Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΙΝΔΙΑΝΟΣ ΚΑΠΝΙΣΤΗΣ

http://www.sansimera.gr/media/photos/main/Smoking-Indian.jpg

Tελευταίο τσιγάρο ημέρας από ένα καινούργιο πακέτο.

Το τσιγάρο δεν έχει να προσθέσει τίποτα στην ποιητική μου διάθεση. Είναι απλά μια κίνηση που με βγάζει από την ανάγκη να φάω τα νύχια μου ή τα σωθικά μου. Ανάβεις ένα τσιγάρο και ξέρεις ότι έχεις μπροστά σου οκτώ λεπτά πριν αυτό τελειώσει. Δε περιμένεις τον χρόνο, αυτός πλέον είναι σύμμαχος σου. Έχεις οκτώ λεπτά για να κάνεις ό, τι θέλεις, παράλληλα με τις δόσεις νικοτίνης. Αυτά τα οκτώ, ολόκληρα, λεπτά λοιπόν αρχίζουν από τώρα γιατί μόλις τώρα αποφάσισα να πατήσω τον αναπτήρα μου.

Σκατά όμως. Δεν ανάβει. Φέρνω βόλτες για να βρω κάποιον άλλο που να κάνει σωστά τη δουλειά του. Και τα καταφέρνω. Πάντα υπάρχει μια λύση σε όλα. Πιο παλιά το είχα δοκιμάσει και με τη μέθοδο των ινδιάνων. Δεν είχε πετύχει τότε, αλλά εγώ απέκτησα μια καταπληκτική ικανότητα να στριφογυρίζω γρήγορα το ξύλο μέσα στις παλάμες μου. Απέκτησα την ικανότητα με το να κάνω γρήγορα, μικρές κινήσεις με τις παλάμες και τα δάκτυλα μου. Στην πορεία το εξέλιξα, έμαθα να μη στριφογυρίζω μόνο αλλά να χαϊδεύω, να πιέζω, να γραπώνω και να αφήνω. Απέκτησα την ικανότητα από μια κίνηση των χεριών να θέλω να βγάλω σπίθες και κάποιες φορές ακόμα και φλόγες. Να γίνει μια σωστή φωτιά για να μπορώ να ζεστάνω τα δάκτυλα που την άναψαν.

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι ποτέ δε θα μπορέσω να γίνω ινδιάνος. Για μένα είχε τελικά μεγαλύτερη σημασία η επαφή με το κλαρί παρά το άναμμα της φλόγας. Η αφή ήταν το σημαντικότερο μου θέμα. Το να νιώθω ανάμεσα από τις παλάμες μου το ξύλο, τους κόμπους του, την υγρασία του, την τριβή του πάνω στο άλλο ξύλο. Έτριβα και σκεφτόμουν το δέντρο από το οποίο κόπηκε αυτό, σκεφτόμουν τα φύλλα που είχε πάνω του, σκεφτόμουν το πόσα νυχτοπούλια είχε αυτό δεχτεί στο σώμα του. Εγώ έτριβα, αισθανόμουν και σκεπτόμουν. Η φλόγα δεν άναβε στο ξύλο αλλά σιγά σιγά την καταλάβαινα μέσα μου. Μια τόση δα φλογίτσα που αρκετή δεν ήταν για να μου ανάψει το τσιγάρο αλλά αρκετά σπινθηροβόλα για να μου εξάψει την περιέργεια. Την περιέργεια ότι αυτά που αγγίζουμε είναι αυτά που κουβαλάμε. Ένα χάδι φυλακίζεται στην παλάμη.

Αν ήμουν Ινδιάνος το πιθανότερο θα ήταν να μην ήμουν καπνιστής. Θα στριφογύρναγα μόνο τα ξύλα στα χέρια μου και η φαντασία μου θα έφτιαχνε ένα ολόκληρο δάσος από δαύτα, ξύλα που ανεμίζουν στον αγέρα, ξύλα κομμένα, ξύλα που να ζεστάνουν μπορούν, καθώς και να σκοτώσουν. Θα με έδιωχναν από τη φυλή και θα περιπλανιόμουν στην άγρια δύση. Τώρα όμως που άναψα το τσιγάρο - όντας καπνιστής - αισθάνομαι ευτυχής που υπάρχουν και αναπτήρες. Και τώρα που άναψα το τσιγάρο μπορώ να επιτέλους να γράψω για οκτώ λεπτά.

Αλήθεια που είχα μείνει;

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

ΣΤΗ ΣΚΙΑ





Αυτή η πόλη, γεμάτη φώτα νέον. Βράδυ Παρασκευής, βράδυ αφετηρίας ζωής.
Ήταν Παρασκευή και ήταν βράδυ, εκτός αυτών όμως ήταν και μέσα Άνοιξης. Γεμάτος Απρίλης, ντροπαλός Μάης. Εκείνη έκλεισε το ταπεράκι με το τοστ ζαμπόν τυρί, μασουλώντας την τελευταία μπουκιά, περισσότερο από συνήθεια παρά από πείνα. Τα πλακάκια άστραφταν, το ίδιο και οι τουαλέτες. Ήταν οκτώ και μισή ακριβώς, η ώρα που παράταγε τη δουλειά στη μέση και καταπιανόταν με το τοστάκι της. Μόνο το ξεσκόνισμα απέμενε. Το ξεσκόνισμα δέκα γραφείων από μελαμίνη, των δέκα υπαλλήλων με τις δέκα γραβάτες που χτυπούσαν τις δέκα κάρτες εξόδου στις πέντε ακριβώς. Της άρεσε η δουλειά της ήταν η αλήθεια. Ήταν αφεντικό του εαυτού της. Δούλευε πάντα μόνη, όταν όλοι είχαν φύγει από το γραφείο του ορόφου. Έδινε στη δουλειά το ρυθμό που ήθελε. Κάποιες φορές, όντας κουρασμένη, πήγαινε τη σφουγγαρίστρα όπως, όπως και αγάλι, αγάλι. Σήμερα όμως ήταν φουριόζα. Παρότι κοιτούσε μέσα από τη τζαμαρία του πρώτου ορόφου το απέναντι κτίριο, η σφουγγαρίστρα πήγαινε σα τρελή σε ένα υγρό, μανιασμένο πέρα δώδε πάνω στα πλακάκια του γραφείου. Το σφουγγάρισμα έλαβε τέλος, το τοστάκι της το ίδιο και μόνο ένα έρμο ξεσκόνισμα απέμεινε.

 Καθόταν στο γραφείο του προϊσταμένου του τμήματος και έσφιγγε το ξεσκονόπανο στα χέρια της κοιτάζοντας πέρα από την τζαμαρία. Στο απέναντι κτίριο ο κόσμος μαζευόταν δειλά αλλά σταθερά. Σήμερα ήταν η μέρα. Η μέρα που εδώ και τρείς εβδομάδες περίμενε. Μέσα από τη φόρμα της καθαρίστριας είχε φορέσει το καλύτερο της φόρεμα. Εκείνο με το οποίο είχε παντρευτεί στο δημαρχείο τον Πέτρο. Ένα άσπρο φουστανάκι με ένα ραμμένο φιογκάκι στη μέση, πάνω στον αφαλό σχεδόν. Τόσο κοντό για να μπορεί κανείς να δει λίγο πάνω από το γόνατο και τόσο μακρύ για να πρέπει να φαντάζεται τα υπόλοιπα. Ήταν ωραίο και σικάτο φόρεμα. Τα καφέ παπούτσια με τη μπαρέτα τα είχε σε μια σακούλα από τον Σκλαβενίτη και μετά από το ξεσκόνισμα θα τα φορούσε. Το ξεσκόνισμα όμως δεν είχε καμιά όρεξη να το ξεκινήσει. Κοιτούσε μόνο πέρα από τη τζαμαρία σφίγγοντας το ξεσκονόπανο στα χέρια της.

Είχε ακόμα ένα τέταρτο στη διάθεση της. Η διάθεση της δεν είχε ούτε ένα λεπτό στη διάθεση της. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να ξεφορτωθεί τη βρώμικη φόρμα καθώς και το ξεσκονόπανο και να βρεθεί περιποιημένη μπροστά από την είσοδο της γκαλερί. Ήταν πραγματικά πολύ τολμηρό βήμα να σκεφτεί κανείς να ανοίξει μια γκαλερί μέσα στη κρίση. Η ταμπέλα όμως ήταν σαφής. "Ζητούνται πωλήτριες με γνώσεις ζωγραφικής". Έμοιαζε σαν ευκαιρία ζωής. Τι καλύτερο από το να επισκεφτεί την γκαλερί στα εγκαίνια και φεύγοντας να ρωτήσει για την αγγελία; Κάτι σα δύο σε ένα. Όλη της τη ζωή πινέλα χάιδευε, ζωγράφιζε, σκιτσάριζε, ανακάτευε τέμπερες και λαδομπογιές. Μέχρι και φορέματα σκάρωνε σε σχέδια. Τα δάκτυλα της ήταν φτιαγμένα για αυτό. Η ψυχή της κολυμπούσε μέσα στα χρώματα και τις φωτοσκιάσεις. Το σώμα της όμως και το μυαλό της έπρεπε να τα φέρουν βόλτα με αυτό που λεγόταν πραγματικότητα. Η σχολή καλών τεχνών μεταφραζόταν σε σχολή μπατίρηδων και συνεπώς δεν αποτελούσε μια εκ των επιλογών. Από μικρή συμβιβάστηκε με την αλήθεια και οι όροι ήταν κάπως σκληροί. "Έτσι είναι οι συμβιβασμοί γλυκιά μου, σκληροί σαν ακλόνητες πέτρες." Αυτά έλεγε στον εαυτό της, αυτά έλεγε και στα ντελικάτα της δάκτυλα χρόνια τώρα. Στη φαντασία της απέφευγε να το πει. Ήταν ευαίσθητη δαύτη και την άφηνε να καταγίνεται με κάθε λογιών σχήματα που έφτιαχνε η σφουγγαρίστρα στο πάτωμα. Κάθε απόγευμα έφτιαχνε ένα έργο τέχνης πάνω στα πλακάκια που με το που άνοιγε το παράθυρο μετά χανόταν. Εξαϋλωνόταν. Στέγνωνε το σφουγγάρισμα και εξαφάνιζε φαντασία και έργο μαζί. Με το ξεσκόνισμα ήταν πιο σκληρά τα πράγματα. Έπρεπε να καταστρέψει η ίδια τα σκαριφήματα της. Εκεί που είχε δημιουργήσει μια ολόκληρη πολιτεία πάνω στο τραπέζι των συνεδριάσεων, να δώσει μια και να γκρεμίσει όλα τα κτίρια μαζί. Κοίταξε στα χέρια της το κόκκινο πανί και στη συνέχεια το άπλωσε πάνω στο γραφείο. Δε θα ζωγράφιζε τίποτα σήμερα, δεν είχε χρόνο, δεν είχε όρεξη να σβήνει. Πέρασε δύο φορές την επιφάνεια του λακαριστού ξύλου και μετά τοποθέτησε το πανί μέσα στο διάφανο σακουλάκι της.

Σίγουρα δεν ήταν κατάντια να είναι καθαρίστρια αλλά όσο τα χρόνια περνούσαν τόσο εκείνη δε μπορούσε να το καταπιεί. Όχι το ότι τώρα σφουγγαρίζει, αλλά περισσότερο που πλέον δεν ζωγραφίζει. Η αγγελία αυτή ήταν μάνα εξ ουρανού. Τι καλύτερο από το να βρίσκεται ανάμεσα σε ζωγράφους, γκαλερίστες, και ανθρώπους που εκτιμούν την τέχνη; Και τι και εάν ανάμεσα στους ανθρώπους της τέχνης βρισκόντουσαν και εκείνοι που εκτιμούσαν ένα πίνακα ανάλογα με το πόσο ταιριάζει με τον καναπέ που μόλις αγόρασαν; Εκείνη θα το τολμούσε. Θα πήγαινε ως επισκέπτης στην γκαλερί και θα προσπαθούσε να εντυπωσιάσει με τις γνώσεις της τους ιδιοκτήτες. Ο τάδε πίνακας είναι της δείνα σχολής και ο δείνα ζωγράφος είναι της τάδε εποχής. Πως πέρασε την σπάτουλα με την λαδομπογιά πάνω στο κύμα και πως έσβησε τη σκιά από το σύννεφο με το βουτηγμένο στο κάρβουνο δάκτυλο της. Η συνέχεια ήταν εξασφαλισμένη. Η επιτυχία επίσης. Κανένας δε θα ρωτούσε για προϋπηρεσία. Θα το έβλεπαν ξεκάθαρα ότι η συγκεκριμένη γυναίκα ήταν στα σίγουρα ο άνθρωπος τους. 

Άφησε στη τσάντα της το σακουλάκι με το πεινασμένο ξεσκονόπανο, το ξεσκόνισμα στη μέση και της ρόμπα της στο πάτωμα κοιτώντας μέσα από την τζαμαρία τον κόσμο της γκαλερί να μαζεύεται. Τον κόσμο εκεί έξω. Έναν άλλο κόσμο, τόσο κοντά μα τόσο μακριά της. Κάθισε στην καρέκλα του προϊσταμένου, γέρνοντας μπροστά για να φορέσει τα παπούτσια με τις μπαρέτες. Ο χρόνος περνούσε και η ζωή το ίδιο. Έπρεπε να βιαστεί. Δεν θα έχανε τίποτα εξάλλου πέρα από λίγη σκόνη παραπάνω.

Το ασανσέρ τη ξέβρασε στην είσοδο του εμπορικού κέντρου μαζί με το φόβο για αυτή την επίσκεψη. Πέρασε ανάμεσα από ανθρώπους που φορούσαν δύο στροφές κασκόλ, παπιγιόν και κρατούσαν μακρουλά ποτήρια γεμισμένα με λευκό ή κόκκινο κρασί. Πέρασε μέσα από το πάθος μιας ζωής και το μόνο που την ένοιαζε ήταν να δει τους πίνακες. Δε δέχτηκε το κρασί που της πρόσφεραν και για καναπεδάκι ούτε λόγος να γίνεται. Καθόταν μόνο μπροστά από τους πίνακες ενόσω οι ειδήμονες της τέχνης μπεκρούλιαζαν και μασουλούσαν. Καθόταν από απόσταση και αναλογιζόταν για προοπτικές, οπτικές, αναλογίες και τεχνοτροπίες. Οι γουλιές κατέβαιναν, ο κόσμος μαζευόταν, η ώρα περνούσε και εκείνη γέμιζε από ζωγραφιές το δικό της κόσμο.

Βγαίνοντας από την γκαλερί ένιωθε ευτυχής. Ήταν η καλύτερη βόλτα της ζωής της. Το αεράκι της νύχτας έπαιρνε μακριά όλη της την κούραση. Είχε μαζέψει τόσα χρώματα και πινελιές μέσα της που έφταναν για την υπόλοιπη ζωή της. Βγήκε έξω με το σινιέ της φόρεμα και ένοιωσε ό, τι τόσα χρόνια δεν είχε νιώσει. Ανακατεμένη σα τέμπερα στην παλέτα. Να στριφογυρίζει υγρή - σα φρεσκοαπλωμένη λαδομπογιά - και να μελετά τις αποχρώσεις. Ένοιωσε πλήρης και τίποτε άλλο δεν την έμελε. Σκεφτόταν εκείνες τις φωτοσκιάσεις του σχεδίου στο βάθος δεξιά. Κάρβουνο σε χαρτί. Καταπληκτικός πίνακας με απροσμέτρητο βάθος προοπτικής. Ο καλλιτέχνης είχε δώσει όλη του την ψυχή σε αυτό το έργο. Ιδιαίτερα στις σκιές. Εκείνη καθόταν σε τέσσερα  μέτρα απόσταση, στητή με το λευκό της φόρεμα και το φιογκάκι στον αφαλό της ντούρο και ατένιζε τις ατελείωτα τέλειες σκιές του πίνακα μπροστά της. Ήταν σα κάποιος να της άνοιγε τη μια πόρτα μετά την άλλη. Η κάθε σκιά του πίνακα έκρυβε μέσα της τη διέξοδο για κάπου πέρα από εκεί που βρισκόταν εκείνη. Τα μάτια της ταξίδευαν και η ψυχή της ανέμιζε μέσα στα απαλά τραμπαλίσματα των επτά αποχρώσεων του γκρι των σκιών. Ο κόσμος πηγαινοερχόταν πίσω της με τα ζουπιγμένα στα δάκτυλα καναπεδάκια και εκείνη βουτούσε από τη μια σκιά στην άλλη. Άνοιγε τη μια πόρτα μετά την άλλη. Η κάθε σκιά την οδηγούσε όλο και πιο βαθιά, στο παρελθόν της, στη τέχνη της, στην τρικυμισμένη της ψυχολογία. Ο πίνακας έδειχνε μια πόλη, βουτηγμένη στη νύχτα, σα και αυτές που ζωγράφιζε με το ξεσκονόπανο στο τραπέζι των συνεδριάσεων. Οι σκιές δημιουργούσαν τα βάθη των κτιρίων, τα σοκάκια, τους φωτισμούς από τις λάμπες στα στενά. Εκείνη τρύπωνε και κρυβόταν, χωνόταν πίσω από τα κτίρια και χανόταν. Βρισκόταν κάτω από τις λάμπες και μετά εξαφανιζόταν. Όλο και πιο βαθιά στην πόλη. Όλο και πιο βαθιά στον πίνακα. Περπατούσε για ώρα μέσα σε αυτή τη σκιασμένη βραδινή πόλη, ακούμπαγε τις βαριές πέτρες των κτιρίων, αγνάντευε στις στέγες και πιο πέρα, στο απόλυτο μαύρο κάρβουνο του ουρανού. Περπάτησε για πολύ ώρα και κατάπιε ολόκληρη την πολιτεία μέχρις ότου ξεβραστεί στην είσοδο της γκαλερί. Μόνο που αυτή τη φορά η είσοδος λεγόταν έξοδος. Έφτιαξε το φιογκάκι στη μέση της, ίσιωσε την τσάντα στον ώμο της και προχώρησε μπροστά. 

Έμοιαζε σα κείνες τις γυναίκες που μετά από μια παράνομη ερωτική περιπέτεια προσπαθούσαν με λίγο φτιαξίδι να επανέλθουν στους προηγούμενους λογικούς τους ρυθμούς. Ούτε που της πέρασε από το μυαλό να ρωτήσει τους ιδιοκτήτες για εκείνη την κενή θέση. Δεν ήταν το ότι ντράπηκε. Η πόλη απλά με τις σκιές της ήταν μια μαγεία σκέτη. Ήταν η γνώση που της έλειπε σε εκείνα τα σκίτσα πάνω στο τραπέζι. Πάνω στη σκόνη. Ο καλλιτέχνης δε λογαριάζει τα υλικά, πότε είναι τέμπερα, πότε λάδι, πότε κάρβουνο και κάποιες φορές είναι και σκόνη. Στις σκιές ζούσαν πάντα οι καλλιτέχνες, σε αντίθεση με τα έργα τους. Εκείνη είχε διαλέξει διαφορετικό δρόμο. Να ζει στο φώς και τα έργα της να εξαφανίζονται στη λήθη λίγο μετά τη δημιουργία τους.

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

ΤΙΚ ΤΑΚ ΝΤΡΙΝ




Ξεκίνησε με κάθε τεχνολογική υπεροχή.
Στην αρχή ήταν ένα μοντέρνο ξυπνητήρι,
Μαύρο, σκληρό πλαστικό με ινοξ πλαίσιο.
Μετά έγινε ένα πλαστικό κοκοράκι,
στη συνέχεια, ένα ράδιο που έπιανε μέχρι το Κατάρ.
Ό, τι και να δοκίμαζε όμως,
το πρωί δε μπορούσε να ξυπνήσει.

Τα μάζεψε όλα σε μια σακούλα,
και τα έδωσε για δώρο σε μια μαυρούλα.
Εκείνη χάρηκε πολύ,
και εκείνος σκέφτηκε για ένα νέο τρόπο.
Πως θα τα καταφέρει να ξυπνάει το πρωί.

Τα βράδια του άφηνε το παντζούρι ανοικτό,
με φόβο αρκετό.
Μη τύχει και μπούνε κλέφτες,
και εκείνος κοιμάται.
Έλπιζε ότι το πρώτο πρωινό φως,
θα του άνοιγε τα μάτια.
Και με ένα πήδο αυτός θα σηκωνόταν,
ολόρθος.
Το πρώτο φώς της ημέρας όμως,
το πρώτο πράγμα που έκανε,
ήταν να βουτήξει κάτω από την κουβέρτα του,
δίπλα του να κοιμηθεί και αυτό.
Κάπως έτσι, παντζούρι δεν ξανάνοιξε ποτέ ξανά.

Μετά το έριξε στις κλεψύδρες,
Έκτισε γύρω από το κρεβάτι του μια τέτοια,
και υπολόγισε το χρόνο ακριβώς.
Την ώρα που ήταν να σηκωθεί,
η άμμος θα του έφτανε έως το πιγούνι,
και εκείνος θα ξυπνούσε.
Και εκεί όμως υπήρχε πρόβλημα.
Η άμμος ήτανε ζεστή,
και μέσα της εκείνος χουχούλιαζε μια χαρά.

Το πιγούνι καλύφθηκε τελείως,
Τα χείλη το ίδιο.
Η άμμος έπεφτε και μόνο,
μια μύτη ξεμύτιζε από δαύτη.
Ανάσα μέσα από δύο νυσταγμένα ρουθούνια.

Τον βρήκε η ξαδέλφη του,
θαμμένο εκεί κάτω.
Με κλειστά τα παντζούρια,
και χωρίς να έχει ξυπνητήρι δίπλα του.
"Αυτοκτονία", είπανε.
"Τα είχε παρατήσει από καιρό".
Το είπανε και αυτό.
"Στη δουλειά συνέχεια αργούσε".
"Πολλές φορές δε σήκωνε το τηλέφωνο".
"Που και που τον βρίσκαμε ξαπλωμένο στο γραφείο".
"Κατάθλιψη", είπαν οι ειδικοί.
Δεν ήταν έτσι όμως τα πράγματα.
Απλά δε μπόρεσε να βρει ένα τρόπο για να ξυπνάει,
και ο ύπνος του άρεσε τόσο πολύ...



Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ.



"Να κάτσεις εδώ σου λέω. Θα έρθει όπου να' ναι. Αααχ τι σου ναι τα παιδιά. Υπομονή δε ξέρουν τι θα πει."
Πέρασε μια εβδομάδα που η γιαγιά της έλεγε και της ξανάλεγε την ίδια φράση. Κάθε πρωί τα ίδια λόγια. Η Θεανώ δε μπορούσε να το αντέξει. Η παιδική της ψυχή το ίδιο. Η μάνα της είχε φύγει για μια δουλειά στο χωριό και ο πατέρας της εδώ και χρόνια την κοιτούσε από κει πάνω. Είχε μείνει μαζί με τη γιαγιά της μέσα στο κατακαλόκαιρο. Η Αθήνα έβραζε, Αύγουστος ήτανε, και τα λίγα αμάξια που κυκλοφορούσαν έξω αποτελούσαν μιας πρώτης τάξης κακοφωνία στη γενικότερη απραξία των πάντων. Η Θεανώ, με το ένα της χέρι, έπαιζε με το κοτσιδάκι της, ενώ το άλλο κρατούσε σφικτά το πανεράκι που της είχε παραγεμίσει η γιαγιά με κάθε λογής γλυκίσματα και παξιμαδάκια. Η Θεανώ τρελαινόταν για κάτι τέτοια. Και για τα μπάνια τρελαινόταν. Όταν βούλιαζε μέσα στη θάλασσα ένοιωθε σα τότε που πήγαινε παραλία με τον πατέρα της. Τον αγαπούσε πολύ, αυτόν και τη θάλασσα. Και ο ίδιος όμως ήταν σα να είχε μεταλαμπαδεύσει όλη του την αγάπη για τα κύματα στη Θεανώ. Ναυτικός στο επάγγελμα, είχε θαλασσοδαρθεί και είχε χάσει τα μισά του χρόνια μέσα στα πλοία. "Χαλάλι της της κακούργας." Έτσι συνήθιζε να αποκαλεί τη θάλασσα. "Χαλάλι της έτσι όμορφη που είναι. Το κύμα χαστουκίζει και χαϊδεύει, δαγκώνει και φιλά.". Με τη μάνα της δεν είχε και πολλά, πολλά. Μόνο για το νοικοκύρεμα ήτανε, να τη μάθει να πλέκει και να τρώει χωρίς να λερώνει. Δεν ήξερε τι θα πει αγκαλιά η μάνα της. Δε την είχε σφίξει ποτέ στον κόρφο της και από όσο η Θεανώ μπορούσε να θυμηθεί, δεν την είχε φιλήσει ποτέ.

Έσφιγγε το καλαθάκι στα χέρια της και κάθε τρείς και λίγο γυρνούσε πίσω να κοιτάξει τη γιαγιά που καθάριζε φασολάκια, φακές και ρεβίθια στην βεράντα. "Γιαγιά πάλι χάλασε το λεωφορείο;".
Η γιαγιά σήκωνε το κεφάλι της και έκανε στο πλάι το μαντίλι με τον αντίχειρα της για να μπορέσει να φέρει το βλέμμα της στα ίσια. "Μην ανησυχείς κόρη μου, όπου να 'ναι θα έρθει το δόλιο. Κράτα το καλαθάκι μόνο, μη σου πέσει και χαλάσουν τα φαγητά."
 
Η μάνα της το είχε υποσχεθεί. Όταν θα έφευγε για το χωριό η Θεανώ θα πήγαινε κάθε μέρα στη Λούτσα με το λεωφορείο. "Μα βρε μαμά δεν είμαι μικρή για να τριγυρνάω μόνη μου;". Η μάνα της ήταν κάθετη όμως. "Θα πει η γιαγιά σου στον οδηγό να σε προσέχει σα τα μάτια του. Μη σε μέλλει."
Με αυτά και με τα άλλα η Θεανώ τώρα καθόταν πίσω από την αυλόπορτα, με τη γιαγιά ξοπίσω της να καθαρίζει τα φασολάκια, και το καλαθάκι κόντευε να σπάσει από το σφίξε-σφίξε. Πάνε δύο μέρες τώρα που το λεωφορείο δεν είχε φανεί και η Θεανώ ξεροστάλιαζε πίσω από τη μάντρα. Στεκόταν για ώρες εκεί έως τη στιγμή που η γιαγιά θα τη μάζευε στο σπίτι λέγοντας της ότι το λεωφορείο χάλασε. Την είχε πάρει ο οδηγός και να μην ανησυχεί γιατί την επόμενη ημέρα θα περνούσε για την Λούτσα. Η Θεανώ έσερνε το καλαθάκι της και το έδινε στη γιαγιά για να το βάλει και πάλι πάνω στον πάγκο της κουζίνας. "Αύριο πάλι χρυσό μου. Μη κλαίς, τι φταίει και ο δόλιος ο οδηγός που κάθε τρείς και λίγο του χαλάει το σαράβαλο; Έλα τώρα εδώ να φας και αύριο έχει ο θεός."

Πέρασε έτσι μια γεμάτη εβδομάδα, με τη Θεανώ να στέκει σχεδόν κρεμασμένη στην αυλόπορτα και τη γιαγιά ξοπίσω. Είχε φάει όλα τα καλά που της μαγείρευε η γιαγιά της εκτός από αυτά που βρισκόντουσαν μέσα στο πανέρι. Ήρθε και η μανα της από το χωριό και το καλάθι έμεινε ανέπαφο. Η Θεανώ ούτε οδηγό είδε ποτέ, ούτε λεωφορείο, ούτε τα απαλόνερα της ακρογιαλιάς ένοιωσε στα τόσα δα της πελματάκια. Έφυγε η εβδομάδα, μαζί και η διάθεση για το καλοκαίρι που απέμεινε. Έφυγαν τόσα καλοκαίρια μετά από αυτό και μαζί και όση εμπιστοσύνη φίλαγε για τους ανθρώπους. Απέμεινε τώρα μόνη της με το πανέρι κρεμασμένο στη βεράντα και μια καρδιά σφιγμένη γιατί άλλο δε μπορούσε να περιμένει. Ήταν στην ίδια βεράντα που τότε καθόταν η γιαγιά της. Το πανέρι είχε γίνει γλάστρα με μενεξέδες και η Θεανώ σωστή γριά πιά. Είχε παντρευτεί και χωρίσει. Ήταν η μοναδική στάση που έκανε η ζωή της. Κατά τα άλλα προχωρούσε κανονικά. Όχι σα και εκείνο το λεωφορείο που όλη την ώρα ήταν χαλασμένο.

Κανένα λεωφορείο δεν πέρασε από τον δρόμο του σπιτιού της από τότε. Ούτε και το περίμενε εξάλλου. Η Θεανώ είχε μάθει, και αυτός ήταν ο λόγος που κοιτούσε με τόση αγάπη τους μενεξέδες στο πανέρι. Είχε μάθει να μη περιμένει και είχε μάθει να αγαπά μόνο αυτά που έχει. Οι μενεξέδες ήταν φουντωτοί και έδιναν χρώμα στη ζωή της. Τους πότιζε κάθε πρωί που ξυπνούσε και μετά καθάριζε  φακές, ρεβύθια και φρέσκα φασολάκια. Που και που όμως κοιτούσε κατά το δρόμο. Σα τότε που περίμενε το λεωφορείο να φανεί.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget