Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΡΙΟΝΙΔΙ

 

Το έβλεπε να στροβιλίζεται στον αέρα, ανάμεσα στα πριονίδια και τη φασαρία του μαγαζιού. Το έβλεπε κατακόκκινο να φέρνει σβούρες και να πιτσιλάει τριγύρω. Εκείνος έσφιξε το χέρι ανάμεσα από τα πόδια του, νιώθοντας τον πόνο να τον σουβλίζει, και ταυτόχρονα το κοιτούσε να προσγειώνεται ανάμεσα στα πριονίδια. Να μένει εκεί, ακίνητο, να τον κοιτάζει.

Μια λάθος κίνηση ήταν, αφαιρέθηκε. Δεν πρόσεχε, δεν ήθελε, δε του πέρασε από το νου. Σκεφτόταν τη χθεσινή ημέρα, στο σπίτι του. Ότι σιγά σιγά χανόταν στη δύνη του μέλλοντος. Του άγνωστου, του μαύρου και μίζερου μέλλοντος που δε χαμογελά. Αυτά σκεφτόταν. Πως στο διάολο θα τα φέρει βόλτα. Πως θα παραμείνει ο ίδιος, με τα θέλω του, με τα πρέπει του, με τα όνειρα του ατόφια και λαμπρά. Πως θα γίνει να ζήσει μια ζωή που έχει επιλέξει αντί μιας ζωής που τον κοπανούσε από το ένα κράσπεδο στο άλλο. Τι έκανε λάθος; Τι απέμεινε σωστό και όρθιο; Μέσα του και τριγύρω τι;

Το πρωί με το που έπιασε δουλειά με αυτά και αυτά καταγίνονταν. Η δουλειά ήταν η κίνηση που έκανε το σώμα του και η σκέψη ήταν ό,τι υπήρχε μέσα σε αυτό. Φλεγόταν να ξεφύγει. Να δώσει μια και να βρεθεί αλλού. Να αρχίσει και πάλι. Να ονειρεύεται και ξυπνώντας να καταπιάνεται με το να κάνει πράξη τα θέλω του. Να φωτίσει το μέλλον του. Να ξαπλώσει στην αιωνιότητα. Να ζήσει το παρόν του. Αυτά σκεφτόταν και ενώ εκείνος ταξίδευε το σώμα του εργαζόταν. Ενώ αυτό ίδρωνε και κουραζόταν, πουθενά δεν τον πήγαινε. Ήταν μόνο ένα σώμα γύρω του! Σκλάβος μέσα του και εκείνος ήταν ανήμπορος να του δώσει διαταγές. Σαν πολύ εξαντλημένο και εκείνο για να τον υπακούσει.

Είχε πάρει το πλαϊνό από το κάσωμα μιας ντουλάπας και έκανε μηχανικές προσθαφαιρέσεις στο μυαλό του. Πόσο το πλάτος και πόσο το ύψος. Απλά πράγματα. Πόσο ακόμα για να τελειώνουμε. Πόσο για να ανέβει το φεγγάρι.  Πόσο ο ήλιος για να φωτίσει. Πόσο ακόμα για ζωή. Έψαξε χάμω για τον διακόπτη. Να βάλει μπροστά το μηχάνημα με το χέρι του, να ξεκινήσουν οι στροφές, να πάρει ο δίσκος μπροστά, να σβουρίσει το παρόν του με ταχύτητα. Να τον πάρει μακριά από εκεί. Μακριά από τα πριονίδια και από τις μηχανικές του κινήσεις. Να γυρνάει ο τροχός και να ανέβει πάνω του για ένα ταξίδι. Να γυρίζει και αυτός με τέσσερις χιλιάδες στροφές το λεπτό και η ταχύτητα η ίδια να τον φτάσει έως το διάστημα. Να κόψει την αμήχανη πορεία του, να ρίξει σα πριονίδι τα βάσανα του στο βιομηχανικό δάπεδο, να, να, να.

Σκατά όμως.

Ο τροχός σβάρνιζε στη γεμάτη ξυλόκολλα ατμόσφαιρα, εκείνος βρισκόταν αλλού, και ο δείκτης του βρισκόταν στην ίδια ευθεία με αυτή της κοπής του κασώματος. Το κάσωμα χαρασσόταν ενόσω εκείνος ταξίδευε και ο δείκτης από το δεξί του χέρι όδευε προς ένα αβέβαιο μέλλον. Μέλλον; Αβέβαιο; Πάνω στο σώμα του τόσα χρόνια ο δείκτης του δεν είδε χαΐρι. Μπορεί να είχε τις καλές του στιγμές. Ένα άγγιγμα στο μάγουλο μιας ερωμένης, το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου, μια οδηγία κατεύθυνσης σε ένα τουρίστα που χάθηκε στο κέντρο της πόλης, το ξύσιμο του αυτιού του, το πάτημα του τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης, το νευρικό χτύπημα του στο τραπέζι του γιατρού περιμένοντας για τις εξετάσεις, το δίπλωμα του και το χτύπημα σε μια πόρτα αγαπημένη, το ξύσιμο από τις βρωμιές στις επιφάνειες τις ζωής του. Ένα βινύλλιο, ενα εξώφυλλο βιβλίου, μια οθόνη τηλεόρασης, ένα μαρμάρινο τραπέζι στη βεράντα.

Σκατά όμως.

Ο τροχός ήταν αμείλικτος. Έκοβε τα ξύλα και τη σάρκα με την ίδια ευκολία. Έκοψε τον δείκτη του στα μισά του κασώματος. Σα να έκοψε ό, τι κίνηση είχε κάνει στο παρελθόν. Ό, τι κίνηση θα έκανε αυτός στο μέλλον. Πέταξε μακριά το δάκτυλο του, κάτω εκεί, στα πριονίδια. Σα να έφυγε παρελθόν και μέλλον μαζί. Ό, τι είχε κάνει και ότι θα μπορούσε. Τον έκοψε και συνέχισε στις ίδιες στροφές. Εκείνος είχε απομείνει να κοιτάζει την πορεία του και ούτε που του πέρασε από το μυαλό να αφήσει το άλλο του χέρι από το χειριστήριο. Μόνο όταν ο πόνος ήρθε μπόλικος το έκανε. Διπλώθηκε στα δύο, χώνοντας το χέρι του ανάμεσα από τα δύο του πόδια, ενώ ο ίδιος παρακολουθούσε την πορεία του μέλους του προς τα πριονίδια.

Άραγε τι να σκεφτόταν; Πως να ένοιωθε; Όχι ο ίδιος, αυτό το ήξερε καλά. Το δάκτυλο του πως να ένιωθε τώρα; Πονούσε το ίδιο; Μια ζωή μαζί ήταν και δε μπορούσε να νιώσει πως αυτό ένιωθε αυτή τι στιγμή. Ψυχή δεν είχε είναι η αλήθεια. Ήταν όμως πάντα μαζί και τώρα αυτός πονούσε. Πονούσε από τον αποχωρισμό, πονούσε από το κόψιμο και του φαινόταν περίεργο να μη πονάει και το δάκτυλο του εκεί κάτω. Ζαλισμένος από τον πόνο, θολωμένος από το αίμα, μπερδεμένος από το παρελθόν, φοβισμένος από το μέλλον. Ήταν όλα αυτά μαζί εκείνη τη στιγμή. Όλα αυτά και τίποτα μαζί. 

Ένοιωσε να μένει μισός. Όπως μισός γινόταν εδώ και χρόνια τώρα. Μισός πήγαινε την επόμενη μέρα για δουλειά και ο μισός από αυτό γυρνούσε. Πιο μισός επέστρεφε με το που χάραζε και διαιρούνταν ξανά. Ξανά και ξανά ο μισός του μισού του εαυτού. Έως ότου καταλήξει σα τα πριονίδια κάτω του. Τόσο μικρός, ασήμαντος, ένα κομμάτι πριονίδι ανάμεσα σε άλλα. Μόνο όταν έχασε εκείνο το δάκτυλο ένοιωσε ολόκληρος. Με όλα αυτά που είχε κάνει μαζί του. Ολόκληρος ήταν και έπρεπε να προστατευθεί. Να δει μπροστά του λιγάκι. Να χαϊδέψει το παρελθόν του με απαλές ανάσες μνήμης, να τσαγκρουνίσει το μέλλον με έναν χαμένο δείκτη. Να κάνει το υπόλοιπο του σώμα μια νότα και να ανεβοκατεβαίνει κλίμακες στη μικρή παρτιτούρα της ζωής.

Εκείνο του το δάκτυλο του θυμίζει από τότε το τι έκαναν μαζί. Του θυμίζει όλα τα απλά και τα άλλα τα λαμπρά που πέρασαν. Του υπενθυμίζει ότι έχει ένα σώμα, μια ζωή και πρέπει πάντοτε να προσπαθεί λόξα να περνάει από τον τροχό. Με μια ταχύτητα παρόμοια. Με ένα φόβο καλά φυλαγμένο και με τα μάτια του ορθάνοιχτα για να βλέπει στο σκοτάδι και τότε που ο ήλιος βγαίνει.



2 σχόλια:

astazzia είπε...

Εν ολίγοις ...
αυτό που έχασα,αφ'ότου το έχασα,έπαψα να το θεωρώ δεδομένο και του απέδωσα την αξία που του άξιζε....
Καλώς σας βρήκα Φίλιππε !

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΓΑΛΙΑΣΟΣ είπε...

Nαι κάπως έτσι Astazzia. Χάνοντας κάτι κερδίζουμε και ντούμπαλιν. Κάποιος το είχε πει αυτό αλλά μου διαφεύγει το όνομα του. Καταραμένε Αλτς (χαιμερ). Καλώς σε βρήκα και εγώ Astazzia.

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget