Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΝΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΦΘΗΝΟΤΕΡΑ ΑΚΡΙΒΟ!

Χαλάνδρι-Πανόρμου, κάμποσα μέτρα κάτω από την επιφάνεια απροσμέτρητων ζευγαριών παπουτσιών που πηγαίναν και ερχόντουσαν από δουλειά σε δουλειά και από ανεργία σε ανεργία. Προσωπικά εκείνη την ημέρα προτίμησα το μετρό και το μειωμένο του εισιτήριο. Η κυβέρνηση το έριξε 20 λεπτά, από το 1,4 στο 1,2. Κάτι ακουγόταν και για το πετρέλαιο θέρμανσης αλλά ο χειμώνας αργούσε ακόμα, πόσο μάλλον οι σκέψεις των βουλευτών. Η μείωση του εισιτηρίου με είχε κάπως χαροποιήσει γιατί ήταν από τις λίγες εκείνες φορές που μπορούσα να κάνω κάτι με τρόπο φθηνότερο από πριν, αν και η πραγματικότητα ήταν πως πριν δεν μπορούσα να κάνω σχεδόν τίποτα πέρα από το να προσπαθώ να μείνω ζωντανός (γεγονός που σε πολιτισμένους τόπους θεωρείται αυτονόητο). Όπως και να είχε,  στην τσέπη μου βρισκόντουσαν μόνο 120 λεπτά του ευρώ και έτσι  τώρα μπορούσα να κάνω έστω αυτή τη βόλτα.


Θεωρούσα πως θα είχα στη διάθεση μου μιάμιση ώρα για να μπορώ να επιστρέψω με το ίδιο εισιτήριο αλλά για κακή μου τύχη μαζί με τη μείωση του τιμήματος της βόλτας μου, είχε μειωθεί και η διάρκεια του. Είχα στη διάθεση μου μόνο 70 λεπτά της ώρας για να σουλατσάρω πριν βρεθώ και πάλι στην αφετηρία. Ήταν κάπως γελοίο να αλλάζεις τα μέτρα και τα σταθμά. Ανέντιμο. Ήταν σα να ακούς τον μανάβη να φωνάζει την τιμή της πατάτας και εκεί που σου φαίνεται συμφέρουσα και πας να γεμίσεις μια σακούλα, στο ταμείο να σου λέει πως η τιμή αφορούσε το τεμάχιο ή τα 100 γραμμάρια, σε καμία πάντως περίπτωση δεν αφορούσε το ένα ολοστρόγγυλο κιλό που είχες συνηθίσει να φωνάζουν όλοι οι μανάβηδες σε όλες τις γειτονιές.
Τέλος πάντων, εκείνη τη μέρα η βόλτα μου δε είχε διάρκεια μεγαλύτερη των 70 λεπτών και έτσι δε χρειάζεται να γκρινιάζω περισσότερο από όσο ήδη έχω πράξει. Ακύρωσα το εισιτήριο, έκανα ένα πάνω κάτω στην πλατφόρμα, κοίταξα την οθόνη με τον υπολειπόμενο χρόνο για την άφιξη της αμαξοστοιχίας και παρατηρούσα τους ανθρώπους που περίμεναν όπως και εγώ, παρατηρώντας και εκείνοι με τη σειρά τους του υπόλοιπους και μαζί με αυτούς και εμένα τον ίδιο. Αυτό μου έδινε μια σιγουριά πως στην ανθρωπότητα ο ένας συνδεόταν με όλους τους υπόλοιπους με τρόπο αν όχι απόλυτα αρμονικό, ωστόσο με κάτι που αποτελούσε το πρώτο βήμα του νοιαξίματος ή έστω της απλής περιέργειας. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα είχε τραβήξει την προσοχή μου. Δεν παρατηρούσε κανέναν και όση ώρα και να την κοίταζα εκείνη κοίταζε την κόκκινη λωρίδα που βρισκόταν στο δάπεδο και χρησίμευε στο να μη πέσει κανένας στο κενό ή συμπαρασυρθεί με το γιγάντιο γρήγορο και ατσάλινο σκουλήκι όπως θα έλεγε ένας ινδιάνος αν προσπαθούσε να δώσει ένα περισσότερο νόστιμο όνομα στο μετρό.


Το τραίνο ήρθε, η γυναίκα μπήκε και γλιστρώντας πίσω της κατάφερα να καθίσω στο απέναντι κάθισμα από εκείνη. Κοιτούσε έξω. Κοιτούσε το μαύρο πίσω από το τζάμι, τους σταθμούς να εναλλάσσουν τα χρώματα, τις αρχιτεκτονικές ιδέες και τους ίδιους τους ανθρώπους που ίδιοι έμεναν, όσο διαφορετικός και να ήταν ο κάθε σταθμός και ανεξάρτητα του ποιος εικαστικός τον είχε επιμεληθεί.  Είχε βγάλει από την τσάντα της ένα βιβλίο και προσπαθούσε να διαβάσει, που και που μόνο του έριχνε μια ματιά. Την περισσότερη ώρα μουρμούριζε κάτι και έκλαιγε. Έκλαιγε τόσο αόρατα όμως που πιστεύω πως κανείς άλλος εκεί μέσα δε θα το είχε προσέξει. Έκλαιγε από μέσα της με εκείνον τον τρόπο που σιγά σιγά μάθαινα και εγώ μεγαλώνοντας, κερδίζοντας εμπειρίες και χάνοντας μικρά κομμάτια από τον εαυτό μου.


Στη στάση εθνική άμυνα ήταν που προσπάθησα να την καταλάβω, να εξηγήσω τον βουβό της πόνο γιατί ήξερα πως μόνο οι πόνοι που μένουν βουβοί έχουν ένα σημαντικό βάθος και μια κάποια αξία. Φορούσε μαύρα και το γεγονός αυτό μπορεί να σήμαινε πως είχε χάσει πρόσφατα κάποιο αγαπημένο της πρόσωπο. Πάλι όμως, ήταν περίεργο να κουβαλά ένα βιβλίο στην τσάντα. Τα μικρά, λευκά κυκλάκια στο μαυροφόρεμα της έδειχναν πως και κάποιος να είχε πεθάνει θα είχε περάσει αρκετός καιρός. Χρόνια, ίσως και δεκαετία. Τα λευκά φωτάκια μέσα σε ένα πένθιμο φουστάνι λειτουργούν όπως οι φυσαλίδες από το ξέσπασμα της ανάσας κάτω από το νερό. Το θανατικό πρέπει να της στέρησε την ανάσα για πολύ καιρό αλλά εκείνη τώρα, με αυτό το φόρεμα, έμοιαζε σα να άρχιζε και πάλι να αναπνέει. Τότε τι; Γιατί; Της είχε αφήσει μήπως χρέη δυσβάσταχτα ο μακαρίτης; Μήπως είδε κάποιον στο βαγόνι που της τον θύμισε; Μήπως ήταν τρελή και η αιτία του πόνου της άγνωστη ακόμα και στον γιατρό της; Η τρέλα πάντα ήταν το τέρμα εκείνο που οδηγούνται όλοι όσοι δεν κατάφερναν να εξηγήσουν και να καταλάβουν τον τρελό. Ήταν η λέξη εκείνη που κρατούσε τις αποστάσεις, που τηρούσε τις αναλογίες, που βαστούσε τον καθένα από εμάς πάνω στην γνώριμη σκακιέρα της ζωής. Προσωπικά δε μου άρεσε να καταλήγω σε τέτοια συμπεράσματα και ίσως γι’ αυτό θα έπρεπε να γίνω ψυχίατρος ή απλά ένας μπάρμαν για να μπορώ να μελετάω καλύτερα την ανθρώπινη φύση. Όμως δεν έγινα, ούτε το ένα, ούτε το άλλο και ενώ για το πρώτο βρήκα γιατρειά σε φίλους που κοστίζουν λιγότερο και αξίζουν περισσότερο, το δεύτερο σπάνια εξασκούσε αυτή την πλευρά του επαγγέλματος καθότι αναλωνόταν στο περισσότερο πιπεράτο παιχνίδι με πιτσιρίκες που στα μάτια ενός μπάρμαν έβλεπαν την καταξίωση της υποκειμενικά ηφαιστειακής γυναικείας τους φύσης.


Στην Κατεχάκη η κυρία εκείνη σταμάτησε να κοιτάζει μαζί με τον βουβό της πόνο έξω από το παράθυρο. Έπεσε με τα μούτρα στο βιβλίο και μουρμουρούσε. Ίσως τα λόγια του βιβλίου το οποίου προσπαθούσε να αποστηθίσει. Ίσως ήταν ηθοποιός του θεάτρου και πρέπει να ήταν πραγματικά σκληρό να προσπαθήσεις να διαβάσεις ένα θεατρικό έργο γραμμένο σαν έργο αντί σα μυθιστόρημα. Το είχα προσπαθήσει μια φορά και μου έμοιαζε σα να προσπαθείς να φας μια σούπα με το πιρούνι. Ίσως τελικά ήμουν κάπως υπερβολικός γιατί ένας άνθρωπος ντυμένος στα μαύρα με ένα βιβλίο στο χέρι και έναν κρυμμένο πόνο πίσω από τα μάτια να μη σημαίνει και τίποτε το ιδιαίτερο. Στο κάτω κάτω η όλη εξέλιξη του ανθρώπινου είδους βασίστηκε ακριβώς σε αυτό. Στο να μη δίνει σημασία στις λεπτομέρειες. Οι μεγάλες ιδέες πάντοτε είχαν περισσότερα να πουν και να πάνε λίγο πιο πέρα το είδος μας. Αν κάθε τρείς και λίγο στεκόμασταν πάνω σε κάποια ραγισμένη ψυχή και στεγνωμένη καρδιά τότε δε θα γινόταν τίποτε το αξιοσημείωτο και ούτε με αμάξια θα κυκλοφορούσαμε, ούτε στο διάστημα θα πηγαίναμε, ούτε η βιομηχανική επανάσταση θα υπήρχε στην κοινωνιολογία του λυκείου και πολύ φοβάμαι πως ούτε το μετρό – που τώρα μέσα του σκέφτομαι – θα υπήρχε.


Στην Πανόρμου κατέβηκα. Αυτή τη φορά δεν ξεχάστηκα σαν κάποιες φορές που στάση μου γινόταν το τέρμα και η αφετηρία της επιστροφής. Είχα μόνο 53 λεπτά ακόμα για να κάνω τη βόλτα μου και να επιστρέψω. Είχα αποφασίσει πως δεν μου έκλεψε κανείς τα πλεονάζοντα είκοσι λεπτά της βόλτας. Πως εγώ κατάφερα με είκοσι λιγότερα σεντς να κάνω του κεφιού μου. Είχα αποφασίσει πως τα ασπράκια στο φουστάνι της γυναίκας κάποτε θα φούντωναν σε ολόλευκους κρίνους και ο πόνος της θα κυλούσε στους συρμούς και όχι πια στο ίδιο της το βλέμμα. Είχα αποφασίσει πως όλοι εμείς που πηγαίναμε και ερχόμασταν κάθε μέρα στο μετρό έπρεπε να φτιάξουμε μια μέρα που φτάνοντας στο τέρμα της θα κοιτάξουμε πίσω και δε θα δούμε μόνο στάσεις και βαγόνια, ώρες και ευρώ, αλλά μια όμορφη βόλτα που ευλογημένη ήταν ή ώρα που την ξεκινήσαμε.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΡΙΑΣ

http://static.panoramio.com/photos/original/21350931.jpg



Αν ρωτούσες τον Θεό για το που θα ήθελε να ξαπλώνει τα καλοκαίρια του, τότε στα σίγουρα  θα έλεγε κάτω από τις μουριές.  Στα σίγουρα θα ξάπλωνε εκεί, αφήνοντας τον παράδεισο πίσω για χάρη της πυκνής σκιάς μιας μουριάς. Το καλοκαίρι με είχε καλοχωνέψει μέσα του και εγώ δεν έλεγα να ξεκουνήσω από το νησί. Καθόμουν κάτω από μια μουριά και έπινα τον καφέ μου, περιμένοντας να βουτήξω στη θάλασσα που έβλεπα μπροστά μου. Μια θάλασσα, ένα βράχο, ένα φάρο και το εκκλησάκι της Παναγιάς της θαλασσινής. Αν μου ζητούσε ο Θεός να φύγω για να πάρει την θέση μου κάτω από την σκιά δε θα την αντάλλασσα με τον παράδεισο του. Ένοιωθα πραγματικά όμορφα. Σα τότε που πριν από τριάντα χρόνια, γνώρισα τον πρώτο μου έρωτα στο ίδιο μέρος. Ήταν μικρή, σα και του λόγου μου, και φορούσε λευκές κάλτσες μέσα στη θάλασσα. Αγγλίδα γαρ. Ένα δέρμα πιο λευκό και από νησιώτικη μπουγάδα, γεμάτο με μικρές, μικρές ελίτσες. Ρούφηξα μια γουλιά από το καϊμάκι του ελληνικού και την ίδια ώρα πέρασε από μπροστά μου μια παρέα από αγγλίδες. Δε χρειάστηκε να δω κάτι, βούτηξα κατευθείαν στις αναμνήσεις.

……..

Εγώ βρισκόμουν μέσα στο λεωφορείο περιμένοντας το να αναχωρήσει για το σπίτι και κοιταζόμασταν μέσα από το γεμάτο αλάτι τζάμι της σακαράκας-πούλμαν που καλή ώρα να έχει εκεί που τώρα βρίσκεται. Η σακαράκα εννοώ γιατί με την Αγγλίδα πέρα από εκείνο το βλέμμα, τίποτε άλλο δε συνέβη. Αυτή θα ήταν τώρα παντρεμένη και τα παιδιά της θα τρώνε fish and chips σε κάποια σκαλοπάτια καθεδρικού ναού, σε μια πλατεία ή και κάπου αλλού. Κοιταζόμασταν με την απειρία της ηλικίας μας και τη εμπειρία της ικανότητας των εφήβων να δημιουργούν μια φλόγα από το τίποτα. Της έκανα νοήματα με τα χέρια μου. «Αύριο, αύριο» της έδειχνα μέσα από το πούλμαν, περιστρέφοντας τις παλάμες μου, ελπίζοντας να καταλάβει «Tomorrow, tomorrow”. Εκείνη έριχνε κάτι λοξές ματιές προς τους γονείς της και μου άνοιγε τα χέρια της.  Δεν καταλάβαινα τη εννοούσε αλλά τόσο φουντωμένος ήμουν που νόμιζα πως ήθελε να με αγκαλιάσει. Αν δε κρεμόταν από πάνω μου σα Δαμόκλειος σπάθη η κατσάδα του παππού και της γιαγιάς που θα αργούσα για το μεσημεριανό, θα είχα πεταχτεί έξω από το λεωφορείο και θα την αγκάλιαζα και εγώ. Μα ήμουν βλέπετε ένας Έλληνας, με νησιώτες γονείς και νησιώτες παππούδες και οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια ήταν πράμα ιερό. Ούτε που το σκεφτόμουν να φύγω από το κάθισμα μου. Το λεωφορείο ξεκίνησε και η κοπέλα με τις άσπρες κάλτσες πάνω στην άμμο άνοιγε όλο και περισσότερο τα χέρια της. Τα κρατούσε ανοικτά έως ότου χαθεί από το οπτικό μου πεδίο. 


Την επόμενη ημέρα σηκώθηκα πιο πρωί και από το ξημέρωμα και φόρεσα το καλύτερο μου μαγιό. Ξυρίστηκα με το ξυράφι του παππού και μακάρι να ήξερα αν έκοψα έστω και ένα από τα χνούδια μου. Φόρεσα Μυρτώ κολόνια στις μασχάλες και χαιρέτισα  τους παππούδες χωρίς εκείνοι να προλάβουν να μου πουν ένα γεια. Όταν είναι νέος κανείς, τα κάνει όλα γρήγορα. Όταν είναι και ερωτευμένος τότε τρέχει σα την αστραπή. Κάθισα κάτω από τις μουριές, που τώρα πίνω το καφεδάκι μου, και την περίμενα να φανεί. Χάζευα τους δύο κύκνους που έφερναν βόλτες, απουσία λουόμενων και θυμάμαι πως μου είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος που έβαζαν τις φτερούγες τους πίσω από την πλάτη και κρατιόντουσαν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο όλη την ώρα. Κάπως έτσι ένιωθα και εγώ την ευτυχία. Να επιπλέεις, ανάλαφρος πάνω στο κύμα, και πότε να αφήνεσαι και πότε να κολυμπάς αντίθετα στο ρεύμα. Οι κύκνοι είχαν τον τρόπο τους στην ευτυχία.


Ο κόσμος είχε αρχίσει να έρχεται και οι πετσέτες κάλυπταν την αμμουδιά. Σηκώθηκα, τεντώθηκα και έβαλα το χέρι στο κούτελο μου κοιτάζοντας μακριά, πέρα στην παραλία. Την έψαξα στα δεξιά μου και την έψαξα στα αριστερά μου. Έδωσα ένα σάλτο και έβγαλα τις σαγιονάρες, τσαλαβουτώντας στην ακροθαλασσιά, ψάχνοντας καλύτερα. Πρέπει να είχα φέρει πάνω από είκοσι φορές βόλτα ολόκληρη την παραλία και Αγγλίδα με κάλτσες δε βρήκα. Ο ήχος από ένα μικρό αεροπλάνο που πέρασε με έκανε να κοιτάξω ψηλά. 


Πήγα και κάθισα στις μουριές και παρήγγειλα ένα υποβρύχιο με γεύση περγαμόντο.  Δεν είχα όρεξη για μπάνιο, δεν είχα όρεξη για άλλο καλοκαίρι. Ήθελα να φύγει αμέσως και εγώ να βυθιστώ για άλλη μια φορά στις υποχρεώσεις του σχολείου. Οι επόμενες ημέρες έφυγαν από πάνω μου μη καταφέρνοντας να ξεπλύνουν τη θολούρα του πρώτου Πλατωνικά στιγμιαίου μου έρωτα. Κάθε καλοκαίρι οι λευκοί κύκνοι πήγαιναν και ερχόντουσαν ενώ το κορίτσι με τις λευκές κάλτσες ήταν ολότελα εξαφανισμένο. Οι αναμνήσεις μου ξεθώριαζαν και αποκτούσα όλο και πιο σαφή εικόνα για το ποια πρέπει να είναι η μορφή του έρωτα. Από εκεί και πέρα απλά μεγάλωσα. 

………

Τώρα είμαι εδώ, κοιτάζοντας πότε τον μοναδικό φάρο που χτίστηκε πάνω σε βράχο , πότε το εκκλησάκι να το χαϊδεύει το κύμα και πότε το κατακάθι που έχει απομείνει στο φλιτζάνι μου. Πλήρωσα και σηκώθηκα με την πετσέτα στους ώμους μου. Από δίπλα μου άκουσα μια ηλικιωμένη κυρία να λέει πως θα γυρίσει στη Αθήνα με ελικοφόρο και ξαφνικά μου ήρθε η εικόνα της Αγγλιδούλας με τα απλωμένα της χέρια μέσα από το θολό τζάμι του λεωφορείου. Μου έλεγε πως θα φύγει και θα πετάξει στη χώρα της, αλλά εγώ δεν καταλάβαινα. Δεν καταλάβαινα και καλύτερα έτσι. Την ξεπέρασα, πιστεύοντας πως με κορόιδεψε. Καλύτερα έτσι. 


Πήρα το αφάγωτο μπισκότο από το πιατάκι του καφέ και πήγα να ταΐσω τους κύκνους. Εκείνοι μπορούσαν να πετάξουν αλλά αν δεν υπήρχε λόγος δε το έκαναν. Οι άνθρωποι όλη την ώρα πηγαινοερχόντουσαν στον πλανήτη δίχως να ξέρουν ακριβώς το γιατί.  Οι κύκνοι ήξεραν και ο θεός πάντοτε λοξοκοιτούσε προς την σκιά που φτιάχνουν τα καλοκαίρια οι μουριές στην Άνδρο. Θεός δε θα απολάμβανε ποτέ αυτή την γαλήνη. Μόνο εγώ μπορούσα και κάποια μέρα θα εξηγούσα και στον ίδιο το πόσο υπέροχο είναι να κάθεσαι στη σκιά μιας μουριάς, κοιτάζοντας τους κύκνους να τριγυρνάνε σε ζευγάρια.

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

ΕΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΜΙΣΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Τον έλεγαν Χάρη, Τζακ ή Μπομπ, ανάλογα με το σε ποια χώρα βρισκόταν. Αυτή τη φορά που αυτή η ιστορία γράφεται ο ήρωας λεγόταν Χάρης. Ήτανε σε κάποια παραλία, κάποιου Αυγούστου με κάποια νύχτα που τον βρήκε με αστέγνωτο μαγιό. Ο Χάρης λοιπόν καθόταν στην αχνιστή άμμο και κοίταζε ψηλά και πέρα ένα φεγγάρι που είχε χάσει τον μισό του εαυτό. Τα φεγγάρια πάντοτε ήτανε καλά με κάτι τέτοια. Άδειαζαν και γέμιζαν. Φώτιζαν τα αστέρια και κρυβόντουσαν πίσω από πολυκατοικίες. Τα φεγγάρια μπορούσαν να κάνουν κάθε νύχτα μοναδική και τον έρωτα καλύτερο. Τα φεγγάρια έβγαζαν τους λύκους έξω και τα φεγγάρια άφηναν όλες εκείνες τις σκιές ζωής στη γη.
Ο Χάρης ήταν μπουχτισμένος πιά. Ήταν μισός σα το φεγγάρι και περίμενε έναν Αύγουστο για να γεμίσει ξανά. Να κάνει πλάνα και να σκεφτεί την επόμενη ζαριά. Ήταν μισός από το κέντρο του και προς τα δεξιά. Μα το θεό του έλειπε όλη του η δεξιά πλευρά και αυτό ήταν κομματάκι θέμα όταν κανείς προσπαθεί να κολυμπήσει ή απλά να περπατήσει. Ο Χάρης όμως δε λογάριαζε τίποτα. Καθόταν από το πρωί στη παραλία και διάβαζε ένα βιβλίο κάτω από μια ομπρέλα και πάνω σε μια πετσέτα θαλάσσης. Ποτέ του δεν είχε καταλάβει γιατί πρέπει να υπάρχουν ειδικές πετσέτες για την θάλασσα, για τα μαλλιά και το σώμα. Η πετσέτες ήτανε πάντοτε πετσέτες όσες κατηγορίες και αν έφτιαχνε κανείς εντός της ύπαρξης τους. Όπως και να είχε πάντως ο Χάρης τώρα ήταν μισός σα το φεγγάρι και καθόταν πάνω στη άμμο κοιτάζοντας ένα μισό φεγγάρι να πλανάτε ανάμεσα σε ουρλιαχτά λύκων που έμειναν με το μισό τους σπίτι ελεύθερο και το άλλο μισό χτισμένο από παραλιακά μοντέρνα ξενοδοχεία.
Τα βήματα που άκουγε να ζουμπάνε την άμμο έσβησαν δίπλα του. Μια κοπέλα με κανιά ως το θεό κάθισε δίπλα του και τα άκουσε να λένε.
«Θέλεις να σου κάνω παρέα έως ότου το βράδυ πάψει να είναι βράδυ;»
Εκείνος την κοίταξε και είδε πως η κοπέλα αυτή που την έλεγαν Μαρία, Joanita ή Bo ανάλογα σε ποια χώρα βρισκόταν, ήτανε μισή. Μισή από τη μέση και κάτω. Το πρώτο πράγμα που έβλεπες πάνω της ήταν το παρεό της το οποίο άφηνε σε κάθε της βήμα από λίγο μπούτι να φανεί.
«Ναι αμέ. Αυτή η νύχτα θέλει παρέα.» της είπε και εκείνη κάθισε δίπλα του, από την αριστερή, ολόκληρη πλευρά του, ενώ εκείνος κοίταζε μόνο από τη μέση της και κάτω γιατί αν κοίταζε από τη μέση και πάνω έβλεπε ως πίσω, στον ορίζοντα (γεγονός που δε του φάνηκε περίεργο γιατί αυτό συνέβαινε πολλές φορές ακόμα και με ανθρώπους ολόκληρους).
«Είναι όμορφο να ακούς την καρδιά σου να χτυπά;» τον ρώτησε ενώ εκείνος ένοιωθε το φουστάνι της να πεταρίζει πάνω στην αριστερή του πλευρά.
«Δεν παραπονιέμαι. Και συ; Σου αρέσει να περπατάς όπου γουστάρεις;» είπε ο Χάρης ή Τζακ ή Μπομπ, ανάλογα με το σε ποια χώρα βρισκόταν.
«Έχει το γούστο του και αυτό αλλά δεν ξέρω που να πάω. Οι πατούσες μόνο νιώθουν τη θερμότητα και κάπως έτσι σε βρήκα για να πούμε καμιά κουβέντα. Πρέπει να είμαι για χρόνια σε αυτή την παραλία και να κάνω πέρα δώθε για πάνω από δέκα ζωές. Αν δεν έχεις καρδιά τα ταξίδια είναι κομματάκι δύσκολα.»
Εκείνος, φαντάστηκε για λίγο πως θα μπορούσαν και να ερωτευτούν και όλα να γίνουν πιθανά αλλά ο συνδυασμός ήταν αταίριαστος. Ήθελε μόνο ένα πόδι, ένα χέρι και ένα πλευρό ενώ εκείνη ήθελε έναν ολόκληρο κορμό και ένα κεφάλι με δύο μάτια, δύο αυτιά και ένα στόμα ολόκληρο.
«Το φεγγάρι. Κοίτα το φεγγάρι. Γεμίζει άραγε ή αδειάζει;» την ρώτησε.
«Τι σημασία έχει αφού μισό είναι;» του απάντησε εκείνη και έφτιαξε το παρεό της, εγκλωβίζοντας την μια του άκρη με τα δύο δάκτυλα των ποδιών της και ρίχνοντας τη στην άλλη άκρη που ακουμπούσε πάνω στην άμμο και στη αριστερή του πλευρά.
Εκείνος της μίλησε για φιλοσοφία. Πως άλλο είναι να περιμένεις να εξαφανιστείς κάποτε και άλλο να γίνεις γεμάτος και να φωτίσεις όλον τον κόσμο. Της μίλησε για προσδοκίες και τα τοιαύτα και εκείνη άκουγε και της άρεσε όλο αυτό αλλά στο τέλος σηκώθηκε να φύγει γιατί το φεγγάρι όλο άλλαζε θέση και η συζήτηση άλλαζε θέση και η γη άλλαζε θέση και ποιος ξέρει τη στο διάβολο γινόταν με το σύμπαν ολόκληρο.
«Θα με συγχωρέσεις αλλά πρέπει να φύγω τώρα. Να με θυμάσαι. Εγώ δε γίνεται να σε ξεχάσω, άκουγα τους χτύπους από την καρδιά σου όλη αυτή την ώρα. Ένας άνθρωπος χωρίς καρδιά μπορεί να καταλάβει καλύτερα από τον καθένα κάποιον από το πώς η καρδιά του χτυπά. Ξέρεις! Αυτό που δεν έχουμε είναι εκείνο που είμαστε γιατί είναι εκείνο που θέλουμε να γίνουμε αφού είναι εξαιρετικά απίθανο να το αποκτήσουμε ποτέ και συνεπώς είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο να σκεφτόμαστε πως κάποτε το ακατόρθωτο θα γίνει μια μέρα πράξη μόνο για εμάς.

Εκείνος την κοίταξε να φεύγει και κατάλαβε πως το φεγγάρι είχε φύγει. Ξημέρωνε και πάλι. Ξύπνησε πάνω στην πετσέτα του. Ένοιωσε μισός για πρώτη φορά στον ξύπνιο του και ας ήταν πιο ολόκληρος και από πανσέληνο που μπροστά της οι λύκοι ουρλιάζουν ενώ οι τίτλοι τέλους μια ταινίας του Hollywood πέφτουν. 

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

ΜΟΥΣΑ ΛΕΨΕ

Συνέβη όταν ξεκίνησα να γράφω κάτι. Στην αρχή ήταν μια λάμψη, μετά μια κίνηση των κουρτίνων και στη συνέχεια ένα κρύο χνώτο πίσω στο σβέρκο μου. Γύρισα στα δεξιά μου να δω, χύνοντας τον καφέ μου στο τραπεζάκι, στο πάτωμα, στον υπολογιστή, στην καρέκλα, στο σώβρακο, στην μπλούζα και λίγο μέσα στη γλάστρα με τον κάκτο. Σκάζοντας το ποτήρι στο πάτωμα, τίναξε τα υπολύμματα του στο ταβάνι. Σκατά! Και να το είχα προσπαθήσει δε θα τα κατάφερνα τόσο καλά. Έγειρα πίσω, άναψα τσιγάρο και έσκυψα για να πιάσω τα κομμάτια από το σπασμένο ποτήρι. Εκεί, κάτω από το τραπεζάκι την είδα. Με κοίταζε με κάτι μεγάλα μάτια να λάμπουν και ήταν τόση η τρομάρα μου που τινάχτηκα πάνω, χτυπώντας το κεφάλι μου στο τραπέζι ενώ η καύτρα από το τσιγάρο έπεσε πάνω στο μπούτι που  στρέφοντας έτσι την προσοχή μου στην πυρκαγιά της τριχοφυίας μου και όχι στον κάκτο που αμφιταλαντευόταν στο χείλος του τραπεζιού, ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Να μη τα πολυλογώ, το καρούμπαλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, το έγκαυμα στο αριστερό μου μπούτι και τα καρφωμένα αγκάθια του κάκτου στο καραφλό μου κεφάλι δεν στάθηκαν αρκετά για να την ξεχάσω. Ήταν κάτω από το τραπέζι και παραμόνευε.
«Τελείωσες τώρα;» με ρώτησε όση ώρα εγώ χοροπηδούσα με τις γυμνές μου πατούσες πάνω στα σπασμένα γυαλιά, κρατώντας το κεφάλι μου με το δεξί και το πόδι μου με το αριστερό μου χέρι.
«Σκατα, σκατά, σκατά και απόσκατα.» ήταν η πιο ολοκληρωμένη πρόταση που σκέφτηκα να εκστομίσω. Στη συνέχεια πρόσθεσα.
«Από πού μπήκες;»
Εκείνη βγήκε από το πλάι του τραπεζιού προσέχοντας μη πατήσει κάποιο γυαλί και πισωπατώντας για να μη πέσω πάνω της είπε:
«Για την ακρίβεια βγήκα. Δεν μπήκα από πουθενά. Βγήκα μέσα από το κεφάλι σου γιατί τόσο καιρό με τυραννάς και δεν αντέχω άλλο. Είμαι κάτι σαν μούσα.»
Αφού οι πατούσες μου τελείωσαν τον καθαρισμό των γυαλιών στο πάτωμα, πήρα τα πάνω μου και άρχισα να περπατώ προς το μέρος της κάνοντας κάτι χρατς και χρουτς σε κάθε μου βήμα. Δεν ένοιωθα πόνο και ίσως αυτό ήταν μια καλή λύση για να αρχίσω να βγάζω κανένα φράγκο σε πανηγύρια ή περιφερόμενος με κάποιο τσίρκο. Το νούμερο μου θα ήταν μετά τον νάνο και τη μουσάτη γυναίκα. Αν ένας συγγραφέας είχε λίγες ελπίδες με μια μούσα μέσα του τότε τα πράγματα δεν θα ήταν ιδιαίτερα λαμπρά αν αυτή αποφάσιζε να την κάνει από αυτόν.
«Δηλαδή; Φεύγεις;» ψέλλισα προσπαθώντας να ισιώσω προς Χαμφρει Μπόκαρτ πλευρά.
«Είπα να ξεπιαστώ λιγάκι. Μην ανησυχείς. Που και που γίνεται καλό το πράγμα αλλά τώρα τελευταία με έχεις φλομώσει με κάτι ακατάληπτα, σε στυλ νουθεσίας, που γράφεις.»
«Μα ο συγγραφέας δε πρέπει να λέει την άποψη του;» είπα ανάβοντας ένα τσιγάρο, όπως ο Χάμφρει έκανε σε κάτι τέτοιες, δύσκολες στιγμές (αν και τώρα πιστεύω πως το έκανε γιατί οι καπνοβιομηχανίες του έλεγαν να το κάνει).
«Ο συγγραφέας πρέπει να κάνει ότι κάνει ο καθένας. Τη δουλειά του. Άσε τους πολιτικούς και τους παπάδες να χαράζουν τις γραμμές. Αν όλοι οι υπόλοιποι λένε απλά τη γνώμη τους τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Τα προβλήματα ξεκινάνε από τη στιγμή που δεν υπάρχει άποψη.»
«Εσύ τώρα γιατί προσπαθείς να με κατευθύνεις Μούσα;» είπα εκπνέοντας και αρχίζοντας να νιώθω τον πόνο στις πατούσες μου.
«Κάποια χούγια πήρα και εγώ από εσένα. Τόσο καιρό μέσα σου δε μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Γιατί νομίζεις ότι ήθελα να βγω λιγάκι έξω, να ξεπιαστώ;»
Απέμεινα να την κοιτάζω έτσι όπως ήταν όμορφη. Λιτή με ένα νυχτικάκι μόνο το οποίο είχε ανασηκωθεί ελαφρά λίγο πιο πάνω από τα μέσα των μηρών της.
«Μη σου περνάει τίποτε πονηρό από το μυαλό. Αν κουτουπώσεις την έμπνευση τότε θα μείνεις με το τίποτα. Εγώ θέλω να με θέλεις, να μη με έχεις και όλο να με φωνάζεις.»
Οι κουρτίνες κουνήθηκαν και εκείνη εξαφανίστηκε τόσο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε. Άκουσα από μέσα μου την φωνή της να μου λέει.
«Πιστεύω πως θα τα πάμε μια χαρά οι δύο μας στο εξής. Μάζεψε μόνο το κακτάκι από το πάτωμα και βάλτο ξανά στη γλάστρα. Μου άρεσε τόσο! Άγριο απ΄έξω, ζουμερό από μέσα.»


Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Αν υπήρχε τσίπουρο την εποχή του Καρτέσιου.

Διάβασα τις προάλλες αυτό το ρητό του Καρτέσιου "σκέπτομαι άρα υπάρχει θεός" και με έβαλε σε σκέψεις σχετικά με το αν μου αρέσει ή όχι. Θα μου πείτε τώρα πως ασχολούμαι με κάτι πράγματα και εγώ... πως εδώ χανόμαστε και βαρκούλες αρμενίζουν, αλλά πριν με πάρετε με τις ντομάτες (αν και κανένα πρόβλημα δεν έχω καθότι είναι η εποχή τους) θα ήθελα να σας πως πως τέτοια ζητήματα είναι εκείνη η γαλήνη που αποζητά ο καθένας μας μέσα στον ορυμαγδό της καθημερινότητας του.

Όλοι τελικά αυτό κάνουμε. Ψάχνουμε να βρούμε τον θεό εκείνο που θα μας σώσει. Άλλος πάει στην εκκλησία, άλλος παίρνει πρέζα, άλλος ψηφίζει χρυσή αυγή και άλλος το ρίχνει στη χορτοφαγία και το σιάτσου μασαζ. Οι δρόμοι είναι τόσο διαφορετικοί αλλά όλοι οδηγούν στον θεό που ο καθένας μας θέλει να ανταμώσει. Το "σκέπτομαι άρα υπάρχει θεός" δίνει μια διαφορετική δυναμική σε όλο αυτό το ψάξιμο. Βάζει τον άνθρωπο μέσα σε αυτή την αναζήτηση προς τον θεό. Ότι για να μπορούμε να κάνουμε μαγικά πράγματα (κάποιες φορές) τα οποία προκύπτουν μετά από σκέψη τότε αυτό το χάρισμα μόνο ένα ανώτερο ον θα μπορούσε να μας το δώσει. Και αν θέλουμε να το πάμε παραπέρα αυτό το χάρισμα αποσκοπεί ακριβώς σε αυτό. Στο να βρούμε κάποτε τον θεό.

Κατέληξα τελικά ότι αυτό το ρητό μου αρέσει. Δεν έψαξα να βρω τη εννοούσε ο Καρτέσιος γιατί βαριέμαι οικτρά να διαβάζω φιλοσοφία και αναλύσεις, κόντρα αναλύσεις. Προσάρμοσα το ρητό σύμφωνα με αυτό που εγώ καταλαβαίνω ή για να είμαι περισσότερο ακριβής, σύμφωνα με αυτό που θέλω να καταλάβω. Μετά από αυτή την κατάκτηση των τεσσάρων αυτών λέξεων κέρασα τον εαυτό μου ενα τσίπουρο παγωμένο. Έβαλα τη μουσική και σκέφτηκα το πως να μοιάζει άραγε ο θεός που θέλω κάποτε να συναντήσω και αν τελικά το γεγονός του ότι προσπαθώ να σκέφτομαι αρκεί για να τον συναντήσω κάποτε. Κατέβασα το πρώτο σφηνάκι μονοκοπανιά και κεράστηκα ένα δεύτερο. Δεν είχε σημασία. Η μουσική ήταν όμορφη και μπορούσα να καταλάβω κάθε της νότα. Ένοιωθα το κάθε τι εκεί μέσα. Τον θεό που συνεχώς κρυβόταν ενώ εγώ είχα αρχίσει να βαριέμαι να τον ψάχνω γιατί η ώρα πέρασε πια. Ο θεός υπήρχε εκείνη την ώρα, όσο άκουγα μουσική και βουτούσα τη γλώσσα μου μέσα σε εκείνο τον παγωμένο χυμό από στέμφυλα. Ο θεός καθόταν στη δίπλα καρέκλα και το ένοιωθα. Ίσως όταν η μουσική σταματούσε να βαριόταν και να έφευγε από δίπλα μου, δε με ένοιαζε όμως. Κατάλαβα πως από τις μεγαλύτερες προσδοκίες έχουν ξενερώσει οι πιο θορυβώδεις και ελπιδοφόροι έρωτες. Ενώ έτσι...έτσι ήταν καλύτερα. Βρισκόμουν που και που με τον δικό μου θεό και λέγαμε και καμία μπούρδα να περνάει η ώρα. Όταν σκεπτόμουν κάτι, όταν άκουγα μουσική, όταν έγραφα ή πάλευα να φτιάξω εκείνη την χιλιοτσακισμένη καρέκλα στη βεράντα μου, ένοιωθα πως ο θεός ερχόταν και μου έριχνε καμιά ματιά. Ένοιωθα καλύτερα έτσι. Όταν κάποτε βρισκόμασταν για πάντα μαζί ο έρωτας θα έβγαζε φτερά. Θα αναλύαμε εκείνους τους πολέμους που έγιναν στο όνομα του για να μάθω τι άποψη έχει επί τούτου. Θα λέγαμε για τους τόσους διαδρόμους που δημιούργησε όλη αυτή η προσπάθεια της δικαιοσύνης με αποτέλεσμα ακόμα και η ίδια να χάνεται συνέχεια μέσα σε αυτούς και ούτε την τουαλέτα να μη μπορεί να βρεί, θα λέγαμε για τις χαμένες αγάπες που λένε πως πάνε στον παράδεισο και για το πως περνάνε τώρα τις ώρες τους. Θα λέγαμε πιστεύω πολλά και διάφορα γιατί ο χρόνος θα ήταν σχετικός και έτσι θα υπήρχε χρόνος για να κάνει κανείς το κάθε τι. Ως τότε όμως μου αρκεί να έρχεται που και που. Να είμαι έτσι δομημένος που να μη πιστεύω πως τον έχω βρει και κάπως έτσι να καταφέρνω να μη γίνομαι δογματικός, ακραίος, φασίστας, χριστιανός, μουσουλμάνος, ολυμπιακός, παναθηναικός. Ως τότε το μόνο που θέλω είναι να μπορώ να σκέπτομαι σα βοηθός και εκείνος να έρχεται και να ρίχνει μόνο μια ματιά. Πιστεύω πως έτσι βολεύεται και ο ίδιος μια χαρά. Οι βοηθοί που πιστεύουν πως έχουν κατακτήσει την τέχνη είναι ιδιαίτερα σπαστικοί! Εκείνοι που ψάχνονται όλη την ώρα όλο και κάτι καλό ανακαλύπτουν και λύνουν τα χέρια του μάστορα. Άσε που με αυτή την επιμονή τους στη σκέψη δείχνουν πως το μόνο που θέλουν τελικά είναι να βρουν το θεό και όχι απλά να καβατζώσουν μια θέση εξουσίας δίπλα του. Έτσι είναι καλύτερα νομίζω Καρτέσιε, συμφωνείς; 

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

10:15 SATURDAY NIGHT (Cure)


Δεν υπήρχε κάτι το μαγικό σε εκείνο το βράδυ. Πέρα από το γεγονός ότι ήταν Σάββατο βράδυ και την Κυριακή συνήθιζε να ξυπνάει  αργά.  Δεν υπήρχε κάτι το μαγικό παρά μόνο ότι αυτό το βράδυ το ονειρευόταν όλη τη μίζερη εβδομάδα που είχε περάσει ξεροσταλιάζοντας μέσα στο γραφείο με την σαν από πλαστικό φτιαγμένη γραβάτα του. Δε μπορούσε να σταθεί πουθενά. Ούτε εκείνος, ούτε η γραβάτα του που όσο και να τη σιδέρωνε εκείνη έφτιαχνε κάτι κυματισμούς γεμάτους με αυθάδεια απέναντι στο κατεστημένο της γραφειοκρατίας.
Ξεκλείδωσε την πόρτα του, δύο φορές την πάνω κλειδαριά και μια την κάτω γιατί η δεύτερη στροφή είχε χαλάσει. Μπήκε μέσα κρατώντας ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Ούτε φθηνό, ούτε ακριβό αλλά σε προσφορά. Καλό του φαινόταν και το ταμπελάκι που φορούσε στην μποτίλια ήταν χάρμα οφθαλμών. Έδειχνε ένα τσαμπί σταφύλι με τη μια του ρόγα να έχει τρυπώσει μέσα στο μισάνοιχτο στόμα μιας σχεδόν ντυμένης γυναίκας. Της έμοιαζε πολύ. Και θα τη συναντούσε σήμερα κιόλας. Εκείνη στο μπουκάλι ήταν ζωγραφιστή ενώ η άλλη που θα έβλεπε θα ήταν φτιαγμένη με σάρκα, οστά και ένα σκασμό από ερωτογόνες ζώνες που μέσα τους θα εγκλωβιζόταν. Ή τουλάχιστον θα το προσπαθούσε. Πέρασε μέσα από το σαλόνι, αφήνοντας το κρασί πάνω στο τραπέζι. Πέρασε μέσα από το δωμάτιο, αφήνοντας το παντελόνι του στο πάτωμα, το μπλουζάκι του στα άπλυτα και το σώβρακο πάνω στη λάμπα του κομοδίνου του βγάζοντας το με μια εκπληκτική κίνηση καράτε. Άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας και χώθηκε μέσα στην ντουζιέρα. Άφησε το νερό να ζεστάνει και μόλις οι πρώτες καυτές τούφες υδρατμού εμφανίστηκαν, έριξε το νερό πάνω του. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, ρούφηξε την κοιλιά του και πήρε να σαπουνίζεται. Σήμερα θα έκανε και σκράμπ με εκείνο το σαπουνάκι που του είχε χαρίσει η πρώην του και ποτέ δεν είχε χρησιμοποιήσει. Ένοιωσε το νερό να ξεπλένει από πάνω του όλα εκείνα που τον ενοχλούσαν. Όλα αυτά που είχε κάνει και κυρίως εκείνα που δεν είχε κάνει στη ζωή του.
Την σκέφτηκε σαπουνίζοντας το πέος του. Έτριβε και η σαπουνάδα θέριευε γύρω από την παραμελιμένη τριχοφυία της περιοχής. Σήμερα θα έβαζε κάθε πράμα στη θέση του. Θα ξυρίζονταν, θα κούρευε λίγο εκεί κάτω, λίγο τις μασχάλες του. Θα έκοβε δύο με τρία νύχια που είχαν ξεφύγει από το στόχαστρο των δοντιών του. Θα γινόταν σωστή μηχανή του σέξ. Σήμερα. Για εκείνη. Τύλιξε σφιχτά την πετσέτα γύρω από τη μέση του και περπάτησε με μικρά, μικρά βηματάκια γκέισας προς την ντουλάπα του. Έβγαλε ένα λευκό πουκάμισο έξω και το φόρεσε. Για τα υπόλοιπα δεν είχε αποφασίσει ακόμα. Τα εσώρουχα ήταν όλα για πλύσιμο και εκείνο πάνω στο λαμπατέρ ήταν στην καλύτερη κατάσταση. Δε θα φορούσε τίποτα για εσώρουχο. Πήρε την απόφαση του, τραβώντας ένα υφασμάτινο παντελόνι από την κρεμάστρα. Η πετσέτα κύλισε στο πάτωμα και εκείνος σήκωσε το ένα του πόδι για να φορέσει το παντελόνι. Πήρε να γλιστράει και κρατήθηκε τελευταία στιγμή από το πόμολο της πόρτας. Κατευθύνθηκε προς το σαλόνι, ρίχνοντας δύο με τρεις ποιητικές βρισιές και έβαλε ένα Jack στο ποτήρι. Το κατέβασε με τη μία. Το κρασί του φάνηκε ξαφνικά πολύ λίγο για αυτό το Σαββατιάτικο βράδυ. Ξάπλωσε στον καναπέ και πήρε τον υπολογιστή στα χέρια του αφού πρώτα γέμισε μια δόση ακόμα στο ποτήρι του.
Σκέφτηκε για λίγο τον έρωτα. Εκείνον που πουλούσαν και τον άλλο που έπρεπε να ανακαλύψεις. Σκέφτηκε πως τίποτε δεν πήγαινε καλά με τον ίδιο και τη ζωή του τα τελευταία χρόνια. Σκέφτηκε το πόσο του έλειπε εκείνη και όλες εκείνες οι μικρές εκπλήξεις που του έκανε κάθε τρεις και λίγο. Σκέφτηκε πόσο πολύ του στοίχισε που τον άφησε, πόσο πολύ μόνος ένοιωθε από τότε. Σκέφτηκε το πόσο έχει βαρεθεί το να σκέφτεται. Σκέφτηκε πως το ποτήρι του πάντα τελείωνε πρώτο, πριν εκείνος καταφέρει να ξεδιαλύνει το οτιδήποτε. Και γέμιζε, ξαναγέμιζε και κάπως έτσι ένας ύπνος γλυκός ήρθε και τον πήρε.
Την είδε να τον πλησιάζει και να τυλίγει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Να σηκώνει το ένα της πόδι, σπρώχνοντας με τη φτέρνα της το πίσω μέρος του γόνατου του ανάμεσα της. Την είδε να τον κοιτάζει μέσα από την ριγμένη πάνω στο βλέμμα της φράντζα και να χαμογελάει με εκείνα τα κατακόκκινα μηλαράκια στα μάγουλα της. Την άκουσε να ξεκολλάει τα δύο της χείλη, αφήνοντας τα μισάνοιχτα για να την φιλήσει. Και δεν τελείωνε ποτέ αυτό το φιλί. Από τη στιγμή που την φιλούσε όλα τα υπόλοιπα γινόντουσαν παράλληλα με αυτό το φιλί. Την ένοιωθε ζεστή, με όλο εκείνο το χνούδι στο δέρμα της να έχει τεντώσει την αθέατη του ύπαρξη. Τον έσπρωξε στον καναπέ και έχωσε το χέρι της μέσα στο παντελόνι του. Σα να τρύπωσε ένας άγγελος κάτω από το δέρμα του ήταν. Είχε ανατριχιάσει ολόκληρος. Την κοίταζε να τον κοιτά που την κοίταζε να τον τυραννάει γλυκά. Τα βλέμματα τους μπλεκόντουσαν όλη την ώρα και τα χέρια τους είχαν μπερδευτεί ανάμεσα σε μηρούς, γλουτούς, στήθη και ανάκατα μαλλιά. Ένα κουβάρι που όλο μεγάλωνε και οι εραστές σα να γίνονταν διπλοί, τριπλοί, άπειροι. Ήταν πάνω του όταν την έριξε στο πλάι. Μπήκε μέσα της, σφίγγοντας την πλάτη της πάνω στο στήθος του. Τυλίχτηκε ολόκληρος γύρω της και έκανε όσες κινήσεις χρειαζόντουσαν για να μη τελειώσει γρήγορα το όνειρο, κρατώντας το όμως ζεστό.
Το κουδούνι της εξώπορτας τον έκανε να ξυπνήσει βάναυσα από τον λήθαργο. Σηκώθηκε και άνοιξε, παραπατώντας, γλιστρώντας μεταξύ ονείρων και πραγματικότητας. Ήταν ο γείτονας. Τον παρακάλεσε να κοιτάξει το αυτόματο πότισμα του μπαλκονιού του γιατί έσταζε όλη την ώρα πάνω στην τέντα του και δεν τον άφηνε σε ησυχία. Άκουσε την πόρτα να κλείνει και πήγε στο κρεβάτι του γεμίζοντας ένα ποτήρι ακόμα. Ήταν 10 και τέταρτο, Σάββατο βράδυ και εκείνη δεν είχε έρθει. Ποτέ δεν ερχόταν, ούτε στην ουσία την περίμενε. Και η βρύση έσταζε.

*10:15 Saturday night. Τραγούδι από το πρώτο άλμπουμ των Cure.

“10.15 on a saturday night
and the tap drips
under the strip light
and i'm sitting
in the kitchen sink
and the tap drips
drip drip drip drip drip drip drip...

waiting
for the telephone to ring
and i'm wondering
where she's been”

Let's Lynch The Landlord (Dead Kennedys)

Λιντσάρισαν κάθε μαγαζί της έρημης πόλης. Μπήκαν σε αντιπροσωπείες αυτοκινήτων και σούπερ μάρκετ, έκλεψαν ρούχα, παπούτσια και χρυσαφικά. Πήραν τα πιο πολύτιμα, τα πήραν όλα, όσα άντεχαν τα αμάξια τους να φορτώσουν. Η πόλη είχε ερημώσει από το θανατικό εδώ και κάμποσους μήνες. Μια πανώλη εξελιγμένη. Τους πήρε όλους στο στομάχι της μέσα σε μόλις μια εβδομάδα. Κανείς δε πρόλαβε να κλάψει για άλλον. Όλοι χάθηκαν σχεδόν μονομιάς. Μια πόλη μακρινή και μακριά από άλλες πόλεις. Το είχαν πει στις ειδήσεις και ο κόσμος φοβόταν να πλησιάσει εκεί μη τύχει και κολλήσει το χτικιό. Οι χαμένοι όμως είχαν από καιρό πάψει να φοβούνται. Κάθε θάνατος τους έδινε ελπίδα, κάθε πρόβλημα ήταν μια ευκαιρία. Οι χαμένοι των γύρω πόλεων δεν είχαν και τίποτα να χάσουν. Η ζωή τους ήταν ισοπεδωμένη, σχεδόν σα να μη ζούσαν ήταν. Σα φαντάσματα περιφερόντουσαν και τα μάτια τους γυρνούσαν με την τρέλα σφηνωμένη μέσα τους.
Εκείνη τη μέρα αποφάσισαν να ορμίσουν στην πόλη. Να αρπάξουν ότι μπορούν και να φύγουν μακριά. Να αρπάξουν όλα αυτά που γνώριζαν πως είχαν αξία. Να γίνουν πλούσιοι ξαφνικά. Να γίνουν με τον ίδιο σχεδόν τρόπο που οι πλούσιοι γίνονται σε όλες τις εποχές και σε όλα τα μέρη. Ξαφνικά και μπαγάσικα. Έκλεψαν όλες τις κονσέρβες και τα ακριβότερα αμάξια. Έκλεψαν την τελευταία σειρά ρούχων ιταλικών οίκων και ένας τους πήρε ένα βυτίο γεμάτο με βενζίνη. Οι γυναίκες γέμισαν τα δάκτυλα τους με μονόπετρα και οι άντρες βούτηξαν από δέκα τηλεοράσεις ο καθένας. Τα παιδιά πήραν τα καλύτερα κινητά και από πέντε play station. Όλοι έγιναν ότι έβλεπαν να περνάει από μπροστά τους δίχως να τους ρίξει κέρμα στα καπέλα. Ένιωσαν άνθρωποι, καλοί, πολιτισμένοι, έτοιμοι για την ζωή.
Η ιδιόμορφη αυτή πομπή ξέσχισε όλη την ήπειρο. Δε στεκόταν σε καμιά πόλη. Ένοιωθαν πως τα καλύτερα βρισκόντουσαν μπροστά τους. Το νερό τους τελείωνε όμως και η βενζίνη το ίδιο. Οι κονσέρβες έληγαν πριν φαγωθούν και οι τηλεοράσεις ζητούσαν ρεύμα για να παίξουν. Έπρεπε να πάρουν κάποια απόφαση. Να βρουν ένα μέρος για να ξαποστάσουν. Να ρευστοποιήσουν τα τιμαλφή τους και να κάνουν επιτέλους τη ζωή τους. Η απόφαση λήφθηκε υποχρεωτικά στην πρώτη πόλη που βρήκαν μπροστά τους. Οι κάτοικοι τους υποδέχτηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Τους κέρασαν ντόπια εδέσματα και του φιλοξένησαν στα σπίτια τους. Αφού χόρτασαν φιλοξενία, αποφάσισαν πως είναι η στιγμή για να νιώσουν σημαντικοί για την πόλη. Άρχισαν να πουλάνε τα κοσμήματα αλλά αγοραστής δε βρισκόταν. Τα παιδιά ήθελαν να ανταλλάξουν τα κινητά τους με κάτι άλλο αλλά τίποτε άλλο δεν υπήρχε πέρα από βόλους. Οι άντρες έδιναν τις τηλεοράσεις τους για λίγο ρεύμα και ορισμένοι άλλαζαν πονηρά την ημερομηνία λήξης στις κονσέρβες ζητώντας φρούτα ως αντάλλαγμα. Εκείνη η πόλη ήταν φτωχή. Δεν ήξερε από μεγαλεία αλλά είχε όλα όσα μπορούσε άνθρωπος να θελήσει ποτέ. Λυγερόκορμες κοπέλες και παλικάρια που δάγκωναν το ατσάλι. Νερό από το ποτάμι και λαχανικά που φύτρωναν παντού δίχως κόπο. Η γη εκεί ήταν έφορη και η ελπίδα αιωρούνταν πάνω της .Υπήρχαν μόνο γεωργοί, ερωτευμένοι, και φουρνάρηδες.  Κανένας τους δε γνώριζε για χρυσό, πετρέλαιο και ακριβά αμάξια.  Με λίγα λόγια η μεταφερόμενη περιουσία του καραβανιού δεν έπιανε μια σε εκείνη την πόλη.

Έκατσαν κάτω και το συζήτησαν για ώρα πολύ. Να φύγουν ή να μείνουν; Τα τρόφιμα ήταν λιγοστά και η επόμενη πόλη άγνωστο το που θα βρισκόταν. Ακόμα και αν πήγαιναν στην άλλη πόλη τότε ίσως και εκεί να είχε χτυπήσει το χτικιό ή ίσως να ήταν ακριβώς η ίδια με τούτη. Μερικοί διέκοψαν την συνέλευση λέγοντας πως πίστευαν ότι η επόμενη πόλη θα ήταν πολιτισμένη και θα μπορούσαν να ανταλλάξουν εύκολα τα υπάρχοντα τους. Ξαφνικά, η κουβέντα έγινε τσακωμός και ο τσακωμός πολλές μικρές μικρές ομάδες μέσα του. Το καραβάνι έγινε φύλλο και φτερό. Γυναίκες χώρισαν τους άντρες τους και άντρες παράτησαν τα παιδιά τους. Παππούδες έριξαν χαστούκια και όλη η ατμόσφαιρα όσο πήγαινε και θέριευε τη μανία. Στο τέλος χώρισαν. Άλλοι έφυγαν και άλλοι έμειναν. Ο εξωτερικός κίνδυνος πάντα κρατούσε μονοιασμένους τους ανθρώπους. Όταν όλα έδειχναν πως υπήρχε προοπτική τότε αυτή ήταν διαφορετική για τον καθένα. 
Η ιστορία επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά και ξανά. 

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

ΔΗΜΑΡΧΕ!

Στήνω αυτί μέσα στη νύχτα. Ακούω την εβδομάδα να ξεψυχά. Ένας ψίθυρος περνά: "άλλη μια νύχτα και μετά τα πράγματα δεν θα είναι ξανά τα ίδια". Πιάνω μια μπύρα από το ψυγεία και στραγγίζω τις πρώτες τις γουλιές. Πέφτουν μέσα μου και είναι δροσερές. Καταλαβαίνω πως το καλοκαίρι αυτό έχει ήδη μπουκάρει, νιώθω πως οι ψήφοι μετρώνται, σκέφτομαι πως από όλη την ανθρώπινη ιστορία ένα μόνο πράγμα μένει σταθερό: η τάση για τη νέα τάξη πραγμάτων. Κατεβάζω άλλη μια γουλιά και βάζω thievery corporation. Κουνάω το κεφάλι μου με αραβο-dub ρυθμούς και ξεκινάω να γράφω. Γράφω ένα γράμμα προς το νέο δήμαρχο της πόλης.

"Δε ξέρω ποιος είσαι και ποιος ήταν πράγματι ο λόγος για να κατέβεις υποψήφιος αλλά ένιωσα την ανάγκη να σου γράψω πριν ακόμα εκλεγείς. Το να απευθυνθώ σε κάποιον συγκεκριμένα δημιουργεί κάποιου είδους μεροληψία και υποκειμενικότητα, ενώ τώρα που γράφω μόνο προς το αξίωμα σου νομίζω πως είναι πιο δίκαιο για όλους μας. Αν έχεις σκοπό να βάλεις δύο με τρεις λάμπες παραπάνω, να ρίξεις κανένα πλακάκι στα πεζοδρόμια και να φυτέψεις κανένα παραπάνω δέντρο σου λέω από τώρα ότι ίσα που μπορείς να φτάσεις στο μέγεθος ενός θυρωρού ή διαχειριστή πολυκατοικίας. Αν νομίζεις πως μια χαρούμενη πόλη θέλει κάτι τέτοια τότε μάλλον δεν έχεις ζήσει ποτέ σου σε χαρούμενη πόλη. Από την άλλη, ούτε εγώ έχω ζήσει αλλά έχω αρκετή φαντασία για να μπορώ μέσες - άκρες να την οριοθετήσω. Ίσως γι'αυτό δε σκέφτηκα ποτέ μου να κατέβω για δήμαρχος. Γιατί αισθάνομαι πως είναι πολύ λίγα εκείνα που απαιτούνται να γίνουν για να αντεπεξέλθει κανείς επάξια στη θέση του. Τις περισσότερες φορές βέβαια ανταπεξέρχεστε μια χαρά κάνοντας πολύ λιγότερα από αυτά που πρέπει και αρκετά περισσότερα από εκείνα που δε πρέπει.
Στην πραγματικότητα όμως ξέρω πως δεν είναι εύκολος ο ρόλος σου. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι ξέρω πως η φαντασία ίσως δεν είναι αρκετή. Πως η θέληση μπορεί να φανεί λίγη και η οργανωτικότητα εκτός θέματος. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι πιστεύω πως αρκεί απλά ένας χαρούμενος άνθρωπος για να φτάσει να γίνει ο πρώτος δήμαρχος αυτής της πόλης που θα μπορέσει να κάνει την πόλη χαρούμενη. Δε λέω, και οι φωτισμένοι δρόμοι, και η καθαριότητα, και τα πάρκα, και οι παιδικές χαρές είναι κρίσιμα σημεία. Είναι εκείνα τα σημεία που κάνουν πιο ξέγνοιαστους τους δημότες. Στο τέλος όμως δεν αρκεί αυτό. Ποτέ δεν αρκούσε και δεν αρκούσε γιατί πάντοτε σκόνταφτε στο τελευταίο μεγαλειώδες ερώτημα που κάνει ο καθένας από εμάς όταν έχει ολοκληρώσει τα σχέδια του και κάθε τι μοιάζει να είναι στη θέση του. Το ερώτημα αυτό δεν είναι άλλο από το "Τώρα είμαι χαρούμενος;". Ξέρω πως μπορεί να σου ακούγεται λίγο μελό αυτό, ειδικά τώρα που έχεις να βάλεις ένα σκασμό υπογραφές και να αρχίσεις να τρέχεις δεξιά και αριστερά διεκπεραιώνοντας διάφορες υποθέσεις. Ίσως είναι. Ίσως είναι μελό αλλά να με συγχωρέσεις αλλά εσύ πρώτος χρησιμοποίησες τέτοιες μελό εκφράσεις, φτιάχνοντας διαφημίσεις σύμφωνα με τις τελευταίες τάσεις του μάρκετινγκ. Μας έκανες να θεωρούμε πως απώτερος στόχος δεν είναι μόνο μια τέλεια οργανωμένη πόλη (αυτό ξέρουμε και οι δύο πως είναι δύσκολο από μόνο του), μας έκανες να πιστέψουμε πως η ωραία πόλη έχει ωραίους κατοίκους και χαρούμενες συμπεριφορές. Ε! λοιπόν κάτι τέτοιο θέλω και εγώ τώρα. Αυτό που εσύ διαφήμιζες. Γι'αυτό και αυτή τη φορά ψήφισα εκείνον τον τύπο που είδα να παίζει με τα παιδιά του τρία χρόνια πριν και μετά τον είδα να κάθεται σε ένα παγκάκι και να χαμογελάει μόνος του. Κάποια άλλη στιγμή τον είδα να κουνάει το πόδι του με τη μουσική που έπαιζε ένα γκρουπάκι στην πλατεία. Μου έμοιαζε κάπως πιο ανθρώπινος και ελπίζω αυτός ο τύπος που θα διαβάσει αυτό το γράμμα να είσαι τελικά εσύ. Ακόμα όμως και αν είσαι ο ίδιος ελπίζω να μη φτάσεις ποτέ να γίνεις ο θυρωρός αυτής της πόλης αλλά κάτι περισσότερο από αυτό.

Καλή σου αρχή.

Με εκτίμηση,
Κάποιος δημότης"

Στράγγισα την μπύρα μου και βγήκα στην βεράντα. Η πόλη έμοιαζε να αναπνέει, τα φώτα στους δρόμους ήταν αναμμένα, οι σκουπιδιάρες έτρεχαν να αδειάσουν τους κάδους, οι σκύλοι ήταν στειρωμένοι και με λουράκι, τα κράσπεδα απείχαν 17 εκατοστά πάνω από τα ρείθρα, το αυτόματο πότισμα στο πάρκο είχε μπει μπροστά και όλα έμοιαζαν να λειτουργούν σωστά. Σκέφτομαι πως ίσως ζητάω πολλά. Πως σχεδιάσαμε ένα πολιτισμό και μόλις εκείνος μπήκε μπροστά δεν μείναμε ικανοποιημένοι. Βλέπω τον κόσμο να κάνει τζόγκινγκ γιατί φοβάται τα καρδιακά, βλέπω ανθρώπους να βγάζουν έξω τα σκυλιά τους βόλτα γιατί φοβούνται τη μοναξιά, βλέπω παρέες εφήβων να κάθονται στα παγκάκια γιατί φοβούνται να μεγαλώσουν, βλέπω το γρασίδι να γεμίζει με νερό από τα ποτιστικά γιατί αυτή η πόλη φοβάται να μη μαραθεί το τελευταίο της δέντρο.
Μπαίνω μέσα και κλειδώνω την πόρτα. Ίσως αύριο να μάθουμε να κάνουμε το κάθε τι για τους σωστούς λόγους. Το να είναι όλα εν τάξει είναι θετικό από μόνο του. Το να προσπαθούμε μόνο για μια τέλεια τάξη τριγύρω εκτός από εξωπραγματικό είναι και εξαιρετικά μίζερο. Θέλω κάτι παραπάνω και το θέλω τώρα. Θέλω λίγο καλοκαίρι και αυτή τη φορά να μυρίζει αγιόκλιμα.   

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ Η ΛΟΛΑ




Θέλω να ξορκίσω το «δεν». Κάθε τι καινούργιο που θέλω, ορέγεται να ξεκινάει αρνητικά. Είναι ο φόβος; Είναι η ανασφάλεια να θελήσω κάτι; Ακόμα και ευχή να κάνω, πλέον από το «δεν» θα την ξεκινήσω. Αυτό λέγεται φοβία. Ναι λοιπόν! Έχω φοβία να ξεκινήσω προτάσεις αν πρώτα δε βάλω το «δεν» μπροστά τους. Θέλω ειρήνη αλλά αντί αυτού θα πω «δε θέλω άλλο πόλεμο». Θέλω προοπτικές, αλλά αντί αυτού θα πω: «δεν θέλω να βαλτώσω περισσότερο». Θέλω λίγη αγάπη αλλά αντί τούτου θα ψελλίσω μόνο: «δεν αντέχω άλλο μίσος.»
Θα πείτε πως με λίγη καθαρή μαθηματική σκέψη, το αποτέλεσμα το ίδιο είναι. Θα πείτε πως αν εύχεσαι να μη γίνει το χειρότερο, τότε το καλύτερο θα ξεπροβάλει. Δίκιο θα έχετε. Και εγώ έτσι το έβλεπα. Μέχρι σήμερα. Μέχρι ετούτη εδώ ακριβώς τη στιγμή που το τελευταίο «δεν» ξεμπούκαρε από το κεφάλι μου. Και τώρα λέω στον εαυτό μου πως όλες οι σκέψεις και όλες οι προτάσεις που ξεκινάνε από «δεν», δεν είναι ευχές, προτάσεις, μήτε τίποτα. Είναι μια σκέτη τρύπα κάπου, στο κέντρο του κενού. Αν ξεκινάει κανείς μια πρόταση με «δεν» αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο να κάνει ένα βήμα στο σκοτάδι, κοιτάζοντας πίσω. Κοιτάζοντας προς την πλευρά του τρόμου, ευχόμενος να μη συμβεί το χειρότερο, ρίχνει μια ευχή. «Δεν θέλω να έρθει το τέρας να με κάνει μια χαψιά μέσα στην άγρια τούτη νύχτα.» λέει. Και τα βήματα του ολοένα και λοξεύουν, το βλέμμα τρεμοπαίζει, η προοπτική στενεύει, ο φόβος μπουκάρει γενναία μέσα. Ένα γενναίο φαγοπότι με τα σωθικά μόλις ξεκινά. Από ένα μόλις «δεν».
Ο τρόπος που ξεκινά η πρόταση, είναι ο τρόπος που η σκέψη βαραίνει. Ο τρόπος που οι λέξεις χοροπηδάνε μέσα στην πρόταση δε δείχνει μόνο τις πολλές επιλογές του συντακτικού αλλά και τη δική σου κατάσταση. Μπορείς να πεις το ίδιο ακριβώς πράγμα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, ο τρόπος όμως που το λες δηλώνει το τι νιώθεις και το που σκοπεύεις να πας. Αν σκεφτώ ένα απλό παράδειγμα θα ήταν με τη Λόλα.
«Λόλα, να ένα μήλο» (φοβάσαι μη φύγει. Πρώτα τη φωνάζεις να γυρίσει και μετά της δίνεις το δώρο. Σχεδόν απεγνωσμένα.)
«Να ένα μήλο, Λόλα.»(είσαι ορθολογιστής. Δε καίγεσαι για κάτι περισσότερο από ένα απλό πήδημα. Δίνεις το μήλο πρώτα και μετά κάνεις παιχνίδι.)
«Ένα μήλο για σένα Λόλα.» (Λίγο ρομαντικός είναι η αλήθεια. Σα να περπάτησες μέσα στην έρημο για να κόψεις και να προσφέρεις το μήλο στην αγαπημένη σου.)
«Για σένα Λόλα. Να ένα μήλο.»(Πραγματικά μελό. Νομίζεις πως έχεις κάνει τα πάντα για αυτήν. Η αλήθεια είναι πως περιμένεις μια σίγουρη απόρριψη και μια μοναχική νύχτα δίχως Λόλα.)
«Δε θα μείνεις νηστική Λόλα. Να ένα μήλο.» (Πραγματικά αξιολύπητο. Της υπενθυμίζεις το πόσο πεινασμένη είναι. Μη περιμένεις κάτι περισσότερο από το να κοιμηθεί αφού πρώτα φάει το μήλο.)
Ίσως αν το σκεφτώ παραπάνω να φτιάξω και άλλες προτάσεις με τη Λόλα και το μήλο αλλά πιστεύω πως έγινα κατανοητός. Ο τρόπος που ξεκινάμε να μιλάμε, είναι ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Η προτεραιότητα που δίνουμε στα ρήματα, τα ουσιαστικά και τα επίθετα είναι αυτό που μας χαρακτηρίζει. Μπορούμε να πούμε το κάθετι με χίλιους δύο μαγικούς τρόπους. Μπορούμε να χτίζουμε και να γκρεμίζουμε. Να μιλάμε και να μιλάμε. Αν κάποτε όμως μας έρθει να γράψουμε κάτι που ξεκινάει από «δεν» καλό θα ήταν να ξέρουμε πως δε κάνουμε ευχή, δε γράφουμε προσευχή. Αν οι προτάσεις μας ξεκινάνε από «δεν» τότε μόνο παρακαλάμε τους φόβους μας να μη μας χλαπακιάσουν.
«Δεν θέλω να πεθάνω»
Συγκρίνετε το με το εξής:
«Να μείνω ζωντανός μόνο. Τίποτε άλλο δε θέλω»
Το δεύτερο δείχνει μια επιπλέον προοπτική. Πως σκεφτόμαστε για εκείνα που έχουμε αφήσει ατελείωτα μπροστά μας. Για εκείνα που τελικά θα φέρουμε εις πέρας.  Η δεύτερη πρόταση δείχνει τελικά πως η Λόλα θα έρθει στο κρεβάτι μαζί μας και θα το γεμίσει με χυμούς από το μήλο.
Πλέον φοβάμαι να βάλω μπροστά από τις προτάσεις μου το «δεν».
Αν κάποτε το βάλω ξανά θα είναι μόνο για να γράψω:
«Δεν τέλειωσα ακόμα ρουφιάνοι νεκροθάφτες!»



Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget