά και μια μέρα το παχύ έντερο, που έχω στη δίπλα γυάλα, μου τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Ίσως όχι με λέξεις ακριβώς αλλά με ήχους που εγώ τους κατανόησα γιατί εκεί μέσα παρότι δε μιλάμε την ίδια γλώσσα, έχουμε μάθει να καταλαβαίνουμε το ένα, το άλλο.

«Άκουσα πως ήρθε άλλο ένα ζευγάρι από χείλια, σήμερα στον θάλαμο. Μπορείς να μου πεις σε ποια γυάλα είναι;» πρόφεραν τα χείλια, διακόπτοντας τον ειρμό της σκέψης μου.

«Πέντε γυάλες στα αριστερά σου» του είπα και γύρισα στην γυάλα που με είχε ρωτήσει.

Είδα τα χείλια να φουντώνουν και να τινάζονται μπροστά. «Γειά σου κορίτσαρε» φώναξαν.

Το παχύ έντερο έβγαλε τρείς μπουρμπουλήθρες μέσα στη γυάλα του, η καρδιά έκανε κάτι έκτακτους παλμούς, και ένα ανδρικό μόριο τεντώθηκε.  

«Μάλλον έμπαινε η άνοιξη» σκέφτηκα και έκλεισα το βλέφαρο μου γιατί η γύρη από τα πεύκα ήταν ένα μάτσο χάλια.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΜΠΑΡ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΑΙΖΕ ΚΑΛΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Και κάπως έτσι πέρασε ένας μήνας. Περιφερόμουν άπραγος μέσα στο σπίτι, μη κάνοντας τίποτε. Κοιτούσα τη σκόνη να αιωρείται λαμπυρίζοντας ανάμεσα από το λιγοστό φως που ξετρύπωνε μέσα από τις γρίλιες του παντζουριού. Την παρατηρούσα να στρώνεται πάνω στα έπιπλα, στο πάτωμα, πάνω μου και δεν έκανα το παραμικρό γι’ αυτό. Ο καναπές πάνω στον οποίο είχα οχυρωθεί όλες αυτές τις ημέρες περιστοιχίζονταν από άδεια κουτάκια μπύρας. Αυτό ήταν η μοναδική ασχολία μου, να σηκώνομαι να φέρω ένα κουτάκι από το ψυγείο, να το ανοίγω, να πίνω και μετά να το ακουμπάω στο πάτωμα. Μερικές φορές, καθώς σηκωνόμουν, τύχαινε να πατήσω κάποιο κουτάκι, πακτώνοντας το μέσα στο χαλάκι και αφήνοντας εκεί να χάσκει με το χαλασμένο του περίγραμμα. Ήμουν ναυαγός, ο καναπές το νησί μου, και τα τενεκεδένια κουτάκια μπύρας παιάνιζαν τον φλοίσβο τους στην ακρογιαλιά της απομόνωσης μου.

 Όλο αυτό το διάστημα δεν είχα βγει από το σπίτι και κανένας δεν με είχε επισκεφτεί. Οι λογαριασμοί είχαν γεμίσει το γραμματοκιβώτιο, ο Ιούλιος έσταζε ιδρώτα, εγώ ήμουν ταμπουρωμένος στον καναπέ και η γάτα που κάποτε φρόντιζα θα πρέπει τώρα να ξεψάχνιζε τους σκουπιδοτενεκέδες. Προφανώς πρέπει να είχα κάτι το οποίο έχρηζε παρακολούθησης. Κάτι σα κατάθλιψη ή μια πολύ πιο σοβαρή ψυχική ασθένεια που θα με μετέτρεπε σε δολοφόνο κάποια στιγμή. Παραμόνευα εκείνη τη στιγμή, την περίμενα να έρθει. Έχανα τα λογικά μου, τη διάθεση μου για ζωή. Ίσως έπρεπε να έχω πάει εδώ και καιρό σε κάποιον ειδικό, να μου δώσει χαπάκια, να μου βρει γυναίκα, να σταματήσει τον πόλεμο μέσα μου, να μου καθαρίζει το σπίτι, να κάνει τη σκόνη να μην αιωρείται σκεπάζοντας τις ώρες μου. Η εικόνα όμως δε μου ταίριαζε. Το μόνο καλό που ίσως προέκυπτε από τις ατέρμονες συνεδρίες με ειδικούς είναι πως τους περισσότερους θα τους διασκέδαζα με αυτά που είχα να τους πω. 

Τα πράγματα πήγαιναν αρκετά καλά έως πριν λίγο καιρό. Η ηλικία μου μου επέτρεπε να αισθάνομαι πως έχω κερδίσει κάποιους πόντους σοφίας και να γλιτώνω ή να ξεπερνώ διάφορα. Η αίσθηση πως πλέον οι άνθρωποι λέγανε τόσα πολλά, δίχως στην ουσία να λένε κάτι γινόταν όλο και εντονότερη. Κάθε μέρα που περνούσε, με έκανε να αισθάνομαι όλο και πιο σοφός, πιο επιλεκτικός, πιο κοντά στο κέντρο ενός στόχου. Τα πράγματα λοιπόν πήγαιναν περίφημα έως ότου έρθει εκείνη η στιγμή που συνειδητοποίησα πως και εγώ δεν είχα τίποτα να πω. Είχα γίνει σαν και εκείνους που απέφευγα να συγχρωτιστώ, με τη μόνη διαφορά πως εγώ δεν μιλούσα τόσο πολύ για το τίποτα. Η ιδέα αυτή με καθήλωσε. Όχι απόλυτα ξαφνικά αλλά αργά και μεθοδικά. Σαν ένα σχοινί που τυλιγόταν γύρω από το σώμα μου, επιτρέποντας μου ολοένα και λιγότερες κινήσεις την κάθε ημέρα που διαδέχονταν την προηγούμενη της. Έως ότου…έως ότου βρεθώ στο εδώ και στο τώρα.

Σήμερα ήταν η μέρα που αποφάσισα να κάνω κάτι γι’ αυτό. Δε γινόταν να περάσω έτσι το υπόλοιπο της ζωής μου! Στον τοίχο απέναντι μου υπήρχε ένα ρολόι που δε μετρούσε τον χρόνο αλλά την επιτάχυνση του. Οι ώρες και οι στιγμές πλέον περνούσαν απίστευτα γρήγορα. Έπρεπε να κουνήσω τον κώλο μου και να βγω έξω. Μου έδωσα μια τελευταία προθεσμία. Μόλις ο κοντόχοντρος δείκτης πήγαινε στις 12 ακριβώς θα σηκωνόμουν από τον καναπέ, θα έκανα ένα ντουζ, θα ντυνόμουν και θα έβγαινα έξω, μέσα στη μαύρη νύχτα.

Αυτή τη φορά κράτησα την υπόσχεση μου και όλα όσο είχα υποσχεθεί τα έκανα πράξη. Σηκώθηκα, τεντώθηκα, μπήκα στο ντουζ, άφησα το νερό να με εξαγνίσει, φόρεσα ένα τζιν και ένα μαύρο μακό μπλουζάκι και βγήκα έξω. Ο κόσμος φαινόταν να παραμένει ίδιος αλλά με ένα τρόπο που έμοιαζε να έχω ξεχάσει. Περπατούσα στο πεζοδρόμιο και έβλεπα κόσμο να μπαινοβγαίνει σε καφετέριες, σε εστιατόρια και μπαράκια. Οι περισσότεροι μιλούσαν τόσο πολύ για άγνωστη ακόμα και στους ίδιους αιτία. Θεέ μου αυτό έμοιαζε πως δε θα άλλαζε ποτέ! Περπάτησα για αρκετή ώρα, σε μια προσπάθεια να ξεπιαστώ από την ξάπλα, και προσπαθούσα να συνηθίσω με την ιδέα πως είχα πάρει απόφαση να βγω από την κρυψώνα μου. 

Μόλις το περπάτημα έγινε αρκετό για τα πόδια μου, χώθηκα στο πρώτο μπαράκι που ήταν του γούστου μου. Χαμηλά φώτα, λίγος κόσμος και μια κενή θέση στη μπάρα. Κάθισα στο σκαμπό και μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που περιστρεφόταν τόσο τέλεια κυκλικά. Σχεδόν μόνο με τη σκέψη μου. Έκανα ένα νόημα στον τύπο που καθόταν πίσω από την μπάρα και παρήγγειλα ένα ουίσκι σκέτο. Εκείνη τη στιγμή χρειαζόμουν πολύ απλά πράγματα και δεν ήθελα να το διακινδυνέψω με κάποιο κοκτέιλ, ούτε καν με ουίσκι με προσθήκη πάγου. Το καλό που είχα να κάνω είναι να το πάω σιγά σιγά.

Το ποτό μου ήρθε, τράβηξα μια γουλιά και ακούμπησα απαλά το ποτήρι στο ξύλο της μπάρας. Στη συνέχεια έφερα μια στροφή και βρέθηκα με την πλάτη στο μπάρ, παρατηρώντας τον λιγοστό κόσμο που υπήρχε εκεί μέσα. Κάποια ζευγάρια χόρευαν, κάποιες παρέες μιλούσαν πάνω στα τραπέζια τους, κάποιοι καθόντουσαν και κοιτούσαν, κάποιοι απλά άκουγαν τη μουσική και σκέφτονταν τα δικά τους. Ήταν μια καλή εικόνα και μου άρεσε ο τρόπος που το σκαμπό μου γύριζε τόσο απαλά ωραία και στρωτά σε κάθε πρόσταγμα της μέσης μου. Το σκαμπό ήξερε. Και εγώ ακούγοντας το, έφερνα γύρες πάνω του. Τη μια φορά ρουφούσα το ποτό μου και μετά, τσουπ, έκανα μια στροφή και κοιτούσα τον κόσμο εκεί μέσα.

Ήταν τότε που περίμενα το δεύτερο ποτό που είχα παραγγείλει που εκείνη η ωραία κυρία ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Στην αρχή ένιωσα άβολα, σχεδόν υποχρεωμένος να της ανοίξω κουβέντα αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ, γιατί ήταν η κυρία εκείνη που με ρώτησε πρώτη:

«Καλά είναι εδώ, ε;»

Έφερα μια γύρα το σκαμπό μου για να βρεθώ στην ίδια οπτική πλευρά και της απάντησα πως ήταν καλά εδώ. 

«Ναι, είναι καλά εδώ», είχα πει χαρακτηριστικά.

«Έρχεσαι συχνά εδώ; Δε σε έχω ξαναδεί» ρώτησε καθώς με ένα νεύμα του χεριού της έδωσε στον μπάρμαν να καταλάβει το τι ποτό ήθελε να πιεί.

Ήταν η πρώτη φορά που ερχόμουν σε αυτό το μαγαζί και έτσι της είπα:

«Έχω έρθει κάμποσες φορές, ούτε εγώ σε έχω ξαναδεί». Μια τέτοια απάντηση είχε σαφές πλεονέκτημα: Θα την έκανε να αναρωτιέται πως έγινε και είχε περάσει απαρατήρητη και κυρίως πως δεν ήμουν και κανένας λιγούρης. Ήμουν αρνητικός με τους ανθρώπους, ήταν αλήθεια, δε τους είχα εμπιστοσύνη. Έπρεπε να τους αφήσεις να σε καταστρέψουν ή να σε αγαπήσουν για να καταλάβεις τι πραγματικά τρέχει με δαύτους, αλλά αυτό συνήθως έπαιρνε αρκετό καιρό και εγώ πλέον είχα πολύ λίγη υπομονή και ακόμη λιγότερο χρόνο για χάσιμο. Κάπως έτσι, είχα μάθει να παίρνω τις προφυλάξεις μου.

Ρούφηξα μια γουλιά από το ποτό μου, κοιτάζοντας τον μπάρμαν να φέρνει το δικό της, και μετά γύρισα το σκαμπό μου μια μισή στροφή για να κοιτάξω τον κόσμο που υπήρχε εκεί.

«Ωραίο αυτό το τραγούδι!» είπε αφήνοντας μια μελαγχολική νότα να βγει μέσα από τα ρουθούνια της. Έπαιζε ένα τραγούδι που δεν ήταν του γούστου μου. 

«Καλό είναι» της απάντησα.

Ήθελα να πιω ήρεμα και ωραία το ποτό μου. Βέβαια η αλήθεια ήταν πως γυναίκα είχα να δω εδώ και καιρό. Ίσως, βαθιά μέσα μου, γνώριζα πως ό,τι και να έλεγα, ό,τι και να έκανα, δεν θα είχα πολλές ελπίδες. Η τύπισσα πρέπει να ήταν επαγγελματίας του έρωτα ή πορτοφολού. Έπρεπε να είμαι προσεκτικός, να παίρνω τις προφυλάξεις μου όπως είπα. Έπρεπε να κάνω ένα βήμα κάθε φορά, κυρίως μέσα σε αυτή την περίοδο που διένυε η δήθεν σοφία μου. Δεν ήταν καιρός για έρωτες ή ατυχείς περιπέτειες. Θα έπινα ήρεμα και ωραία το ποτό μου και θα έφευγα από εκεί μέσα. Αυτό μόνο, τίποτε άλλο.

«Δε είσαι και ο πιο ομιλητικός τύπος που έχω γνωρίσει, ούτε καν στο μέσο όρο» μου είπε και άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι. Σήκωσε το ποτό της και ήπιε. Έμοιαζε να μη χολοσκά ιδιαίτερα που δεν της έδινα σημασία. «Δεν πειράζει, αν θέλεις να πεις κάτι τότε εδώ θα είμαι, θα κάθομαι δίπλα σου και θα ακούω όπως και εσύ μουσική βλέποντας τον κόσμο» πρόσθεσε και γύρισε και εκείνη το σκαμπό της με πλάτη προς την μπάρα.

Τώρα καθόμασταν και οι δύο και κοιτούσαμε πέρα. Που και που γυρίζαμε, τραβούσαμε μια γουλιά και μετά ξανά περιστροφή. Εμένα μου άρεσε να κάνω μια πλήρη περιστροφή με το σκαμπό, ενώ εκείνη προτιμούσε τα ημικύκλια. Έπρεπε να το παραδεχτώ, η κυρία είχε αρχίσει να μου εξάπτει την περιέργεια. Καθόμουν στα δεξιά της και μόλις εκείνη έστρεφε προς τα αριστερά το σκαμπό τότε εγώ ολοκλήρωνα τη δική μου αριστερόστροφη περιστροφή, κοιτάζοντας λαίμαργα την πλάτη, τα μαλλιά της, τον τρόπο που οι γλουτοί της είχαν ακουμπήσει πάνω στο σκληρό, ξύλινο σκαμπό. Μόλις βρισκόμασταν ξανά στην ευθεία, πάνω στην μπάρα, αποτραβούσα το βλέμμα μου και κοιτούσα το ποτό μου. Μόλις το ποτά τελείωναν, παραγγέλναμε νέα, μόλις πίναμε μια γουλιά, στριφογυρνούσαμε, μόλις άλλαζε η μουσική στριφογυρνούσαμε, μόλις εκείνη στριφογυρνούσε στο σκαμπό, γύρναγα και εγώ μαζί της. Δεν είχαμε ανταλλάξει την παραμικρή κουβέντα για ώρα αλλά ο τρόπος και ο συγχρονισμός που γυρνάγαμε στα σκαμπό ισοδυναμούσε με το να χορεύουμε μάγουλο με μάγουλο.

Κάποια στιγμή το κινητό της φωτίστηκε. Ένα μήνυμα είχε καταφτάσει. Την κοίταζα να πληκτρολογεί την απάντηση. Είχε όμορφα δάκτυλα. Άβαφα νύχια σχεδόν κοντά, λεπτά δάκτυλα, μακριά, φιδίσια. Δεκατέσσερις κλειδώσεις σε κάθε της παλάμη και όλες μαζί μια άρτια χορογραφία δακτυλογράφησης σε κινητό. Εικοσιοκτώ χορευτές μπροστά στα μάτια μου. Τι όμορφη που άρχισε να μοιάζει! Έβαλε το κινητό στην τσάντα της, φώναξε με τα μάτια της τον μπάρμαν και ζήτησε τον λογαριασμό. Του έδωσε τα χρήματα και περίμενε τα ρέστα. 

«Θα πάω σε ένα μπαράκι να βρω κάτι φίλους. Αν θέλεις να μιλήσεις, τότε η προσφορά μου ισχύει. Μπορώ να σου πω το σημείο να έρθεις να με βρεις ή να φύγουμε τώρα μαζί» μου είπε και είχε σηκωθεί όρθια, περνώντας τα λουράκια της τσάντας της στον ώμο. Παρατήρησα τα λουράκια έτσι όπως είχαν περικυκλώσει τη κλείδωση του βραχίονα της και πρόσεξα την κλείδα που οδηγούσε στο λαιμό της καθώς εκείνος ανέβαινε ψηλά και οδηγούσε στο όμορφο πρόσωπο της που είχε δυο ολοστρόγγυλα καστανά μάτια τα οποία έψαχναν κάποιου είδους απάντηση από εμένα.

Έκανα μια κίνηση να σηκωθώ, να πάω μαζί της. Δεν μπορούσα όμως. Κάτι έμοιαζε να με κρατά στάσιμο σαν πριν που δεν ήθελα να ξεπορτίσω από το σπίτι μου. Ένοιωσα ακριβώς το ίδιο πράγμα όπως τότε που ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Ένα σχοινί να με τυλίγει μέρα με τη μέρα, περιορίζοντας τις κινήσεις μου, κάθε φορά και λίγο περισσότερο. Αυτή τη φορά όμως αυτό το ΚΑΤΙ δεν ήταν γέννημα της δικής μου ανασφάλειας αλλά ήταν κάτι υπαρκτό, αντικειμενικό και πέρα για πέρα μαλακισμένο και στατιστικά ακατόρθωτο. 

Το ένα κορδόνι από το παπούτσι μου είχε λυθεί και είχε κατορθώσει να τυλιχτεί γύρω από το σκαμπό, όση ώρα εγώ έφερνα σβούρες πάνω του. Δεν μπορούσα να κινήσω ούτε στο ελάχιστο το ένα μου πόδι. Η γυναίκα έστεκε εκεί, με τη φορεμένη στον ώμο της τσάντα, και εγώ καταλαβαίνοντας πως δεν μπορούσα να μετακινηθώ της είπα:

«Νομίζω πως θα κάτσω λίγο ακόμα εδώ»

Την είδα να ξεμακραίνει, να ανοίγει την πόρτα και να χάνεται. Συνέχισα να πίνω, να ακούω τη μουσική, να κοιτάζω τον κόσμο. Σταμάτησα να φέρνω σβούρες στο σκαμπό και μόλις ο κόσμος είχε αραιώσει, έβγαλα τον αναπτήρα μου και καψάλισα το κορδόνι μου για να απελευθερώσω το πόδι μου από το σκαμπό. Χαιρέτησα τον μπάρμαν με ένα νεύμα και άνοιξα την πόρτα να βγω έξω. Εκεί έξω. Στον παράξενα φτιαγμένο αυτό κόσμο.

Γύρισα το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού μου, μπήκα μέσα χωρίς να ανάψω τα φώτα και σκουντουφλώντας πάνω σε διάφορες προεξοχές έφτασα ως το κρεβάτι μου. Ξάπλωσα με τα ρούχα και άρχισα να γδύνομαι κάτω από το σεντόνι, πετώντας τα ρούχα στο πάτωμα. Θα κοιμόμουν όμορφα και αύριο θα ξημέρωνε μια ομορφότερη ημέρα. Θα ξυπνούσα και θα ήταν η μέρα που θα έκοβα αυτό το σκοινί που είχε πάρει να με τυλίγει μέρα με τη μέρα. Η ζωή ήταν απλούστερη από το οτιδήποτε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ.