Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ


Οι εκθέσεις που γράφαμε στο δημοτικό ξεκινούσαν κατά κύριο λόγο με το "Εγώ". Εγώ τα Χριστούγεννα..., εγώ έχω στο δωμάτιο μου έναν κουμπαρά γουρουνάκι, κλπ. Στη διαδρομή μάθαμε να είμαστε λιγότερο εγωκεντρικοί και περισσότερο κοινωνικοί, άλλοι με επιτυχία και άλλοι παλι όχι. Αυτές όμως οι αράδες της νιότης ήταν ατόφια διαμάντια ειλικρίνειας, οι λέξεις δεν έκρυβαν τίποτε από πίσω, το αρχάριο του όλου εγχειρήματος έδινε μια καλή εικόνα της πραγματικότητας. Χώρια που οι ιδέες και η φαντασία έβγαιναν στο χαρτί χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Στην πορεία μάθαμε να στριφογυρίζουμε με περισσότερη δεξιότητα τις λέξεις και τις προτάσεις αλλά φευ μαζί με αυτά οι ιδέες και ο αυθορμητισμός πήγε περίπατο. Περνώντας οι μέρες, άλλες ξυστά από δίπλα μας και άλλες καταπίνοντας μας μάθαμε και άλλα πράγματα. Μάθαμε να μη ξεκινάμε τις εκθέσεις μας με το "εγώ". Μάθαμε να το κρύβουμε επιμελώς μέσα στην ουσία των προτάσεων. Αλήθεια πόσοι έχετε διαβάσει πρόσφατα τις εκθέσεις που γράψατε στο δημοτικό; Εγώ πρόσφατα διάβασα μερικές και ανακάλυψα αναζητήσεις που ούτε καν θυμόμουν. Μια φορά μάλιστα είχα προσπαθήσει να γίνω Ιούλιος Βερν. Ένα μυθιστόρημα δύο σελίδων με τίτλο κυνήγι στο νησί του χαμένου θησαυρού. Εξαίσια ανεπιτήδευτο. Σε δύο μόλις σελίδες γινόταν η γνωριμία με τους χαρακτήρες, η έναρξη, η εξέλιξη και το τέλος της πλοκής. Κάτι σαν βιβλίο για ανυπόμονους αναγνώστες. Ο Ιούλιος Βερν και όλοι η κόκκινη συλλογή των βιβλίων του με είχε στιγματίσει τότε. Μετά από αυτό οτιδήποτε είχε να κάνει με επιστημονική φαντασία μου δημιουργούσε αδιαφορία, με εξαίρεση ίσως τον συνονόματο Philip Dick που πάντα είχε το κουσούρι να ποτίσει τη φαντασία του με αρκετή δόση ρομαντισμού, μηδενισμού και χιούμορ. Οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας άρχισαν να μου μοιάζουν τόσο γήινοι που άρχισα να διαβάζω αυτούς που μιλούσαν περισσότερο για τα επί της γης και λιγότερο για τα εξ' από εδώ θέματα. Και αυτοί συνήθως ήταν που έγραφαν με φαντασία. Έγραφαν για αυτά που έχουν μέσα τους και δεν έλεγαν παραέξω. Δεν προσπαθούσαν να μαντέψουν το μέλλον ή να ζωγραφίσουν μια εικόνα μιας αυριανής ανακάλυψης που θα φέρει τα πάνω κάτω. Μιλούσαν για τις σκέψεις τους. Και αυτό τελικά είναι η απώτερη επιστημονική φαντασία. Όλα αυτά που έχουμε μέσα μας και δε λέμε. Και εκεί πίσω, πέρα από τις όποιες μας εξομολογήσεις, πάνω από αυτή τη καθημερινότητα του καθωσπρεπισμού μας είναι που κρύβεται ένας κόσμος που διψάει να ανακαλυφθεί ενώ εμείς στριφογυρίζουμε τα κομπολόγια μας. Ένας κόσμος γεμάτος με θέλω, με ιδέες, με φοβίες που δεν έχει να κάνει με αυτό που τελικά ζούμε. Και ενώ τότε στο δημοτικό είχαμε πάρει μια καλή πορεία και από την πρώτη λέξη της έκθεσης θέλαμε να το ανακαλύψουμε, στη συνέχεια μάθαμε να το καλλωπίζουμε και να το αφήνουμε στα μετόπισθεν. Μια ντουζίνα σκέψεις στο πατάρι της λήθης. Και τελικά όσοι από εμάς θέλουμε τον ψυχαναλυτή μας καλύτερα και οικονομικότερα θα ήταν να πιάνουμε την κουβέντα με τους μικρούς φίλους στην παιδική χαρά. Να ξανακαλύψουμε αυτό που έχουμε χάσει. Τον αυθορμητισμό, την ποίηση, το δάκρυ για ένα μόλις παιχνίδι. Να κάνουμε και κούνια - όσοι από εμάς τουλάχιστον χωράμε- αφήνοντας τη φυσική να κάνει το παιχνίδι της. Πέρα δωθε χωρίς το άγχος με τους αριθμούς. Πέρα δώθε και ένα σκαστό γέλιο. Πέρα δώθε και να βλέπουμε τα πάντα να πλησιάζουν και να απομακρύνονται σε μια μόλις στιγμή. Πέρα δώθε και ξανά. Ένα πέρα δώθε χωρίς σκοπό φίσκα από χαρά. Πέρα δώθε. Και ξανά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget