Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΑΚΑΛΕΣΤΟΣ



Δεν υπήρχε ούτε ένας αναπτήρας τριγύρω,
ήμουν ο μοναδικός καπνιστής στο σπίτι.
Για την ακρίβεια ήμουν τελείως μόνος σε εκείνο το σπίτι.
Έψαχνα λοιπόν για μια φλόγα να ανάψω ένα τσιγάρο.
Τσακ, τσακ ο ένας αναπτήρας, τσακ, τσακ και ο δεύτερος.
Τζίφος, τους πέταξα και τους δύο στα σκουπίδια.
Κρατούσα το τσιγάρο στα χείλι μου και έσπαγα το κεφάλι μου.
Πως ανάβει κανείς τσιγάρο στις δύο τα μεσάνυχτα;
Τότε ήταν που έγινα έφηβος για άλλη μια φορά.
Θυμήθηκα ένα κόλπο που είχα ακούσει τότε.
Έβαζες λέει λίγο ελληνικό καφέ πάνω στο μάτι της κουζίνας.
Έβαλα και εγώ,
αφού πρώτα άναψα το μάτι.
Σκέφτηκα στη συνέχεια ότι το πιθανότερο είναι να με βρουν καμένο,
την επόμενη μέρα, μέσα στη κουζίνα.

Δεν έδωσα σημασία όμως.

Παρακολουθούσα τη σκόνη του καφέ να τσουρουφλίζεται αρχικά,
και στη συνέχεια να πυρακτώνεται.

Δεν έχασα ευκαιρία.

Πλησίασα το τσιγάρο που είχα γραπωμένο στα χείλη,
και άρχισα να ρουφώ.
Ένοιωσα λίγο αμήχανα με το μέγεθος της εξάρτησης μου.
Αλλά ποιος δίνει σημασία όταν καταφέρνει να χτυπήσει την πόρτα της μνήμης του,
και από μέσα της να ξεπετάγονται χρήσιμα ή άχρηστα δεδομένα;
Με ένα τσιγάρο έγινα έφηβος ξανά.
Αύριο όμως λέω να το κόψω.
Αρκεί να μη χαθεί αυτή μου η ευχέρεια να επιστρέφω πίσω.
Στο παρελθόν ακάλεστος.

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

ΕΝΑΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΜΠΑΤΣΟΣ



Μόλις πέντε μήνες στο τμήμα, μόλις εικοσιπέντε χρονών. Ήμουν μικρός για τέτοιες ιστορίες αλλά από την άλλη ήταν μια καθαρή επιλογή μου. Μπουκάραμε σε κείνο το σπίτι στο τέλος του δρόμου στις δέκα το βράδυ. Έβλεπα τα κεφαλάκια από τους γείτονες να προβάλουν μέσα από κουρτίνες και μπαλκόνια. Υπήρχε μια ανεξάντλητη γαλήνη τριγύρω και κάθε ήχος κινούσε την προσοχή. Πόσο μάλλον το σπάσιμο της πόρτας του σπιτιού από το καλογυμνασμένο πόδι του προϊστάμενου μου. 


Ο αρχηγός σήκωσε το πόδι και με τη δεύτερη κλωτσιά κατάφερε την τελική πτώση της κατασαρακοφαγωμένης εξώπορτας. Το σπίτι φαινόταν παρατημένο από καιρό, σύμφωνα με μαρτυρίες γειτόνων. Εγώ ήμουν επιφορτισμένος να τους πάρω τις μαρτυρίες αφού πρώτα είχα δει εκείνη την εικόνα στο δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου. Ήμουν άβγαλτος είναι η αλήθεια αλλά δε νομίζω ότι υπήρχαν και πολλοί έμπειροι αστυνομικοί στην πιάτσα που θα αντίκριζαν με ευκολία αυτό που τότε είχα δει. Οι περισσότεροι θα ξερνούσαν εμετούς και για πολλά χρόνια μετά θα κατάφερναν με δυσκολία να κοιμηθούν τα βράδια χωρίς να ξυπνήσουν ιδρωμένοι έστω και μια φορά. Για να μη τα πολυλογώ όμως εκείνο το βράδυ, μετά την κλωτσιά, μπήκα και εγώ στο σπίτι. Ήμασταν μια ομάδα από τέσσερις, ζωσμένοι με τα όπλα και τα κράνη μας, με τις κυριαρχικές μας στολές. Ψάχναμε να λύσουμε τον γρίφο που προέκυψε από ένα απλό τηλεφώνημα. Ήμασταν απλήρωτοι για πάνω από τρείς μήνες αλλά παρόλα αυτά το να κυνηγάς φονιάδες είναι καλύτερο από το να σκοτώνεις εσύ ο ίδιος την ώρα σου στο σπίτι, όντας άνεργος.


«Σας παρακαλώ ελάτε αμέσως. Τον άκουσα να κλαίει και στη συνέχεια φώναζε για κάτι που έχει να κάνει με παπαρούνες. Μιλούσε με αναφιλητά, δε καταλάβαινα τι έλεγε. Ελάτε πριν να είναι αργά. Ναι, Δωδεκανήσου 24 είναι το σπίτι.» Στη συνέχεια δέχτηκα και δεύτερο τηλεφώνημα στο τμήμα. Άλλος γείτονας, ίδια ιστορία, άλλες λέξεις. «Κάτι συμβαίνει σε αυτό το σπίτι. Έκλαιγε για ώρα και φώναζε ότι θέλει να βουτήξει μέσα σε έναν κάμπο γεμάτο παπαρούνες. Μετά σώπασε και μόνο κάτι αναφιλητά ακουγόντουσαν. Ελάτε γρήγορα.». Πήγαμε γρήγορα. 


Η γειτονιά ήταν ήσυχη. Το σπίτι ήταν ξέφραγο αμπέλι. Η μάντρα είχε ξαπλώσει μπρούμυτα από τη σαπίλα και εγώ κοίταζα τον αρχηγό της αποστολής να κατευθύνεται προς την πόρτα του σπιτιού. Τον είδα να φωνάζει, κρατώντας το όπλο του όρθιο και κανείς να μη δίνει απάντηση από το σπίτι. Σταθήκαμε δύο στο πλάι και ο αρχηγός μαζί με τον υπαρχηγό μπροστά από την πόρτα. Όλοι είχαμε τα όπλα μας όρθια αλλά ένας θεός ξέρει το κατά πόσο ήμασταν αποφασισμένοι να τα χρησιμοποιήσουμε. Ο αρχηγός όμως ήταν άλλης σχολής. Χωρισμένος από γυναίκα και παιδιά είχε δοθεί ολοκληρωτικά στον αγώνα κατά του εγκλήματος. Οι υπόλοιποι είχαμε πιάσει απλά μια δουλειά. Τα όπλα έτρεμαν στα χέρια μας την ώρα που η πόρτα έπεφτε με ορυμαγδό στο πάτωμα του σαλονιού. Η φωνή του αρχηγού μας επανέφερε στην πραγματικότητα. «Πάμε. Εσείς δεξιά, εγώ με τον Πέτρο στα αριστερά.» Μπήκαμε μέσα και ένιωσα για πρώτη φορά σωστός μπάτσος. Όχι σα τους πραγματικούς αλλά σαν εκείνους που έπαιζαν στις πάμπολλες σειρές της τηλεόρασης. Τι Miami Vice και CSI; Eμείς αποτελούσαμε το πραγματικό γεγονός. 


Έξυνα με την πλάτη μου τους τοίχους και το σκεφτόμουν δύο φορές πριν αποκαλυφθώ σε κάθε άνοιγμα πόρτας μέσα στο σπίτι. Φώναζα όλη την ώρα αν είναι κανείς εκεί αλλά σίγουρος δεν ήμουν αν αυτό ήταν καλή ιδέα. Ίσως έπρεπε να την περάσω στη μούγκα γιατί με τις φωνές προσδιόριζα τη θέση μου στο χώρο. Τη θέση μου ως στόχο. Το πρωτόκολλο όμως έτσι έλεγε, έτσι έκανα και ‘γω.  Περάσαμε από δύο πόρτες, μια διαδρόμου και μια υπνοδωματίου και κανείς δεν απαντούσε στις φωνές μας.  Όλα έδειχναν ότι η λύση του αινίγματος θα ήταν στην πόρτα στο τέλος του διαδρόμου και κάπου εκεί ήταν που σκέφτηκα ότι μάλλον θα έπρεπε να είχα διαλέξει να γίνω λογιστής ή έστω ταμίας σε σούπερ μάρκετ. Μάζεψα το μυαλό μου και προχώρησα. Για τρεις και εξήντα στο κάτω κάτω θα πάλευα, όπως και να 'χε. 


Οι τοίχοι του διαδρόμου ήταν ταλαιπωρημένοι. Ολόκληρες φλοίδες από μπογιά έχασκαν στο πέρασμα μου και τις σβάρνιζα με την καλοσιδερωμένη μου στολή. Κάπου, κάπου υπήρχαν μικρά καδράκια με φωτογραφίες από χωράφια. Όλες τους είχαν το ίδιο θέμα. Μια άνοιξη με ντούρες παπαρούνες. Ο λεγάμενος είχε κάποιου είδους εμμονή με το αντικείμενο. Εξαιρετικές φωτογραφίες, τραβηγμένες από ιδιαίτερες οπτικές γωνίες με διαφορετικό κάθε φορά φωτισμό. Πάντα παπαρούνες, κάθε φορά διαφορετικές. Μια άλλη εικόνα για μια ίδια ιστορία. Προσπαθούσα να αποφύγω τα καδράκια και αυτό ίσως ήταν που με έκανε να βγω στο κέντρο του διαδρόμου και να βρεθώ πρώτος στην τελευταία πόρτα του διαδρόμου. Ο αρχηγός μου σφύριξε πίσω από την πλάτη μου «έμπα» και εγώ σήκωσα αυτόματα το πόδι μου για να σπάσω την κλειστή πόρτα. «Πιάσε πρώτα το πόμολο Χριστιανέ μου!». Λογικό ακουγόταν και κατεβάζοντας το ετοιμοπόλεμο μου πόδι έπιασα το πόμολο και έγειρα δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο την πόρτα. 


Μετά κοκάλωσα. Δεν έκανα τίποτα, ούτε μπρός αλλά ούτε και πίσω.  Άφησα την ομάδα να περάσει μέσα και εγώ απέμεινα να κοιτάζω από την είσοδο του δωματίου όλη εκείνη τη ζωγραφιά στους τοίχους. Ένα ολόκληρο λιβάδι από παπαρούνες με πολύ έντονα χρώματα ζωγραφισμένες. Ξεκινούσαν σαν από βουνό φυτρωμένες, ψηλά στον τοίχο και όσο πήγαινε χαμήλωναν. Το βλέμμα μου περιπλανήθηκε στο λιβάδι και κατέβαινε και αυτό. Η τελευταία παπαρούνα που διέκρινα ήταν δίπλα από το κεφάλι του. Μια μεγάλη παπαρούνα ξεραμένο αίμα δίπλα από τον κρόταφο του και ένα όπλο με σιγαστήρα πιασμένο μέσα στην σχεδόν άκαμπτη πλέον παλάμη του.


Ναι ήταν άλλη μια αυτοκτονία. Όσο και να ρωτούσα τους γείτονες για το ποιόν του μακαρίτη άκρη δεν έβγαζα. Κρατούσα το μπλοκάκι μου και σημείωνα αλλά στο τέλος αυτό που έγραφα ήταν ότι ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος. Έβγαζε καθημερινά το σκύλο του βόλτα και έβαζε βενζίνη στο αμάξι από το πρατήριο της γειτονιάς. Ψώνιζε από τον Σκλαβενίτη και πάντα ήταν με ένα χαμόγελο στα χείλη του.  Η αλήθεια ήταν ότι αμελούσε τη συντήρηση του σπιτιού του και όλοι του είχαν κάνει παρατήρηση για το πόσο πολύ είχε παρατημένο τον κήπο του. Του έλεγαν ότι έπρεπε να ξαναφτιάξει τη μάντρα και να κουρεύει πιο τακτικά το γρασίδι. Εκείνος τους απαντούσε ότι θα τα φτιάξει μια μέρα, αλλά εκείνη η μέρα ποτέ δεν ερχόταν. Φορούσε συνέχεια την ίδια μπλούζα και το μόνο που άλλαζε στις συνήθειες του ήταν η μάρκα των τσιγάρων που κάπνιζε. Ήταν περίεργος άνθρωπος αλλά ήταν τόσο καλός! 


«Άντε, ώρα να φεύγουμε τώρα», φώναξε ο αρχηγός. Του είπα ότι θα μείνω λίγο ακόμα προσπαθώντας να ψάξω για κάποιο στοιχείο. Μου έριξε μια γκριμάτσα απέχθειας και μου είπε να μην αργήσω αύριο στη δουλειά γιατί έπρεπε να γράψω την έκθεση του συμβάντος έως τις εννιά το πρωί. Έγνεψα ένα ναι και κατευθύνθηκα στον κήπο. Περιπλανήθηκα για λίγη ώρα μέσα στα ενός μέτρου αγριόχορτα, ψάχνοντας και ‘γω δε ξέρω τι πριν τελικά σκύψω για να κόψω μια φοβισμένη παπαρούνα από ανάμεσα τους. 


Ίσως δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα μου αλλά προσπάθησα να τη βγάλω από τη ρίζα. Γυρνώντας στο σπίτι θα τη φύτευα σε ένα βαζάκι που θα έβαζα μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας μου. Ίσως αυτό να μου έφτιαχνε την αυριανή ημέρα αλλά από την άλλη ποιος μπορεί να προβλέψει το μέλλον;

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

ΕΣΤΩ ΕΝΑ ΑΧ




Πολλές φορές δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο για να ειπωθεί. Μερικές φορές δεν υπάρχει τίποτε απολύτως. Μένει κανείς μετέωρος με τους δαίμονες του μπαστακομένους μέσα στο κεφάλι και πορεύεται. Θάβει τόσο βαθιά τις λέξεις που στο τέλος και ο ίδιος δεν μπορεί να βρει ούτε ένα «γεια σου» μέσα του.  Η αλήθεια είναι ότι όταν δεν υπάρχει κάτι για να ειπωθεί τότε τα πράγματα δε πάνε καλά. Από πού να παραδειγματιστεί κανείς γι’ αυτό; Από ζευγάρια σε διάλυση που δε λένε λέξη ο ένας στον άλλον, παρότι στο ίδιο σπίτι ζούνε;  Από ένα βουβό θυμό για κάποιον προϊστάμενο;  Από το να προσπερνάει κανείς μια γριά που ψάχνει στα σκουπίδια έξω από ένα σουπερ μάρκετ και να στρέφει το βλέμμα αλλού; Από πού να πιαστεί ένας άνθρωπος που βουβαίνεται; Από πιο πάθος, όταν τα πάθη σβήνουν σιγά σιγά μαζί με την όρεξη να ζήσει; Να βοηθήσει και να βοηθηθεί.  Όταν κανείς στερεύει από λέξεις τότε είναι σα να στραγγίζει και η ζωή μέσα του. Οι λέξεις είναι τα πυροτεχνήματα της σκέψης. Είναι οι εκρήξεις των θέλω. Είναι τα νούφαρα πάνω στη λίμνη. Όταν χάνεται η όρεξη να μιλάει κανείς, να γράφει κανείς, να σκέφτεται, τότε χάνεται και η όρεξη να περπατάει πάνω στο σχοινί που λέγεται ζωή. Χάνεται η όρεξη να ζήσει.


Μα τι μου λέτε; Υπάρχουν χίλια δυο πράγματα για να εκφραστεί κανείς. Μπορεί να κόψει βόλτες στο πάρκο παρέα με το σκύλο του ή να σηκώνει βάρη στο γυμναστήριο. Μπορεί να βουτήξει σε μια θάλασσα ή να κάτσει να ζωγραφίσει κάποια ορχιδέα. Μπορεί να σφυρίξει κλέφτικα στον άνεμο ή να τον πάρει ο ύπνος μπροστά από μια ανοικτή τηλεόραση. Ναι, μπορεί να τα κάνει όλα αυτά, θα απαντήσω γυρνώντας σας την πλάτη μου για να φύγω. Μπορεί κάλλιστα, κάνοντας όλα αυτά, να βγάλει ζωή από μέσα του, προνοώντας παράλληλα να γεμίζει που και που το δοχείο της. Όλα αυτά όμως χρειάζονται τις λέξεις. Ένα «Ουαου είναι κρύα τα νερά» ή «πόσα κιλά να είναι αυτό το βαράκι τώρα;» ή ακόμα «γιατί ο Ιβάν δεν έκανε κακά του σήμερα;» είναι λέξεις που πάνε μαζί με αυτό που καταπιανόμαστε. Νιώθουμε έκπληξη, βαρεμάρα, οργή ή τρυφερότητα. Με λέξεις εκφράζονται αυτά, λόγια ειπωμένα ή ανείπωτα.  Αν καμία λέξη δε βγαίνει από τα χείλη σου, από τα δάκτυλα σου ή αν δεν υπάρχουν λέξεις που κρύβονται  πίσω από τη ματιά σου, τότε τα πράγματα δεν είναι καλά. Και το ξέρεις αυτό. Και τότε είναι που σωπαίνεις περισσότερο. Και αφουγκράζεσαι τσαλαβουτώντας μέσα στα κατακλυσμίαια απόνερα του σύμπαντος ψάχνοντας μια απάντηση. Ψάχνοντας τη σωστή ερώτηση που αργεί να έρθει και εσύ σφραγίζεσαι ακόμα περισσότερο μέσα σου.  Και είσαι τόσο βυθισμένος που δεν έχεις τη διάθεση ούτε ανάσα να πάρεις. 


Τότε είναι που εύχεσαι έστω και ένα «αχ» να βγει έξω από σένα, να κοιταχτείτε στα μάτια και να νιώσεις και πάλι ζωντανός. Έστω ένα «Αχ». Και τότε ξέρεις ότι αν κάποια μέρα συμβεί αυτό, θα νιώσεις πως είσαι για άλλη μια φορά μες στον αγώνα. Όχι κάπου ξεχασμένος στις ξεχαρβαλωμένες κερκίδες. Σα σπασμένο κάθισμα, ξεχασμένος. Σα σπασμένη σε μικρές λέξεις, εξαφανισμένη σκέψη.

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Περπατούσε στα σοκάκια του νησιού. Δεν την περίμενε αυτή την εξέλιξη και να που βρέθηκε στην Άνδρο μετά από τριάντα ολόκληρα χρόνια. Ήταν Απρίλιος και οι κάτοικοι προετοιμαζόντουσαν για τον εορτασμό του Πάσχα. Ολόκληρες γειτονιές έβγαιναν έξω με ταβανόβουρτσες για το καθιερωμένο άσπρισμα. Ένα νησί διακοσμημένο με σχέδια λουλουδιών και γεωμετρικών σχημάτων σε γαλατένιες αποχρώσεις. Περιπλανιόταν εκεί που περπατούσε παιδί, ψάχνοντας να βρει το καφενεδάκι του κυρ-Αποστόλη. Ο συμβολαιογράφος του είπε ότι εκεί θα έβρισκε τα κλειδιά για το πατρικό του. Ο καφενές ήταν ένας παράδεισος ζαχαρωτών για τον Κυριάκο στα νιάτα του. Τρύπωνε όλη την ώρα μέσα και ζητούσε σουμάδες και αμυγδαλωτά. Ο κυρ-Απόστολος ήταν πρόσχαρος άνθρωπος και ανοιχτοχέρης. Ποτέ δεν του χαλούσε χατίρι.

«Θα παχύνεις παιδί μου, μη τρως τόσο πολύ.» και όλο του παράχωνε στις τσέπες γλυκίσματα.

Στρίβοντας στο δρομάκι που οδηγούσε στην αγορά κοίταξε την απλωμένη μπροστά του θάλασσα ανακατεμένη με την κλασσική ησυχία αυτής της ώρας του μεσημεριού. Σε αυτό το σημείο στεκόταν τότε με την ξαδέλφη του, την Έφη, τους Ιούλιδες των διακοπών τους. Η Έφη φορούσε εκείνα τα μακριά αέρινα φουστανάκια, γεμάτα με τριαντάφυλλα όλων των αποχρώσεων και εκείνος κοιτούσε τις μανιασμένες κινήσεις του φορέματος από τα πέρα δώθε των αέριδων. Στεκόντουσαν και οι δύο με τεντωμένα τα χέρια τους και γελούσαν με τα καμώματα του ανέμου.

Η πόρτα του καφενέ ήταν ίδια και απαράλλακτη όπως την θυμόταν. Μπαίνοντας μέσα βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν όπως και τότε. Όλα εκτός του κυρ-Αποστόλη ο οποίος ήταν ήδη αρκετά γέρος από τα μικράτα του Κυριάκου. Ημέρεψε ο άνθρωπος, πήρε το σώμα και την καλοσύνη του και ανέβηκε ψηλά να αγναντεύει.

Βρήκε ένα τραπεζάκι στο τέλος της βεράντας  και βολεύτηκε. Η βεράντα ήταν φρεσκοασπρισμένη και μόνο η άμμος από τις πατούσες μερικών τολμηρών κολυμβητών θόλωνε το απόλυτο λευκό του δαπέδου. Παράγγειλε διπλό ελληνικό μαζί με γλυκό καρυδάκι και έβγαλε από την τσέπη του τη διαθήκη του πατέρα του. Ο πατέρας του ήταν νοικοκύρης σε κάτι τέτοια. Προσπαθούσε να έχει τα πάντα υπό έλεγχο. Όλα εκτός της οικογένειας του με την οποίο αντάμωσε ξανά μετά από τριάντα χρόνια. Στην κηδεία του. Μυστήριο τραίνο ο άνθρωπος. Ο Κυριάκος ποτέ δεν τον είχε συγχωρήσει που άφησε την μητέρα του για μια άλλη γυναίκα. Γιατί έριξε μαύρη πέτρα πίσω του; Ο έρωτας; Γιατί αποφάσισε να γράψει σε αυτόν το πατρικό του σπίτι και όχι στη νέα του γυναίκα; Όλα ήταν ανάκατα στο μυαλό του. Το ταξίδι, ο θάνατος του πατέρα του, η διαθήκη, η απουσία του αυτά τα χρόνια. Ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ του και κοίταξε τη θάλασσα. Το πλοίο, με το οποίο είχε φτάσει, τώρα αναχωρούσε για την επιστροφή του, σηκώνοντας τούφες κάπνας από την τσιμινιέρα. Έβλεπε τους ανοιξιάτικους κολυμβητές να βουτάνε μέσα στα κύματα και θυμόταν τον εαυτό του να βουτάει μαζί με την Έφη στα παγωμένα νερά της παραλίας. Ήταν όμορφη κοπέλα η Έφη και τον είχε βοηθήσει αρκετά στο να κατανοήσει τα γυναικεία μυστήρια της εφηβείας του. Καθόντουσαν με τις ώρες στο κατώφλι του σπιτιού της και όλη την ώρα την ρωτούσε πως το ένα και πως το άλλο. Εκείνη ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερη του και αυτό της έδινε την αίγλη μιας θηλυκής αυθεντίας.

Σήκωσε το χέρι του και φώναξε τον υπάλληλο για τον λογαριασμό.

«Σας έχει αφήσει κάποιο κλειδί η κυρία Δημούλη για το σπίτι στο μέσα χωρίο;»

«Ναι, είστε ο κύριος Φωτόπουλος;»

«Μάλιστα, είμαι ο γιός του κυρ-Γιάννη, ο Κυριάκος. Τι σας οφείλω;»

«Τίποτα, είναι κερασμένα»

«Από ποιόν;»

«Ο πατέρας σας ήταν καθημερινός πελάτης στο μαγαζί μας. Μιλούσε συνέχεια για εσάς με τα καλύτερα λόγια. Δεν θα ήταν πρέπον τώρα που μας επισκεφτήκατε να σας πάρουμε χρήματα»

«Ευχαριστώ, να είστε καλά. Καλό μεσημέρι να έχετε.»

Ο Κυριάκος σηκώθηκε και έβαλε το κλειδί στην τσέπη του. Ο δρόμος για το σπίτι ήταν δεν ήταν πέντε λεπτά με τα πόδια. Περπατούσε και ένιωθε ότι φορούσε τα σορτσάκια όπως τότε. Ένα déjà vu μιας ζωής που ήταν σα να μην έζησε ποτέ, με έναν πατέρα εξαφανισμένο και μια μάνα τρελή από έναν σκοτωμένο έρωτα. Πήρε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια προς τη βρύση του οικισμού. Απέναντι ακριβώς ήταν το πατρικό του. Μια ξεχαρβαλωμένη ξύλινη εξώπορτα και αγριόχορτα σε όλα τα μήκη και πλάτη του κήπου. Ο πατέρας του πρέπει να είχε παρατήσει κάθε προσπάθεια στα τελευταία του. Ακόμα και το χώμα που πατούσε ο Κυριάκος ήταν ρυτιδιασμένο και συμπαγές, σαν να είχε αιώνες να σκαφτεί. Το μόνο που υπήρχε εκεί, δίνοντας μια πινελιά ζωής ήταν η χελιδονοφωλιά πάνω από την κυρία είσοδο του σπιτιού.

Γύρισε το κλειδί στην πόρτα και την άνοιξε δειλά. Κατευθύνθηκε προς το παράθυρο της τραπεζαρίας και τράβηξε διάπλατα το παντζούρι για να μπει ο μεσημεριάτικος ήλιος μέσα. Στο τραπέζι πάνω υπήρχε ένα κουτί που σκέπαζε μια σελίδα. Το κουτί ήταν ξύλινο και άνοιγε συρταρωτά από πάνω. Ενώ του Κυριάκου του άρεσαν πάντα οι εκπλήξεις, ετούτη τη φορά πήρε το κουτί στα χέρια του σχεδόν τρομαγμένα. Το κράτησε στα χέρια του αφήνοντας τα ακροδάχτυλα του να περιπλανηθούν σε όλη του την επιφάνεια πριν τελικά το ανοίξει. Μέσα υπήρχε ένα ρολόι γιλέκου. Ένα ασημένιο ρολόι με φθαρμένο από τη χρήση το τζαμάκι. Ακούμπησε το κουτί με το ρολόι πάνω στο τραπέζι και σήκωσε την σελίδα που είχε αφήσει ο πατέρας του για εκείνον.

«Μόνο ένα συγγνώμη μπορώ να σου πω γιέ μου. Ένα συγγνώμη που όλα αυτά τα χρόνια με τυραννούσε. Δεν έχω λέξεις να σου εξηγήσω το γιατί. Έφυγα γιατί αρρώστησα βαριά και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.  Ο χρόνος είναι αμείλικτος όμως. Κάθε μέρα που περνούσε από τούτο εδώ το ρολόι με έκανε και πιο δυστυχισμένο, μαζί και εσάς. Το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσα να σου προσφέρω είναι αυτό το σπίτι. Να το φτιάξεις και να έρθεις εδώ να μείνεις με τη γυναίκα σου. Να είστε ευτυχισμένοι για μια ολάκερη ζωή.

Ο πατέρας σου.»

Ο Κυριάκος άφησε την σελίδα να του πέσει από το χέρι και κάθισε στην ψάθινη καρέκλα της τραπεζαρίας. Το βλέμμα του ήταν γκρίζο. Σαν και αυτό που τώρα έχει βολοδέρνοντας μέσα στο ΚΑΠΗ με το ρολόι σφιγμένο στη χούφτα του. Ο χρόνος είναι αμείλικτος και μόνο πίσω πάει.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget