Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ.



Σήμερα η μέρα είναι έξοχη αλλά εγώ λέω να μη μιλήσω για κάτι τέτοιο. Να μη μιλήσω για τον υπέροχο ήλιο και τον ασκίαστο ουρανό της σημερινής ημέρας. Αντ’ αυτού λέω να μιλήσω για κάτι περισσότερο ενδιαφέρον. Για μια μέρα πριν από ένα περίπου μήνα. Ήταν περίπου η ίδια ώρα με σήμερα και εγώ ήμουν σε μια περίπου αντίστοιχη κατάσταση με την σημερινή, περιμένοντας το βράδυ να φανεί και να πάω σπίτι να βάλω κάτι να φάω, να πιω μια μπυρίτσα, άντε δύο και μετά να ξαπλώσω στο υπέροχα οριζόντιο κρεβάτι μου, αφού πρώτα είχα πετάξει όλη την κούραση της ημέρας στο ξεχαρβαλωμένο σιφόνι της ντουζιέρας μου. Εκείνο το απόγευμα λοιπόν, συνάντησα κάποια γνωστή φάτσα από το στρατό, τη σχολή ή από κάπου κοντά στο παρελθόν μου. Πήγα να του μιλήσω γιατί βάραγα μύγες και έσπαζα το μυαλό μου να βρω κάτι να αποκάμω. Ήταν δώρο θεού μέσα στην πιο βαριά μου βαρεμάρα. Είχε σταματήσει δίπλα στο πεζοδρόμιο και βγήκε από ένα αμάξι που κόστιζε τα διπλά από τα μισά που ήθελα για να αγοράσω ένα σπίτι κάπου στο κέντρο της Αθήνας. Τέλος πάντων, αυτό είναι μια άλλη ιστορία και το ενοίκιο εδώ που τα λέμε δεν είναι και τόσο άσχημο. Με το που βγήκε, κάθισε στο απέναντι πεζοδρόμιο και μιλούσε στο κινητό του. Εγώ τον πλησίασα και περίμενα να κλείσει. 


«Συγγνώμη για την ενόχληση αλλά κάτι μου θυμίζεις»
«…»
«Συγγνώμη και πάλι μήπως πήγες στη δείνα σχολή;»
«Όχι»
«Μήπως πήγες στο τάδε σχολείο;»
«Ούτε.»
«Μήπως φύλαξες κάποια σκοπιά στο στρατόπεδο της 37 ΕΜΑ;»
«Μα ναι! Που το ξέρεις; Ήσουν και συ εκεί;»
«Ναι, ναι, βεβαίως.»


Για να μη τα πολυλογώ αφού θυμηθήκαμε τα ονόματα μας και σκαλίσαμε λίγο τους ίλαρχους, τις σκοπιές και τη σκόνη που φάγαμε μέσα από τα άρματα, πήγαμε στο απέναντι πεζοδρόμιο γιατί ο ήλιος είχε πάρει να μας τυφλώνει. Κοιτάζοντας το αμάξι του, του είπα.


«Τα έχεις καταφέρει καλά στη ζωή σου βλέπω»


Εκείνος ήταν σοβαρός και μου απάντησε κοφτά με ένα «καλά τα πάω». Είπα να μη συνεχίσω την κουβέντα, αλλά δεν έβρισκα και τίποτε άλλο για να πω. Ήμουν security στο δίπλα κτίριο και είχα ακόμα μια ώρα για να τελειώσω την βάρδια μου. Έγειρα τον κορμό μου και σε μια προσπάθεια να εμπνευστώ την επόμενη μου ατάκα, τεντώθηκα και ακούμπησα το χέρι μου στο φτερό του αυτοκινήτου του.   Ξαφνικά εκείνος έκανε σα τρελός.


«ΜΑ ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ;  Μόλις το έπλυνα, το κέρωσα και  το πέρασα με ειδικά υγρά.  ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΟΙ ΔΑΚΤΥΛΙΕΣ ΣΟΥ!»


Εγώ ποδοπάτησα, ένα τρομαγμένο security ανάθεμα με και τον κοίταζα σα να είχαν μόλις ανοίξει οι ουρανοί. 


Θα έπρεπε να το είχα σκεφτεί καλύτερα. Εκείνη την εβδομάδα είχε πάρει να φυσάει σκόνη από την Αφρική και παρόλα αυτά το αμάξι του πρώην συμπολεμιστή μου άστραφτε. Μόνο κάποιος που είχε λόξα με το αμάξι του θα το φρόντιζε τόσο μέσα σε αυτή την καταραμένη θύελλα σκόνης. Έκανα ένα βηματάκι πίσω, δύο βηματάκια στο πλάι και μετά απομακρύνθηκα με σταθερά βηματάκια προς το πόστο μου. Νομίζω πως τον χαιρέτησα κιόλας αλλά δε βάζω το χέρι μου στην φωτιά. Ο κόσμος τρελαινόταν, δεν υπήρχε αμφιβολία πλέον. Με την άκρη του ματιού μου τον είδα να έχει βγάλει ένα χαρτομάντιλο και να τρίβει και να τρίβει τα δακτυλικά μου αποτυπώματα σα καθαρίστρια του σουλτάνου. 


Εκείνη τη μέρα αποφάσισα να μη κάνω μπάνιο. Αποφάσισα να προσπαθήσω να συντονιστώ λίγο με τη συχνότητα του θεού που μας έστελνε τόνους σκόνης μέσα στα ρουθούνια. Σκόνη που κολλούσε πάνω στα ρούχα, που έλιωνε μαζί με τον ιδρώτα μας, σκόνη που καθόταν στους δρόμους, στα πεζοδρόμια και στις φυλλωσιές από τις νεραντζιές τους. Ήθελα πάση θυσία να κοιμηθώ μαζί με τη σκόνη εκείνο το βράδυ. Δεν εμπιστευόμουν πλέον την καθαριότητα. Θα μπορούσε να έρθει μια μέρα που και εγώ θα τρελαινόμουν με την καθαριότητα και έλεγα να μη το ρισκάρω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget