Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

ΒΟΛΤΑ


Ο ήλιος ξεμύτισε, το Σαββατοκύριακο ξεπροβάλλει κι αυτό δειλά δειλά. Σήμερα άκουσα ανθρώπους που ζητούσαν πολλά και εγώ δεν ήθελα να δω και δεν έμαθα για ανθρώπους που μου είναι πολύτιμοι και άφαντοι. Τι σοι ισορροπία είναι αυτή; Η ισορροπία του σχοινοβάτη. Ακριβής αλλά πάντα σε ευθεία γραμμή. Κοιτώντας περισσότερο κάτω παρά πέρα. Πάς εκεί που έχει σχοινί και όχι εκεί που θέλεις. Ουφ. Τώρα λέω να κατεβάσω τα ρολά του γραφείου και να βγω έξω για ποδηλατοβόλτα. Να πάω εκεί που θέλω, με την ταχύτητα που θέλω. Θα κάνω στάση για αγορά εφημερίδας και καφεδάκι. Ότι καλύτερο. Να μάθω για οτιδήποτε φρικτό συμβαίνει σ' αυτό το κόσμο πίνοντας το εσπρεσσάκι μου, κοιτώντας το ποδήλατο να με περιμένει, νοιώθοντας τριγύρω τα σουλάτσα του κόσμου του Σαββατοκύριακου. Ενός κόσμου διαφορετικού από ότι τις υπόλοιπες ημέρες. Να τραγανίσω και το μπισκοτάκι δώρο του καταστήματος γλυκαίνοντας κάθε είδηση που καταπίνω ταυτοχρόνως. Μετά να αφήσω στην άκρη την εφημερίδα και να δώσω βάση στο πηγαινέλα των διερχόμενων. Να παρατηρώ και να αναλύω. Ένας κουτσομπόλης που δεν λέει τίποτα παραέξω. Να παρατηρώ δεμένες οικογένειες, νεοσύστατα ζευγάρια, μοναχικούς τύπους του στυλ "βγήκα έξω για τσιγάρα", γυναικοπαρέες, ζευγάρια προ διαζυγίου, πιτσιρίκους που πρέπει να κοιμούνται με τα ποδήλατα τους για να κάνουν αυτά τα κόλπα που βλέπω, περιπτεράδες να ντανιάζουν εφημερίδες που όπως έφυγαν από το περίπτερο τους έτσι και πετάχτηκαν στα σκουπίδια. Αδιάβαστες. Να δω τις κοπελίτσες να γυροφέρνουν τους δίσκους, κάνοντας διάλειμμα από τους στόχους της ζωής τους για ένα μεροκάματο. Πακιστανοί να με επισκεφτούν με την πραμάτεια τους παραμάσχαλα. "Όχι ευχαριστώ, δεν θέλω", "πήρα μπαλόνι προχθές", "δεν ξέρω να ράβω, τι τη θέλω τη μαγική βελόνα;", "έχεις το τελευταίο cd της Sugahspunk;". Φεύγουν, ξανάρχονται. Σαν μια αλυσίδα παραγωγής. Είναι σαν να χωρίζουν σε ενότητες όλη αυτή την παρακολούθηση και ψυχανάλυση που κάνω στους διερχόμενους. Κάνουν και αυτοί ένα διάλειμμα από τους στόχους τους για ένα μεροκάματο. Ο καφές τελείωσε, η σέλα κρύωσε, ο καιρός χαλαει ξανά, η εφημερίδα στα σκουπίδια (ανακύκλωση παρακαλώ), τα κέρματα κοιμούνται στο τραπεζάκι και το χαρτάκι του λογαριασμού κάνει από ώρα τα σουλάτσα του στον πεζόδρομο. Ανεβαίνω και αρχίζω πετάλι. Οι πολύτιμοι μου άνθρωποι είναι μέσα στο κεφάλι μου. Σε αντίθεση με όλους αυτούς που σήμερα είτε παρακολούθησα είτε έτυχε να μιλήσουμε χωρίς να το έχω σκοπό. Οι ρόδες ρολάρουν και προσέχω την ισορροπία μου. Ένα σχοινί τεντωμένο που πρέπει να φτάσω στην άκρη. Δεν κοιτάω κάτω, μόνο μπροστά. Τελικά το κάνουν και οι σχοινοβάτες αυτό το κόλπο. Και κάπως έτσι καταφέρνουν να μη πέσουν από το μονοκόμματο μονοπάτι του σόου τους. Κάπως έτσι και εγώ τα καταφέρνω να μη πέσω από το ποδήλατο μου.
Καλό μας απόγευμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget