Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ.



"Να κάτσεις εδώ σου λέω. Θα έρθει όπου να' ναι. Αααχ τι σου ναι τα παιδιά. Υπομονή δε ξέρουν τι θα πει."
Πέρασε μια εβδομάδα που η γιαγιά της έλεγε και της ξανάλεγε την ίδια φράση. Κάθε πρωί τα ίδια λόγια. Η Θεανώ δε μπορούσε να το αντέξει. Η παιδική της ψυχή το ίδιο. Η μάνα της είχε φύγει για μια δουλειά στο χωριό και ο πατέρας της εδώ και χρόνια την κοιτούσε από κει πάνω. Είχε μείνει μαζί με τη γιαγιά της μέσα στο κατακαλόκαιρο. Η Αθήνα έβραζε, Αύγουστος ήτανε, και τα λίγα αμάξια που κυκλοφορούσαν έξω αποτελούσαν μιας πρώτης τάξης κακοφωνία στη γενικότερη απραξία των πάντων. Η Θεανώ, με το ένα της χέρι, έπαιζε με το κοτσιδάκι της, ενώ το άλλο κρατούσε σφικτά το πανεράκι που της είχε παραγεμίσει η γιαγιά με κάθε λογής γλυκίσματα και παξιμαδάκια. Η Θεανώ τρελαινόταν για κάτι τέτοια. Και για τα μπάνια τρελαινόταν. Όταν βούλιαζε μέσα στη θάλασσα ένοιωθε σα τότε που πήγαινε παραλία με τον πατέρα της. Τον αγαπούσε πολύ, αυτόν και τη θάλασσα. Και ο ίδιος όμως ήταν σα να είχε μεταλαμπαδεύσει όλη του την αγάπη για τα κύματα στη Θεανώ. Ναυτικός στο επάγγελμα, είχε θαλασσοδαρθεί και είχε χάσει τα μισά του χρόνια μέσα στα πλοία. "Χαλάλι της της κακούργας." Έτσι συνήθιζε να αποκαλεί τη θάλασσα. "Χαλάλι της έτσι όμορφη που είναι. Το κύμα χαστουκίζει και χαϊδεύει, δαγκώνει και φιλά.". Με τη μάνα της δεν είχε και πολλά, πολλά. Μόνο για το νοικοκύρεμα ήτανε, να τη μάθει να πλέκει και να τρώει χωρίς να λερώνει. Δεν ήξερε τι θα πει αγκαλιά η μάνα της. Δε την είχε σφίξει ποτέ στον κόρφο της και από όσο η Θεανώ μπορούσε να θυμηθεί, δεν την είχε φιλήσει ποτέ.

Έσφιγγε το καλαθάκι στα χέρια της και κάθε τρείς και λίγο γυρνούσε πίσω να κοιτάξει τη γιαγιά που καθάριζε φασολάκια, φακές και ρεβίθια στην βεράντα. "Γιαγιά πάλι χάλασε το λεωφορείο;".
Η γιαγιά σήκωνε το κεφάλι της και έκανε στο πλάι το μαντίλι με τον αντίχειρα της για να μπορέσει να φέρει το βλέμμα της στα ίσια. "Μην ανησυχείς κόρη μου, όπου να 'ναι θα έρθει το δόλιο. Κράτα το καλαθάκι μόνο, μη σου πέσει και χαλάσουν τα φαγητά."
 
Η μάνα της το είχε υποσχεθεί. Όταν θα έφευγε για το χωριό η Θεανώ θα πήγαινε κάθε μέρα στη Λούτσα με το λεωφορείο. "Μα βρε μαμά δεν είμαι μικρή για να τριγυρνάω μόνη μου;". Η μάνα της ήταν κάθετη όμως. "Θα πει η γιαγιά σου στον οδηγό να σε προσέχει σα τα μάτια του. Μη σε μέλλει."
Με αυτά και με τα άλλα η Θεανώ τώρα καθόταν πίσω από την αυλόπορτα, με τη γιαγιά ξοπίσω της να καθαρίζει τα φασολάκια, και το καλαθάκι κόντευε να σπάσει από το σφίξε-σφίξε. Πάνε δύο μέρες τώρα που το λεωφορείο δεν είχε φανεί και η Θεανώ ξεροστάλιαζε πίσω από τη μάντρα. Στεκόταν για ώρες εκεί έως τη στιγμή που η γιαγιά θα τη μάζευε στο σπίτι λέγοντας της ότι το λεωφορείο χάλασε. Την είχε πάρει ο οδηγός και να μην ανησυχεί γιατί την επόμενη ημέρα θα περνούσε για την Λούτσα. Η Θεανώ έσερνε το καλαθάκι της και το έδινε στη γιαγιά για να το βάλει και πάλι πάνω στον πάγκο της κουζίνας. "Αύριο πάλι χρυσό μου. Μη κλαίς, τι φταίει και ο δόλιος ο οδηγός που κάθε τρείς και λίγο του χαλάει το σαράβαλο; Έλα τώρα εδώ να φας και αύριο έχει ο θεός."

Πέρασε έτσι μια γεμάτη εβδομάδα, με τη Θεανώ να στέκει σχεδόν κρεμασμένη στην αυλόπορτα και τη γιαγιά ξοπίσω. Είχε φάει όλα τα καλά που της μαγείρευε η γιαγιά της εκτός από αυτά που βρισκόντουσαν μέσα στο πανέρι. Ήρθε και η μανα της από το χωριό και το καλάθι έμεινε ανέπαφο. Η Θεανώ ούτε οδηγό είδε ποτέ, ούτε λεωφορείο, ούτε τα απαλόνερα της ακρογιαλιάς ένοιωσε στα τόσα δα της πελματάκια. Έφυγε η εβδομάδα, μαζί και η διάθεση για το καλοκαίρι που απέμεινε. Έφυγαν τόσα καλοκαίρια μετά από αυτό και μαζί και όση εμπιστοσύνη φίλαγε για τους ανθρώπους. Απέμεινε τώρα μόνη της με το πανέρι κρεμασμένο στη βεράντα και μια καρδιά σφιγμένη γιατί άλλο δε μπορούσε να περιμένει. Ήταν στην ίδια βεράντα που τότε καθόταν η γιαγιά της. Το πανέρι είχε γίνει γλάστρα με μενεξέδες και η Θεανώ σωστή γριά πιά. Είχε παντρευτεί και χωρίσει. Ήταν η μοναδική στάση που έκανε η ζωή της. Κατά τα άλλα προχωρούσε κανονικά. Όχι σα και εκείνο το λεωφορείο που όλη την ώρα ήταν χαλασμένο.

Κανένα λεωφορείο δεν πέρασε από τον δρόμο του σπιτιού της από τότε. Ούτε και το περίμενε εξάλλου. Η Θεανώ είχε μάθει, και αυτός ήταν ο λόγος που κοιτούσε με τόση αγάπη τους μενεξέδες στο πανέρι. Είχε μάθει να μη περιμένει και είχε μάθει να αγαπά μόνο αυτά που έχει. Οι μενεξέδες ήταν φουντωτοί και έδιναν χρώμα στη ζωή της. Τους πότιζε κάθε πρωί που ξυπνούσε και μετά καθάριζε  φακές, ρεβύθια και φρέσκα φασολάκια. Που και που όμως κοιτούσε κατά το δρόμο. Σα τότε που περίμενε το λεωφορείο να φανεί.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

ΣΗΜΕΡΑ ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ.





Μόλις σήμερα αισθάνθηκα,
πως μεγάλωσα.
Σε μια στιγμή, μια ζωή.
Μια ρουφηξιά, μαζί και εκπνοή.

Αγνάντεψα τριγύρω,
κοίταξα τον ουρανό,
μετά τον δρόμο που πατώ.
Στη συνέχεια κοντοστάθηκα
και σωριάστηκαν στην πλάτη,
αλυσίδες βαριές όλα μου τα λάθη,
σε μόνο μια στιγμή.

Είναι αλήθεια,
πως μεγάλωσα, σήμερα μόλις.
Ξαφνικά, αναπάντεχα πολύ.
Από παιδί, γέρος σε μόνο μια στιγμή.

Τα χέρια μου γλίστρησαν στις τσέπες,
βηματίζοντας μονότονα, άτονα.
Σοβαρός δίχως να απαιτείται.
Σκεπτικός δίχως σκέψη.

Γέλασα μετά,
και έβγαλα τα χέρια μου έξω,
στη ζωή ξανά,
ανεμίζοντας τα με το ρυθμό,
από το βήμα μου.

Υπάρχουν πολλών λογιών άνθρωποι.
Και ας περπατάνε όλοι με τον ίδιο σκοπό,
σα και της αφεντιάς μου.
Υπάρχουν αυτοί που μένουνε παιδιά,
άλλοι που γέροι πάντα ήτανε,
υπάρχουν και κάποιοι άλλοι,
που μεγαλώνουν σε μια μόνο ημέρα.
Όπως τώρα έπαθα και εγώ.

Από παιδί, γέρος ξαφνικά.
Από ζωγραφιά μόνο μια μουτζούρα.

Και αν μόλις σήμερα,
αισθάνθηκα πως τόσο μεγάλωσα.
Και αν σταματώ,
μόλις τώρα να προσπαθώ.
Αυτό είναι μόνο γιατί καταλαβαίνω,
ότι ήρθε ο καιρός να αφήσω πίσω,
όλα αυτά που ξάφνου ήρθανε μπροστά μου.

Είναι αλήθεια,
πως μεγάλωσα, σήμερα μόλις.
Ξαφνικά, αναπάντεχα πολύ.
Από μελωδική ελπίδα, 
ένας κακοκουρντισμένος λεπτοδείκτης.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

ΓΑΒΓΙΣΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΦΙΛΙΑΣ.

Δύο με τρείς φίλοι αντιστοιχούν στον κάθε έναν από εμάς. Είναι κάτι σαν κανόνας αυτό. Όλοι οι υπόλοιποι είναι απλά για να γεμίζουμε το χρόνο μας. Ακόμα και αν είναι τόσο μα τόσο ευχάριστοι, ευγενικοί, ελκυστικοί ή οτιδήποτε άλλο, αυτό που μένει στο τέλος είναι ότι το πλεόνασμα δε μας αναλογεί. Δεν μας κλείνουν καμία τρύπα και δεν έχουμε τίποτα να τους προσφέρουμε. Διάφορες συνθήκες μας φέρνουν κοντά αλλά πάντα αυτές οι συνθήκες είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που φανταζόμαστε. Πολλές φορές μοιάζει σα να έχουμε συναντήσει τον τέλειο άνθρωπο. Εκείνον που θα μπορούσε να γίνει ο καλύτερος μας φίλος. Κάτι σαν το 5+1 στο τζόκερ. Ένας φίλος, εραστής, συνεργάτης, σύντροφος πέρα από κάθε φαντασία που με μόλις μισό ευρώ θα κερδίσεις όλο τον κόσμο. Έχετε κερδίσει ποτέ στο τζόκερ; Αν ναι, τότε πρέπει να κάνουμε παρέα. Αν πάλι όχι τότε πρέπει να σας πω ότι μόλις επιβεβαιώσατε τον αλλάθητο κανόνα περί φιλίας. Και αυτός δεν είναι άλλος από αυτόν. Άν έχεις δύο με τρείς φίλους μη ψάξεις ποτέ για τον τέταρτο. Αν έχεις στη ζωή σου βρεί τις αδελφές ψυχές που σου αναλογούν τότε δεν υπάρχει λόγος να αναλώνεσαι άλλο ψάχνοντας ανάμεσα στα ξερόχορτα. Δε θα βρείς άλλον σαν και αυτούς που ήδη έχεις. Κανέναν που να σε αντέχει στα κάτω και στα πάνω σου. Δε θα βρείς άνθρωπο που να έχει μπει τόσο βαθιά μέσα σου, αφήνοντας και πέρνοντας πράγματα. Όλοι οι υπόλοιποι είναι απλά για να σε χαιδεύουν στην επιδερμίδα.  Και ενώ με το τζόκερ με μόλις μισό ευρώ μπορείς να γίνεις ζάμπλουτος, στο θέμα φιλίας τα πράγματα έχουν πολύ μεγαλύτερα ρίσκα. Το να πεις ότι εμπιστεύεσαι κάποιον δυστυχώς δεν κοστίζει μόνο μισό ευρώ. Κοστίζει πολλά παραπάνω. Ηρεμία κυρίως. Αν πάλι δεν είχες ποτέ σου φίλους που θα μπορούσες να πεις καρδιακούς. Φίλους για μια ζωή. Φίλους έως τον θάνατο. Αν δεν έχεις ήδη καταφέρει κάτι τέτοιο τότε μάλλον αξίζει να το ρισκάρεις. Η πιθανότητα να πετύχεις βέβαια είναι μηδενική αλλά ποτέ δε ξέρεις! Στο κάτω κάτω δε χάνεις και τίποτα. Αν δεν είχες ποτέ σου φίλους κάτι λέει για σένα. Αν όλοι όσοι γνώρισες στη ζωή σου έμπαιναν και έβγαιναν σα πελάτες σε μπουρδέλο της Φυλής τότε αυτό σίγουρα κάτι λέει για σένα. Μη το βάλεις όμως κάτω. Προσπάθησε και ας είναι σίγουρο ότι ποτέ δε θα το καταφέρεις. Το να κάνεις φίλους εννοώ. Δε χάνεις τίποτα στο κάτω κάτω. Δε χάνεις την ηρεμία σου στα σίγουρα γιατί ήρεμοι είναι μόνο εκείνοι που έχουν στο πλάι τους εκείνους τους δύο με τρείς φίλους. Είναι γαλήνιοι, σίγουροι και πέρα για πέρα ασφαλείς ότι ποτέ μα ποτέ δε πρέπει ποτέ να τολμήσουν να εμπιστευτούν στον ίδιο βαθμό οποιονδήποτε άλλο.

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ.



Περνούσε κάθε μέρα από εκεί. Ίδια ώρα, ίδιος δρόμος, ίδιο σπίτι. Ήταν στη διαδρομή του προς τη δουλειά. Εκείνος φιλούσε τη γυναίκα του και μετά αναχωρούσε. Έμπαινε στο αμάξι και του έπαιρνε ούτε λίγο, ούτε πολύ γύρω στη μισή ώρα για να φτάσει στο γραφείο. Στα μέσα της διαδρομής, τους συναντούσε.

Ήταν έξω από ένα ερείπιο - το μοναδικό του δρόμου - και λογομαχούσαν. Η γυναίκα χοντρή αλλά με έναν τρόπο δεμένο και ο άντρας ξερακιανός με έναν τρόπο που τα μάγουλα του ακουμπούσαν το ένα το άλλο από τη μέσα τους πλευρά. Με το που έπαιρνε τη στροφή τους συναντούσε πάντα στο ίδιο σημείο. Εκείνοι στέκονταν πάντα στην ίδια πόζα. Ο άντρας έτοιμος να ξεκινήσει τον βηματισμό του και η ογκώδης γυναίκα μπροστά του να προσπαθεί να του φράξει το δρόμο.

Η γυναίκα κάθε φορά χειρονομούσε έντονα και φώναζε κάτι ακατάληπτες λέξεις. Ο άντρας είχε γερμένο το κεφάλι, κοιτώντας τα παπούτσια του που δεν έβλεπαν την ώρα να κινήσουν κατά κει. Πάνε τρείς μήνες τώρα που κάθε μέρα αντίκριζε το ίδιο θέαμα. Την ίδια ώρα, στον ίδιο δρόμο, έξω από το ίδιο σπίτι. Αναρωτιόταν τι να του έλεγε. Τι προβλήματα να είχαν. Η γυναίκα φώναζε και έφτυνε όσο σάλιο δε χωρούσε στο στόμα της. Εκείνος είχε υπομονή ή απλά παραιτήθηκε, περίμενε να τελειώσει η κατσάδα πριν βάλει ένα τσιγάρο στο ρουφηγμένο του στόμα και κινήσει κατά κει.

Με το που τους προσπερνούσε δεν παρέλειπε να κοιτάξει μέσα στον καθρέπτη του αμαξιού του. Έκοβε ταχύτητα και κοίταζε με μανία. Προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που τους χώριζε. Τι συνέβαινε και η επόμενη ημέρα τους έβρισκε ξανά μαζί. Μια γυναικεία θύελλα και μια αντρική ξεζουμισμένη ύπαρξη. Δεν είχε μπορέσει να φανταστεί το ποιός από τους δύο έφταιγε περισσότερο. Ο άνδρας ίσως χαρτόπαιζε. Ξεκινούσε το πρωί για το πρεφατσίδικο καφενείο και όλα καλά. Από την άλλη η γυναίκα ίσως ζητούσε πολλά. Ο άντρας αυτός μπορεί να πήγαινε στη δουλειά του όντας αναγκασμένος να ακούσει τις υπέρμετρες απαιτήσεις της γυναίκας του. Ίσως δεν ήταν καν ζευγάρι. Ίσως ήταν γείτονες σε μάχη. Ίσως πάλι αυτό το τόσο τεράστιο μίσος που έβγαζαν προς τα έξω να ήταν μια απλή διένεξη. Ίσως να του έλεγε να πάει να πάρει ψωμί από τον φούρνο και εκείνος βαρυγκωμούσε. Ίσως, ίσως, ίσως.

Το ακαταμάχητο δίδυμο είχε τη δική του ιστορία και εκείνος είχε φτάσει στο σημείο να στρίβει στη γωνία θέλοντας να τους δει ξανά σε μια απέλπιδη προσπάθεια να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Θεωρούσε ότι αν έλυνε αυτόν το γρίφο μετά όλα θα ήταν πιο εύκολα. Θα καταλάβαινε κάτι παραπάνω από τη ζωή. Το αμάξι του όμως πάει καιρός τώρα που ήταν ακούνητο στον δρόμο και εκείνος κλεισμένος μέσα στο διαμέρισμα του. Οι καιροί ήταν δύσκολοι και η απόλυση του μεταφραζόταν σε μια μακρά καριέρα ανέργου. Δεν ξαναπέρασε ξανά από εκείνον το δρόμο. Δε τους ξαναείδε ποτέ του. Έμεινε με την απορία και με την εικόνα από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου του. Ο άντρας να ξεμακραίνει με το τσιγάρο στο στόμα και η γυναίκα πίσω του να φωνάζει βιδωμένη στη θέση της. Κάποιες φορές ο άντρας είχε απομακρυνθεί αρκετές εκατοντάδες μέτρα από εκείνη και όμως αυτή εξακολουθούσε να του φωνάζει κάτι ακατάληπτες λέξεις.

Ό, τι πρόβλημα πάντως και να είχαν μεταξύ τους, όσο τρομερό ή μηδαμινό και να ήταν αυτό, ένα είναι σίγουρο. Αυτή η φαγωμάρα ήταν ταυτόχρονα η χειρότερη εξέλιξη και αυτό που τους έδενε. Ήταν εφιάλτης και όνειρο μαζί. Παρότι τόσο μίσος και παραίτηση υπήρχε ωστόσο αυτοί ήταν κάθε μέρα μαζί για μια νέα μάχη. Κάθε πρωινό τους έβρισκε αντίπαλους και κανένα πρωινό δε περνούσε χωρίς να βλέπει ο ένας τον άλλο. Ήταν σχεδόν ο απόλυτος έρωτας αυτός. Σα κάτι το απίστευτα ισχυρό να κρυβόταν από πίσω.

Και όσο αυτός μεγάλωνε τόσο πιο σίγουρος γινόταν ότι το ιδιόμορφο εκείνο ζευγάρι θα ήταν το τελευταίο που θα χανόταν από τη Γη. Τι και αν κάποιοι λέγανε ότι συμβιβάστηκαν; Φήμες, μόνο φήμες. Το ζευγάρι αυτό καλά κρατούσε.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

ΕΝΑΣ ΠΕΛΑΡΓΟΣ




Με νεύρα ως συνήθως ξεκίνησε για άλλο ένα πρωινό. Είχε αργήσει και πάλι. Είχε αργήσει για τον πρωινό του καφέ, για το ξύρισμα του και για να χτυπήσει την κάρτα του στη εταιρία. Είχε αργήσει γενικώς. Τίποτα στη ζωή του δεν είχε το σωστό χρόνο και το σωστό τόπο.
Βγήκε έξω με έναν ήλιο χαμογελαστό, όλα ήταν στη σωστή τους θέση και το μετρό όπως πάντα στην ώρα του. 8:30 ακριβώς. Θα έπρεπε να είχε προλάβει το δρομολόγιο των 8:10. Πάντα θυσίαζε 20 λεπτά στο βωμό του ύπνου. Στο βωμό των ονείρων και του χουζουρέματος. Το βαγόνι βρώμαγε, πολύ άρωμα και πολύ ζητιανιά. Όλος ο κόσμος σα μια γροθιά μέσα στο τρένο, πήγαιναν και ερχόντουσαν. Μια διαρκής ανταλλαγή ανθρώπων από γειτονιά σε γειτονιά. Κάποιοι είχαν όρεξη για κουβέντα. Αυτός όχι. Έπρεπε να πάει στη δουλειά του. Δεν είχε την πολυτέλεια της ψιλής κουβέντας. Είχε αργήσει άλλη μια φορά, για άλλη μια μέρα. Όλες οι προσπάθειες για κουβέντα μαζί του έπεφταν με ένα γδούπο στο τατάμι της αντικοινωνικότητας του ή όπως αλλιώς μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτό που ένιωθε. Προτιμούσε να δίνει χρόνο στα όνειρα που το πρωι δεν έλεγαν να τελειώσουν. Τα όνειρα κουβαλούσαν μαζί τους γεύσεις, αρώματα, εικόνες και ήχους. Κυρίως ήχους. Πρίμα και μπάσα. Πλήκτρα και χορδές. Φωνές και ψιθύρους. Σχεδόν κάθε βράδυ ένας ήχος του έκανε παρέα. Ενας ήχος από τον Έβρο. Ένα ράμφος να ανοιγοκλείνει με πρίμο πάταγο.  
Όταν πήγαινε στη δουλειά κουβαλούσε πάντα μέσα στο μυαλό του αυτό το όνειρο. Χτύπησε την κάρτα του και μπήκε με τη καινούργια του γραβάτα στο τμήμα. Υπερήφανος για τη γραβάτα του ήταν. Με τις εκπτώσεις την είχε αγοράσει. Πραγματικά την αγόρασε κοψοχρονιά. Τόσο υπέροχη γραβάτα όμως! Την φορούσε και ήταν σα να τους την έφερε. Τους έπιασε στον ύπνο. Πέταξε ένα μασιμένο καλημέρα την ώρα που ακουμπούσε το χαρτοφύλακα του στο γραφείο και να που άλλη μια μέρα ξεκίνησε. Η δουλειά του δεν είχε και πολλά πολλά με τον κόσμο. Αρχειοθέτηση εγγράφων. Οι συνάδελφοι του κοίταζαν το ραφάκι πάνω στο γραφείο του, την ώρα που άφηναν τα έγγραφα τους και ποτέ αυτόν. Και ο ίδιος όμως προτιμούσε αυτή τη μέθοδο. Δέν ήθελε να έρχεται σε θέση κουβέντας με τους ανθρώπους. Οι κουβέντες ήταν χασομέρι. Οι άνθρωποι το ίδιο. Είχε σκεφτεί αυτή τη μέθοδο με τα ραφάκια έτσι ώστε να μη χρειάζονται και πολλά πολλά με τους συναδέλφους του. Τους είχε κολλήσει και ταμπελάκια που κοίταζαν από την έξω πλευρά του γραφείου του και ο καθένας μπορούσε να δει που να αφήσει και από πού να πάρει το κάθε τι. Ήθελε να κάνει απλά και ωραία την εργασία του και μετά να επιστρέφει στο σπίτι. Ο χαρτοφύλακας του ήταν όλος του ο κόσμος. Η ζωή του ήταν επικεντρωμένη γύρω από αυτόν το χαρτοφύλακα ο οποίος περιείχε ένα σάντουιτς, μια τσατσάρα και ένα φυλαχτό με τον Αι Γιώργη και το καταραμένο φίδι. Όλα ήταν πάντα στη θέση τους εκτός από το σάντουιτς το οποίο εξαφανιζόταν το μεσημεράκι από ένα βαριεστημένο μασούλημα για να ξαναεμφανιστεί με νέο περιεχόμενο το βράδυ. Πότε ήταν με ζαμπόν και κασέρι και πότε με πίκλες και λαχανικά. Εξαρτόταν από τη διάθεση του ίδιου και του ψυγείου του. Πως αισθανόταν όμως όταν κρατούσε αυτό το χαρτοφύλακα περπατόντας στο δρόμο! Μέσα στο μετρό, ανεβαίνοντας τις κυλιόμενες σκάλες. Ήταν ο σημαντικότερος άνθρωπος του κόσμου. Πραγματικά απαραίτητος. Αύτος ίσως ήταν και ο λόγος που δε μιλούσε πολύ. Σα να προσπαθούσε να διαφυλάξει αυτό το πολύτιμο του εαυτού του από τους υπόλοιπους. Δεν ήταν σα τους άλλους και δεν ήθελε να γίνει. Ήταν απλά αυτός, ο χαρτοφύλακας και όλες αυτές οι μετακινήσεις από και προς το γραφείο. Πάνε είκοσι χρόνια τωρα και αμέτρητες μετακινήσεις. Διακοπές δεν πήγαινε ποτέ. Χάσιμο χρόνου και αυτές. Δεν ήθελε να περνάει μερα που να μη κουβαλήσει τον χαρτοφύλακα του και τα Σαββατοκύριακα ήταν ένας εφιάλτης. Και τα απογεύματα το ίδιο. Έπρεπε να μείνει στο σπίτι του περιμένοντας το πρωινό να φανεί. Τα απογεύματα ήταν ένα εμπόδιο στη κανονική του ζωή. Ήταν η συνείδηση της απουσίας φίλων. Ήταν ένα ρολόι που μετρά και γδέρνει πάνω του κάθε αλλαγή λεπτού. Ήταν οι σκέψεις που ερχόντουσαν και σκοπός δεν υπήρχε. Ήταν μια κατηφόρα με μάτια ορθάνοιχτα να κοιτάζουν τον ορίζοντα που πλησιάζει με ταχύτητα.
Τα απογεύματα άνοιγε την πόρτα του σπιτιού του και ακουμπούσε τον χαρτοφύλακα στο γραφειάκι στο σαλόνι του. Η πρώτη δουλειά που έκανε ήταν να φτιάξει το σάντουιτς της επόμενης ημέρας. Μετά καθόταν στον καναπέ και κοίταζε όλους τους δίσκους του. Από τους Rolling Stones στους Stooges και από τον Σιδηρόπουλο στους Τερμίτες. Μια μεγάλη δισκοθήκη επιλεγμένη με φροντίδα, ταξινομημένη με ευλάβεια και συντηρημένη με μεράκι. Επέλεγε ένα δίσκο, τον έβγαζε από το εξώφυλλο και μύριζε το χαρτόνι. Η μύτη του πλημύριζε από αρώματα και μνήμες. Η πρώτη μέρα που ακούμπησε τον κάθε δίσκο στο πικ-απ. Διάβαζε το οπισθόφυλλο και το εσώφυλλο και μετά έβαζε το βυνήλιο στη θέση του. Μετά κοίταζε το ρολόι και έκοβε μια σαλάτα για το βραδινό του. Μασούσε τις πρασινάδες μπόλικη ώρα. Πρόσεχε τη διατροφή του περισσότερο γιατί του έλειπε η όρεξη.
Όταν βάραινε το σκοτάδι, λίγο πριν τον ύπνο του, έβγαζε από τον χαρτοφύλακα του το εικόνισμα. Ακουμπούσε τον Αι Γιώργη πάνω σε μια σελίδα κίτρινο χαρτί που μόνιμα υπήρχε πάνω στο τραπεζάκι. Το χαρτί είχε ημερομηνία 13/4/1992. Πάνε είκοσι ολόκληρα χρόνια που το χαρτί δεν άλλαξε θέση. Καθόταν και κιτρίνιζε κάθε μέρα που περνούσε. Η νύχτα έπεφτε και βάραινε. Τα αστέρια ανάσαιναν και όλος ο σκούρος μπλε ουρανός γινόταν η ερωμένη που ποτέ δεν είχε και κάθε ημέρα ονειρευόταν. Μπορούσε τότε να θυμηθεί και μπορούσε να σκεφτεί. Δεν είχε ούτε οργή αλλά ούτε και πόνο. Οι αναμνήσεις αιωρούνταν σαν αερικά και ομόρφαιναν τα βράδια του. Έπιανε το χαρτί στο χέρι του και το κοιτούσε για ώρα. Βούλιαζε στον καναπέ του και βούλιαζε στις αναμνήσεις. Ένα ακοόγραμμα. Μια τελευταία εξέταση από μια σειρά. Τότε που είχε κάθε μέρα που μπαινόβγαινε στα ιατρεία με ένα άγχος να μη χάσει ότι τελικά έχει χαθεί. Έβλεπε τη βελόνα στο πικάπ να χορεύει και ένοιωθε κάθε νότα της βελόνας. Είχε βάλει Eyeless In Gaza, Cure και Pink Floyd.
Άφηνε το ακοόγραμμα στη θέση του και σηκωνόταν να αλλάξει πλευρά στον δίσκο. Ακουμπούσε τη βελόνα με προσοχή στην περιφέρεια του βινυλίου και βούλιαζε ξανά στην πολυθρόνα του. Χωνόταν μέσα της και βυθιζόταν ξανά στις μνήμες. Βυθιζόταν σε μια σιωπή που τον είχε τυλίξει ολόκληρο.
Έκανε τσουλήθρα στον χρόνο και προσγειωνόταν σε εκείνο το απόγευμα. Σε εκείνο το απόγευμα στον Έβρο που άνοιξε τον φάκελο και διάβασε τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων. Είχε βγεί έξω στην βεράντα του στο Διδυμότειχο και κοίταζε για ώρα την φωλιά ενός πελαργού. Τον έβλεπε να ραμφίζει με μανία τη φωλιά του. Να τοποθετεί τα ξυλαράκια στη θέση τους. Τα φτερά του να χλαπακίζουν τον αέρα σε μια δοκιμαστική πτήση. Άκουγε το ράμφος του να ανοιγοκλείνει με πάταγο, και σιγά σιγά ο ήχος χανόταν.  Μόνο οι εικόνες έμεναν και το μυαλό του έδενε τους ήχους πάνω τους. Ήταν ο τελευταίος ήχος που άκουσε ποτέ. Ήρθε η σιωπή απρόσκλητη. Ήρθε ο υποβιβασμός του στην εταιρία, η εγκατάληψη από την καλή του και τα χοροπηδητά της βελόνας από μια μουσική που δε ξανάκουσε ποτέ ξανά. Ό Έβρος έμεινε μόνο, ο ήχος του ντούρου χαρτιού ενός φακέλου που ξεσκίστηκε μανιασμένα και αυτό το κροτάλισμα του πελαργίσιου ράμφους που σιγά σιγά χανόταν. Αυτός ο πελαργός ερχόταν κάθε βράδυ στον ύπνο του. Χτυπούσε το ράμφος του και μετά χανόταν στον ατελείωτο ορίζοντα της πεδιάδας του Έβρου.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget