Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

ΝΥΧΤΑ ΠΑΘΟΥΣ



Τον κοίταξα στα μάτια. Δεν είχε περάσει και πολύ ώρα από τότε που τον αντίκρισα εκεί μέσα. Σε εκείνο το δωμάτιο. Χειμώνας ήτανε και με είχε κουβαλήσει για παρέα. Αυτός μόνος του, εγώ το ίδιο. Η καλύτερη παρέα είναι δύο μοναχικές ψυχές.

Με άγγιξε και με ακούμπησε. Με κοίταξε για ώρα και τον κοίταξα και εγώ. Στα μάτια. Συνέχισε να με χαϊδεύει και να με πασπατεύει αλλά εγώ έμενα μέσα στην ακινησία. Με κέρασε οινόπνευμα. Έβαλε και μουσική να παίζει. Εγώ έμενα στη θέση μου και μόνο τον κοίταζα. Με κοίταξε και με έσπρωξε κάτω. Τον υπάκουσα. Δε μπορούσα να κάνω διαφορετικά! Ήταν ένας άντρας, μόνος, μέσα στο χειμώνα και εγώ προοριζόμουν να ζεσταίνω αυτές τις μοναχικές ψυχές.

Με κέρασε και άλλο οινόπνευμα και μετά ακούμπησε ένα χαρτί δίπλα μου. Η μουσική συνέχιζε να παίζει. Έπαιζε το «the roof is on fire”. Μου άρεσε αυτό το τραγούδι, μιλούσε στην ψυχή μου. Εκείνος ξάπλωσε στον καναπέ και με άφησε να τον κοιτάζω. Περίμενε να αρχίσω τα παιχνίδια μου αλλά πρώτα ήθελε να κερδίσει λίγο από τον χαμένο του χρόνο. Να χαρεί λίγο την αναμονή.

Άναψε ένα τσιγάρο με ένα σπίρτο. Δε χρειάστηκε δεύτερη προσπάθεια, ήταν επιδέξιος με τα δάκτυλα του. Έμοιαζε από εκείνους τους άντρες που έκαναν κινήσεις ακριβείας με τα δάκτυλα τους . Θεώρησα ότι δε μπορούσα να γλυτώσω εύκολα από αυτό και αφέθηκα. Απαξ και αυτά αποφάσιζαν να ασχοληθούν μαζί μου εγώ θα πέταγα σιγά σιγά προς τον ουρανό και θα φλεγόμουν. Θα καιγόμουν για κείνον και από εκείνον. Θα έβγαζα εκείνες τις άναρθρες κραυγούλες μου και μετά θα χανόμουν. Για αυτό και τον κοίταζα στα μάτια. Κατευθείαν μέσα τους και μέσα στο μυαλό του. Ήθελα να μάθω ποιος ήταν πριν βουτήξω και χαθώ από τα δικά του χέρια.

Η φλόγα στο σπίρτο τρεμόπαιξε για λίγο στα δάκτυλα του. Ήταν στα μισά της. Εκείνος σηκώθηκε και με πλησίασε. Άφησε το σπίρτο πάνω μου και όλο εκείνο το οινόπνευμα και το χαρτί έγιναν μια πυρκαγιά τριγύρω μου, και εγώ καιγόμουν κοιτάζοντας τον να με κοιτάζει να χάνομαι.  Λυπήθηκα γι’ αυτό. Όχι το ότι κάηκα μέσα στο τζάκι, κούτσουρο μονάχο. Καθόλου δε με ένοιαξε αυτό. Λυπήθηκα γιατί η φλόγα που έβγαλα πριν γίνω στάχτη ήταν σαν να την έκλεψα από τα μάτια του. Και εκείνος απέμεινε με ένα άδειο βλέμμα να με κοιτά να καίγομαι μέσα στις φλόγες. Τον έβλεπα μέσα από τις γλώσσες της φωτιάς να με κοιτά και ήξερα ότι χανόταν και εκείνος σιγά σιγά.

Τι κρίμα! Κάποιοι να ξεψυχάνε μέσα στις φλόγες και κάποιοι να αργοσβήνουν, αφήνοντας στάχτες εδώ και κει. Χωρίς φλόγα να τους έχει ακουμπήσει ποτέ.

ΑΣΧΗΜΗ ΠΕΜΠΤΗ



Εάν δεν ήμουν αυτός που είμαι,
θα ήθελα να μη θέλω.
Εάν οι άνθρωποι που εκτιμώ,
κάποτε με εκτίμησαν το ίδιο,
θα ήθελα να εξακολουθήσουν έτσι να κάνουν από εδώ και πέρα.

Θα ήθελα να με αγαπάνε αν η τρέλα μου μπαστακωθεί,
εάν όλο να φεύγω θέλω, πουθενά να μη μένω.
Θέλω να γνωρίζουν ότι δε λοξοκοίταξα ποτέ πριν τη ζωή, παρά μόνο στα μάτια.

Εάν κάποτε αντί να πάρω τα βουνά,
Τα βουνά τα ίδια έρθουν καταπάνω μου.
Τότε θα είναι η στιγμή που εκείνοι,
οι λίγοι,
οι σημαντικοί,
θέλω να έρθουν και να με χαϊδέψουν μέσα στην τρέλα μου.

Να μου βάλουν ένα παστέλι στο στόμα,
Και να μου πουν ότι το ίδιο γλυκός είμαι και γω.

Εάν η τρέλα η ίδια έρθει να με πάρει από εδώ,
Ελπίζω να είναι βουτηγμένη μέσα στην ομορφιά.

Ελπίζω να με αφήσει να χαιρετήσω τους λίγους και σημαντικούς.
Να τους φωνάξω ότι καλά είμαι.

Ότι μέσα στην όμορφη τρέλα που ήρθε να με πάρει,
Τους σκέφτομαι.

Ότι παρότι φεύγω, θέλω δίπλα τους να μείνω.
Να τους πω ότι λογικός που αγαπούσα ήμουν.

Έτσι θα καλμάρω κάπως την κατάσταση...

Θα το προτιμήσουν και οι ίδιοι από το να έμενα εκεί κάτω,
και να τους αγαπούσα λογικά.

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΡΙΟΝΙΔΙ

 

Το έβλεπε να στροβιλίζεται στον αέρα, ανάμεσα στα πριονίδια και τη φασαρία του μαγαζιού. Το έβλεπε κατακόκκινο να φέρνει σβούρες και να πιτσιλάει τριγύρω. Εκείνος έσφιξε το χέρι ανάμεσα από τα πόδια του, νιώθοντας τον πόνο να τον σουβλίζει, και ταυτόχρονα το κοιτούσε να προσγειώνεται ανάμεσα στα πριονίδια. Να μένει εκεί, ακίνητο, να τον κοιτάζει.

Μια λάθος κίνηση ήταν, αφαιρέθηκε. Δεν πρόσεχε, δεν ήθελε, δε του πέρασε από το νου. Σκεφτόταν τη χθεσινή ημέρα, στο σπίτι του. Ότι σιγά σιγά χανόταν στη δύνη του μέλλοντος. Του άγνωστου, του μαύρου και μίζερου μέλλοντος που δε χαμογελά. Αυτά σκεφτόταν. Πως στο διάολο θα τα φέρει βόλτα. Πως θα παραμείνει ο ίδιος, με τα θέλω του, με τα πρέπει του, με τα όνειρα του ατόφια και λαμπρά. Πως θα γίνει να ζήσει μια ζωή που έχει επιλέξει αντί μιας ζωής που τον κοπανούσε από το ένα κράσπεδο στο άλλο. Τι έκανε λάθος; Τι απέμεινε σωστό και όρθιο; Μέσα του και τριγύρω τι;

Το πρωί με το που έπιασε δουλειά με αυτά και αυτά καταγίνονταν. Η δουλειά ήταν η κίνηση που έκανε το σώμα του και η σκέψη ήταν ό,τι υπήρχε μέσα σε αυτό. Φλεγόταν να ξεφύγει. Να δώσει μια και να βρεθεί αλλού. Να αρχίσει και πάλι. Να ονειρεύεται και ξυπνώντας να καταπιάνεται με το να κάνει πράξη τα θέλω του. Να φωτίσει το μέλλον του. Να ξαπλώσει στην αιωνιότητα. Να ζήσει το παρόν του. Αυτά σκεφτόταν και ενώ εκείνος ταξίδευε το σώμα του εργαζόταν. Ενώ αυτό ίδρωνε και κουραζόταν, πουθενά δεν τον πήγαινε. Ήταν μόνο ένα σώμα γύρω του! Σκλάβος μέσα του και εκείνος ήταν ανήμπορος να του δώσει διαταγές. Σαν πολύ εξαντλημένο και εκείνο για να τον υπακούσει.

Είχε πάρει το πλαϊνό από το κάσωμα μιας ντουλάπας και έκανε μηχανικές προσθαφαιρέσεις στο μυαλό του. Πόσο το πλάτος και πόσο το ύψος. Απλά πράγματα. Πόσο ακόμα για να τελειώνουμε. Πόσο για να ανέβει το φεγγάρι.  Πόσο ο ήλιος για να φωτίσει. Πόσο ακόμα για ζωή. Έψαξε χάμω για τον διακόπτη. Να βάλει μπροστά το μηχάνημα με το χέρι του, να ξεκινήσουν οι στροφές, να πάρει ο δίσκος μπροστά, να σβουρίσει το παρόν του με ταχύτητα. Να τον πάρει μακριά από εκεί. Μακριά από τα πριονίδια και από τις μηχανικές του κινήσεις. Να γυρνάει ο τροχός και να ανέβει πάνω του για ένα ταξίδι. Να γυρίζει και αυτός με τέσσερις χιλιάδες στροφές το λεπτό και η ταχύτητα η ίδια να τον φτάσει έως το διάστημα. Να κόψει την αμήχανη πορεία του, να ρίξει σα πριονίδι τα βάσανα του στο βιομηχανικό δάπεδο, να, να, να.

Σκατά όμως.

Ο τροχός σβάρνιζε στη γεμάτη ξυλόκολλα ατμόσφαιρα, εκείνος βρισκόταν αλλού, και ο δείκτης του βρισκόταν στην ίδια ευθεία με αυτή της κοπής του κασώματος. Το κάσωμα χαρασσόταν ενόσω εκείνος ταξίδευε και ο δείκτης από το δεξί του χέρι όδευε προς ένα αβέβαιο μέλλον. Μέλλον; Αβέβαιο; Πάνω στο σώμα του τόσα χρόνια ο δείκτης του δεν είδε χαΐρι. Μπορεί να είχε τις καλές του στιγμές. Ένα άγγιγμα στο μάγουλο μιας ερωμένης, το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου, μια οδηγία κατεύθυνσης σε ένα τουρίστα που χάθηκε στο κέντρο της πόλης, το ξύσιμο του αυτιού του, το πάτημα του τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης, το νευρικό χτύπημα του στο τραπέζι του γιατρού περιμένοντας για τις εξετάσεις, το δίπλωμα του και το χτύπημα σε μια πόρτα αγαπημένη, το ξύσιμο από τις βρωμιές στις επιφάνειες τις ζωής του. Ένα βινύλλιο, ενα εξώφυλλο βιβλίου, μια οθόνη τηλεόρασης, ένα μαρμάρινο τραπέζι στη βεράντα.

Σκατά όμως.

Ο τροχός ήταν αμείλικτος. Έκοβε τα ξύλα και τη σάρκα με την ίδια ευκολία. Έκοψε τον δείκτη του στα μισά του κασώματος. Σα να έκοψε ό, τι κίνηση είχε κάνει στο παρελθόν. Ό, τι κίνηση θα έκανε αυτός στο μέλλον. Πέταξε μακριά το δάκτυλο του, κάτω εκεί, στα πριονίδια. Σα να έφυγε παρελθόν και μέλλον μαζί. Ό, τι είχε κάνει και ότι θα μπορούσε. Τον έκοψε και συνέχισε στις ίδιες στροφές. Εκείνος είχε απομείνει να κοιτάζει την πορεία του και ούτε που του πέρασε από το μυαλό να αφήσει το άλλο του χέρι από το χειριστήριο. Μόνο όταν ο πόνος ήρθε μπόλικος το έκανε. Διπλώθηκε στα δύο, χώνοντας το χέρι του ανάμεσα από τα δύο του πόδια, ενώ ο ίδιος παρακολουθούσε την πορεία του μέλους του προς τα πριονίδια.

Άραγε τι να σκεφτόταν; Πως να ένοιωθε; Όχι ο ίδιος, αυτό το ήξερε καλά. Το δάκτυλο του πως να ένιωθε τώρα; Πονούσε το ίδιο; Μια ζωή μαζί ήταν και δε μπορούσε να νιώσει πως αυτό ένιωθε αυτή τι στιγμή. Ψυχή δεν είχε είναι η αλήθεια. Ήταν όμως πάντα μαζί και τώρα αυτός πονούσε. Πονούσε από τον αποχωρισμό, πονούσε από το κόψιμο και του φαινόταν περίεργο να μη πονάει και το δάκτυλο του εκεί κάτω. Ζαλισμένος από τον πόνο, θολωμένος από το αίμα, μπερδεμένος από το παρελθόν, φοβισμένος από το μέλλον. Ήταν όλα αυτά μαζί εκείνη τη στιγμή. Όλα αυτά και τίποτα μαζί. 

Ένοιωσε να μένει μισός. Όπως μισός γινόταν εδώ και χρόνια τώρα. Μισός πήγαινε την επόμενη μέρα για δουλειά και ο μισός από αυτό γυρνούσε. Πιο μισός επέστρεφε με το που χάραζε και διαιρούνταν ξανά. Ξανά και ξανά ο μισός του μισού του εαυτού. Έως ότου καταλήξει σα τα πριονίδια κάτω του. Τόσο μικρός, ασήμαντος, ένα κομμάτι πριονίδι ανάμεσα σε άλλα. Μόνο όταν έχασε εκείνο το δάκτυλο ένοιωσε ολόκληρος. Με όλα αυτά που είχε κάνει μαζί του. Ολόκληρος ήταν και έπρεπε να προστατευθεί. Να δει μπροστά του λιγάκι. Να χαϊδέψει το παρελθόν του με απαλές ανάσες μνήμης, να τσαγκρουνίσει το μέλλον με έναν χαμένο δείκτη. Να κάνει το υπόλοιπο του σώμα μια νότα και να ανεβοκατεβαίνει κλίμακες στη μικρή παρτιτούρα της ζωής.

Εκείνο του το δάκτυλο του θυμίζει από τότε το τι έκαναν μαζί. Του θυμίζει όλα τα απλά και τα άλλα τα λαμπρά που πέρασαν. Του υπενθυμίζει ότι έχει ένα σώμα, μια ζωή και πρέπει πάντοτε να προσπαθεί λόξα να περνάει από τον τροχό. Με μια ταχύτητα παρόμοια. Με ένα φόβο καλά φυλαγμένο και με τα μάτια του ορθάνοιχτα για να βλέπει στο σκοτάδι και τότε που ο ήλιος βγαίνει.



Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ




Ένα μπουκάλι γάλα τελικά έχει περισσότερη ζωή μέσα του από πολλούς ανθρώπους, σκύλους και γάτες μαζί. Ένα κρουασάν και ένα αβγό από κότα ελευθέρας βοσκής το ίδιο. Η ομοιότητα τους είναι ότι ξέρουν ακριβώς την ημερομηνία λήξης τους. Μια ημερομηνία που θα τα βρει να έχουν καταναλωθεί ή απλά πεταχθεί ανέγγιχτα στα σκουπίδια. Ένας άνθρωπος, σκύλος, γάτα, κλπ, κλπ, δε το γνωρίζει αυτό. Είναι μια μικρή λεπτομέρεια που ίσως κάνει μια μεγάλη διαφορά. Δεν γνωρίζουμε το πότε λήγουμε. Οι προδιαγραφές μας λένε για καμιά ογδονταριά χρόνια, αλλά πολλοί είναι εκείνοι που ταξίδεψαν πριν της ώρας τους. Αυτό όμως έχει να κάνει με τον θάνατο τον ίδιο. Το θέμα δεν είναι αυτό.  Κάποιοι άλλοι πέθαναν εδώ και καιρό και κανείς δε τους το αναγνωρίζει γιατί εξακολουθούν να περπατούν στα πεζοδρόμια, να κάθονται σε καφετέριες, και να χτυπάνε πράξεις στο κομπουτιεράκι τους. Το θέμα λοιπόν είναι όχι τόσο ο θάνατος αλλά η κατανάλωση της ζωής της ίδιας. Πρέπει να την καταναλώσεις μέχρι την ημερομηνία που λήγεις. Μετά κανείς δε σου χαρίζεται. Πολλές φορές το να ξέρεις ακριβώς το πότε αυτή (η ζωή) τελειώνει δρα ενισχυτικά σε αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι που θα έφερναν τον κόσμο ανάποδα εάν γνώριζαν ότι έχουν μόνο μια εβδομάδα ζωής ακόμα. Θα πήγαιναν για ορειβασία στα πιο ψηλά βουνά, θα πηδούσαν μέσα στην αρένα και θα έτρεχαν μακριά από τα κέρατα του ταύρου, μακριά από τον θάνατο που τόσο κοντά τους έχει έρθει.  Θα υπήρχαν άλλοι που θα δοκίμαζαν ό,τι ουσία υπάρχει στη γνώση της επιστήμης της χημείας και κάποιοι άλλοι που θα το έριχναν στην υγιεινή διατροφή. Το σίγουρο είναι ότι έτσι ή αλλιώς, όλοι μας θα κάναμε κάτι το τελείως διαφορετικό από αυτό που κάνουμε καθημερινά αν ξέραμε ότι σε μια εβδομάδα θα πάρουμε το εισιτήριο χωρίς επιστροφή. 

Βλέποντας την μπαταρία του υπολογιστή μου να βαίνει μειούμενη και γνωρίζοντας ότι για να καταφέρω να τον φορτίσω, με τον χαλασμένο μου φορτιστή, είναι σα να προσπαθώ να βάλω γκόλ κλωτσώντας μια μπάλα από βαμβάκι τότε το θέμα με την ημερομηνία λήξης αρχίζει και αποκτά ένα ενδιαφέρον. Ξέρω ότι έχω λίγο χρόνο για να γράψω κάτι και μετά ο υπολογιστής μου ας πέσει σε κώμα. Να εξαντλήσω μόνο τα περιθώρια του και μετά ας χαιρετηθούμε δακρυσμένοι και οι δύο. Και με τον θάνατο πρέπει να είναι κάπως έτσι τα πράγματα. Όλοι και όλα που γνωρίζουν το πότε τελειώνουν πρέπει να λειτουργούν με έναν κοινό τρόπο. Να προλάβουν να καταναλώσουν τη ζωή έως τότε. Και αν για ένα αυγό η δυστυχία είναι να βρεθεί λιωμένο μέσα σε μια σακούλα σκουπιδιών, τότε για τον άνθρωπο η δυστυχία είναι να σταματήσει να προσπαθεί. Ένα αυγό θα αισθανθεί ότι επιτέλεσε το σκοπό του αν γίνει κλωσόπουλο, βραστό ή τηγανιτό. Θα είναι ευτυχισμένο με αυτό. Όχι όμως να βρεθεί πεταμένο κάπου, ανίκανο πλέον να γίνει αυτό για το οποίο γεννήθηκε. Και για τον άνθρωπο τα ίδια ισχύουν. Δυστυχία είναι να ξεχάσει τα όνειρα του, να σουλατσάρει ασκόπως μεταξύ γέννας και θανάτου. Ίσως σε αυτές τις περιπτώσεις μια συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης να έκανε θαύματα. Ο άνθρωπος να καταφέρει να καταναλώσει περισσότερη ζωή στο ενδιάμεσο από εκείνη που θα μπορούσε ποτέ να καταναλώσει με έναν αόριστο χρονικό ορίζοντα. Τι θα γινόταν αν ξέραμε για παράδειγμα ότι εμείς οι δέκα θα φύγουμε σε δύο χρόνια, εσείς οι τριάντα σε πέντε και εκείνοι εκεί το πολύ να έχουν μια εβδομάδα με το ρολόι;   

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕ ΚΑΙ ΕΒΓΑΖΕ. ΑΠΛΩΝΕ ΚΑΙ ΑΚΟΥΜΠΟΥΣΕ




Άνοιξε την πόρτα, έβγαλε τα παπούτσια του στο χαλάκι της και προχώρησε προς τα μέσα. Ήταν τακτικός με την καθαριότητα. Δεν ήθελε να σούρει όλη τη σκόνη των παπουτσιών του μέσα στο διαμέρισμα. Ήθελε η γαλήνη του να είναι πεντακάθαρη.

Άνοιξε το φώς, έβγαλε μια μπύρα από το ψυγείο και κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. Του άρεσε να πίνει παγωμένη μπύρα ακόμα και μέσα στο καταχείμωνο. Δεν ήθελε αυτή η δροσιά στα σωθικά του να εξαρτάται από εποχές.

Άνοιξε το πικάπ, έβγαλε το Berlin του Lou Reed από το εξώφυλλο και τον τοποθέτησε, αφού πρώτα πέρασε το βουρτσάκι από πάνω του. Τους σεβόταν τους δίσκους του.  Του κρατούσαν συντροφιά στις πιο δύσκολες στιγμές. Πάντα με επιτυχία.

Άνοιξε τον ενισχυτή, έβγαλε το καπάκι από το μπουκάλι της μπύρας και την άφησε να τρέξει μπόλικη μέσα του. Οι πρώτες νότες από το πιάνο του Berlin έκαναν την εμφάνιση τους μέσα στο μισοσκόταδο του απογεύματος.

Άνοιξε το παντζούρι, έβγαλε την κουρτίνα από τη μέση. Του άρεσε όταν η νύχτα ξεκινούσε. Του άρεσε που τέλειωσε άλλη μια μέρα σκληρής δουλειάς και τώρα έμοιαζε πως η ζωή του ανήκε. Οι πορτοκαλί χαρακίες στο βαθυμπλε του ουρανού το άξιζαν αυτό. Άξιζαν το βλέμμα του.

«it was very nice, it was paradise”. 

Πάντα τον καθήλωνε αυτό το τραγούδι, Λίγο πιάνο, απλοί στίχοι, ίσα τραγουδιστή φωνή. Δεν χρειάζονται και πολλά για να φτιαχτεί τέλειο το οτιδήποτε με πολύ απλά υλικά. Λίγο πάθος, λίγη φροντίδα και κάτι να σε τσιγκλάει από μέσα σου. Αυτά χρειάζονται μόνο. Τέντωσε το χέρι του μπροστά και κοίταξε το εσωτερικό της παλάμης του. Ήταν ολόκληρη μπλέ. Σωστό σημειωματάριο! Πάνω της σημείωνε αριθμούς κινητών της δουλειάς του, μέτρα για παραγγελίες, ημερομηνίες και ένα σωρό άλλα πράγματα. Μόνο ποιήματα δεν έγραφε στην παλάμη του. 

«in a small, small café we could hear the guitars play”.

Σηκώθηκε και πήγε ξανά προς το ψυγείο. Το καπάκι ξεψύχησε από το ανοιχτήρι. Ρούφηξε τρείς γενναίες γουλιές και πήγε προς τον καναπέ.

Άπλωσε το σώμα του πάνω του, ακούμπησε τα πόδια του στο τραπεζάκι μπροστά του. Ήταν η ώρα που το αίμα θα ξεκινούσε τη φυσιολογική του ροή μετά από όλη αυτή την ορθοστασία του πρωινού. Κοίταξε ξανά έξω και έφερε μπροστά από τον ουρανό την παλάμη του. Την κοίταζε για ώρα. Τόσες σημειώσεις μέσα της. Τόσα πολλά έκανε τελικά σήμερα; Μόλις τώρα ήταν που αισθάνθηκε σα να μην έγινε τίποτα. Μόνο μια κούραση του έστριβε του μύες και πίεζε τα κόκκαλα του. Τόσο γράψιμο μέσα της και σαν ούτε ένα βήμα να μην έγινε. 

Το τραγούδι τελείωνε. Η μπύρα το ίδιο. Δεν ήθελε να πιεί άλλο τώρα. Με το τραγούδι αυτό όμως ευχόταν να είχε βγει χωρίς τέλος.

«One sweet day, You' re right, oh, and I'm wrong». 

Άπλωσε την παλάμη του πάνω στον καναπέ και σηκώθηκε. Ακούμπησε το άδειο μπουκάλι της μπύρας στο τραπέζι και πήγε να πλύνει τα χέρια του. Ήταν γεμάτα σκόνη και μαυρίλες στα νύχια. Ήταν γεμάτα με σημειώσεις του τίποτα και κούραση στο πουθενά. Θα πήγαινε να τα πλύνει, να διώξει την κούραση και όλες αυτές τις ριμάδες σημειώσεις. Δεν ήθελε κανένα σύνδεσμο με τη μέρα του. Η νύχτα βάθαινε και η βελόνα στο πικάπ κατευθυνόταν προς το κέντρο του βινυλίου. Μακάρι το μυαλό να ήταν φτιαγμένο σα την παλάμη του! Να σβήνει κανείς όποτε θελήσει το οτιδήποτε από εκεί μέσα. Να ξαναγεννιέται έτσι. Να αρχίζει ξανά από το μηδέν.

Άπλωσε τις παλάμες του κάτω από την βρύση και την άνοιξε. Το νερό ήταν κρυστάλλινο. Ακούμπησε για λίγο το σαπούνι πριν το γραπώσει κανονικά και αρχίσει να τρίβει. Να τρίβει και να τρίβει. Να φύγουν όλα. Να φύγουν τηλέφωνα, μέτρα, νούμερα, ημερομηνίες. Να φύγουν όλα και να μη ξανάρθουν. Θα έσβηνε τη μέρα του γιατί η νύχτα ήταν εκεί. Τον περίμενε. Του κουνούσε το δάκτυλο της μέσα από την τζαμένια μπαλκονόπορτα και εκείνος τόσο την ήθελε. Τη νύχτα και τη γαλήνη της.
«One sweet day, one sweet day, oh, one sweet day».

Το τραγούδι τελείωσε με εκείνον να σκουπίζει τα χέρια του στο μπάνιο. Βγαίνοντας έξω κοίταξε πρώτα το κάδρο της μπαλκονόπορτας και μετά ό, τι αυτή περιείχε. Ουρανούς και άστρα. Σύμπαν και αστερόσκονη. Γέλια από τα καφέ και ανεμελιά. Θα χωνόταν τώρα μέσα της. Είχε σβήσει από την παλάμη του το παρελθόν και ικανός πλέον ήταν μόνο για το μέλλον. 

Κοιτούσε τη νύχτα και το “lady day” έπαιζε στο πικάπ. Ξεκίνησε, εκτονώθηκε και τελείωσε με κείνον να είναι όρθιος, μπροστά από την πόρτα της τουαλέτας, κοιτάζοντας έξω από την πόρτα του μπαλκονιού. 

Όταν το «men of good fortune” ξεκίνησε, εκείνος πήγε ξανά στο ψυγείο γιατί η νύχτα ήταν νέα και εκείνος διψασμένος. Για μπύρα, για ζωή, για όνειρα και λίγη αστερόσκονη να του γαργαλάει τα σωθικά. 

«The rich son waits for his father to die, the poor just drink and cry. And me, I just don't care at all»

Άνοιξε άλλο ένα μπουκάλι, έβγαλε τον δίσκο από το πικάπ, άπλωσε το σώμα του στον καναπέ και ακούμπησε στα έγκατα της νύχτας. Σήμερα ήθελε να καεί, εκείνος και όλη του η μέρα. Ένα μυαλό σα την καθαρή του παλάμη. Ένας άνθρωπος με καλή τύχη.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget